10 χρόνια μετά τον πύρινο όλεθρο: ξεχνάω… ή μήπως ΘΥΜΑΜΑΙ;

…δέκα ολόκληρα χρόνια, ξεχνάω!… Λάθος, δεν γίνεται να ξεκινάω μια εξομολόγηση, με ψέμα. Παρασύρθηκα από όσα όλο αυτόν τον καιρό προσπαθώ…να μη θυμάμαι. Να αποφεύγω συζητήσεις για ΤΟΤΕ, να μην στέκομαι σε κουβέντες για όσα έγιναν ΤΟΤΕ, να μην περνάω από τους ίδιους δρόμους με ΤΟΤΕ, να χάνομαι ακόμη και από φίλους και γνωστούς από εκείνη την περιοχή, για να μην έρχεται στο νου μου το ΤΟΤΕ…

-Ειδική Έκδοση: ΠΥΡΚΑΓΙΕΣ 2007-

ΤΟΤΕ…πώς έφτασα όμως ΕΚΕΙ; Και λίγο πριν, πώς έμαθα, πώς έφτασε σε μένα το άγγιγμα της καταστροφής; Δέκα χρόνια μετά, ίσως για να μπορέσω κάποια στιγμή να ξαναμιλήσω για ΤΟΤΕ, αποφάσισα να ανασύρω όσα η μνήμη κατέγραψε, όσα η ψυχή φυλάκισε, όσα ο νους δεν χώρεσε…και ακόμη παλεύει να χωρέσει…

Της Πέλυς Μπεβούδα

24 Αυγούστου 2007. Μεσημέρι. Έχω επιστρέψει από τα πρωινά ρεπορτάζ της ημέρας στο σπίτι, για λίγη ώρα, μέχρι την επιστροφή, νωρίς το απόγευμα, στο γραφείο μου στην εφημερίδα. Για το βράδυ είχαμε ήδη κανονίσει με την παρέα την έξοδό μας. Κάπου όμορφα και χαλαρά. Έτσι, με βραδινό καλοκαιρινό ντύσιμο, γύρισα στο γραφείο. Να τελειώνω με τη δουλειά όσο πιο νωρίς…δεν είχα και νυχτερινή βάρδια άλλωστε εκείνη την νύχτα, άνετα θα μπορούσα να τα καταφέρω και να σχολάσω νωρίς… Βέβαια, στο μυαλό μου τριγυρνούσε κάτι, μια ανησυχία καθώς φωτιές είχαν ήδη εκδηλωθεί και οι μέρες ήταν δύσκολες, λόγω καιρικών και κλιματολογικών συνθηκών. Αλλά μπα…ιδέα μου θα είναι…όλα καλά θα πάνε. Άλλωστε δεν ήταν η πρώτη φορά που κάπου εκδηλωνόταν φωτιά καλοκαίρι…

Την στιγμή που η νεαρή συνάδελφος-ίσως να έκανε και πρακτική ακόμη- σηκώθηκε από το γραφείο της, πήρε το αμάξι της και έφυγε, με εντολή αρχισυντάκτη, για “μια ακόμη φωτιά, στην Ζαχάρω αυτή τη φορά…”, με κοίταξε. Στα μάτια της σαν να διέκρινα ένα άγχος, κάτι φευγαλέα αλλοπρόσαλλο. Λογικό θα πει κανείς. Νέα στη δουλειά, σε ρεπορτάζ για φωτιά, σε μια περιοχή που δεν γνώριζε, καθώς δεν καταγόταν καν από την Ηλεία… Και ενώ συνέχιζα να γράφω τα ρεπορτάζ της ημέρας, είχα στο νου μου να την καλέσω στο τηλέφωνο. Υπολόγισα τον χρόνο μέχρι να φτάσει…σχηματίζω τον αριθμό της. Και το τηλέφωνο να μην έχει σήμα, και μετά να μην απαντά…και το μυαλό μου να κάνει διάφορες σκέψεις. Όχι, σε καμία περίπτωση ανάλογες με το κακό που τελικά έγινε. Κάπου θα αφαιρέθηκε, κάπου θα ξεχάστηκε…καλά, με ποιόν έχει πιάσει κουβέντα και δεν μου απαντά; Μια κλήση σε έναν καλό φίλο εκεί, στην περιοχή της Ζαχάρως, που ό,τι και αν γινόταν, θα το ήξερε…. Να ρωτήσω αν συνάντησε κάπου την Βίκυ και τί γίνεται με την φωτιά… Το τηλέφωνο χτυπά μια, δυο, τρεις φορές, κάποια στιγμή απαντά…: “αν με αγαπάς, αν με ακούς, στείλε ασθενοφόρα, πολλά ασθενοφόρα…είναι κόλαση, υπάρχουν δεκάδες καμένοι άνθρωποι γύρω μου, έχει νεκρούς, πολλούς νεκρούς, καιγόμαστε…”…Και μετά το τηλέφωνο κλείνει. Προσπαθώ να ξανακαλέσω. Μάταια… Προσπαθώ να σκεφτώ τί ήταν αυτοί οι ήχοι που άκουγα όσο μιλήσαμε, πίσω από την φωνή του…φωνές; κραυγές; αέρας; φωτιά…καταστροφή…

Έχω παγώσει. Μέχρι να βρω το κουράγιο να ενημερώσω τον αρχισυντάκτη μου, συνειδητοποιώ ότι ένας εφιάλτης βρισκόταν σε εξέλιξη. Και από όσους τον βίωναν, κάποιοι ήταν ακόμη ζωντανοί… Οι ώρες που ακολούθησαν για όσους συναδέλφους βρέθηκαν, ο ένας μετά τον άλλο, στην περιοχή της Ζαχάρως, δεν μπορούν να μετρηθούν σαν πραγματικός χρόνος. Ήταν σαν να κονιορτοποιείς τις ώρες, σαν να προσπαθείς να χωρέσεις ολόκληρη αυτή την καταστροφή, σε ένα ρολόι.

Η Ηλεία είχε παραδοθεί σε έναν εχθρό πιο ισχυρό από όσο ο καθένας από εμάς θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί. Δεν θα σταθώ ούτε σε όσους -κυβερνητικούς και μη- ήρθαν εκείνη την νύχτα στην Ηλεία, ούτε σε όσα άρχισαν εύκολα να ξεστομίζουν και να υπόσχονται, ούτε στα σχέδια που άρχισαν να καταστρώνονται… σε τίποτε από αυτά. Ούτε σε αυτά που δεν έγιναν, ούτε σε αυτά που προσπάθησαν να γίνουν, ούτε ακόμη και σε κάποια που τελικά έγιναν. Αυτά έχουν καταγραφεί στα ρεπορτάζ των ημερών. Ούτε από εδώ θα αναζητήσω τις ευθύνες… Χωρίς την παραμικρή διάθεση να μειώσω την σημασία τους, δεν είναι αυτά που κουβαλώ σαν βάρος ή σαν διαβατήριο λύτρωσης όλα αυτά τα χρόνια…

Ξημερώματα, με τον ήχο εκείνης της τηλεφωνικής συνομιλίας να επανέρχεται πιο ισχυρός στα αφτιά μου, με τους νεκρούς να στοιχειώνουν την σκέψη μου, με όσα είχα μάθει για φίλους-κατοίκους της περιοχής που είχαν χάσει αγαπημένους, που είχαν υποστεί εγκαύματα, που είχαν ζήσει τον όλεθρο, επιστρέφω με δυσκολία στο σπίτι. Για λίγο…

Πριν χαράξει καλά-καλά, συνεπιβάτης στην μεγάλου κυβισμού μηχανή του φίλου μου, έμπειρου φωτορεπόρτερ από την Αθήνα, του Αντώνη, του μοναδικού ανθρώπου που θα εμπιστευόμουν ποτέ να πάμε μαζί ΕΚΕΙ, ξεκινώ για τον δήμο Ζαχάρως. Και ήξερα ότι αυτά θα ήταν τα πιο συγκλονιστικά, τα πιο δραματικά χιλιόμετρα όλης μου της ζωής.
ΤΟΤΕ…πώς έφτασα όμως ΕΚΕΙ; Και λίγο πριν, πώς έμαθα, πώς έφτασε σε μένα το άγγιγμα της καταστροφής; Δέκα χρόνια μετά, ίσως για να μπορέσω κάποια στιγμή να ξαναμιλήσω για ΤΟΤΕ, αποφάσισα να ανασύρω όσα η μνήμη κατέγραψε, όσα η ψυχή φυλάκισε, όσα ο νους δεν χώρεσε…και ακόμη παλεύει να χωρέσει…

Αυτά που θα άλλαζαν για πάντα το είναι μου…

Ξημέρωμα, πλησιάζοντας στον Καϊάφα, περνώντας από το “Κλειδί“, τα χέρια μου τον έσφιξαν δυνατά. Έτσι, γραπωμένη πάνω του, συνεχίσαμε την διαδρομή. Ήταν εκεί που όλα έγιναν ξαφνικά ασπρόμαυρα, μέσα σε ένα πυκνό σύννεφο καπνιάς. Ήταν εκεί που για πρώτη φορά στην ζωή μου συνειδητοποίησα τί σημαίνει “το απόλυτο μηδέν, το τίποτα”, εκεί που κατάλαβα ότι νεκρό τοπίο είναι αυτό που δεν υπάρχει ήχος….σαν κάποιος να έσβησε τον ήχο…σιωπή παντού!

Θάνατος… και η σιωπή η ηχώ του!

Λόγια λίγα ανταλλάξαμε μέχρι να φτάσουμε στην καταραμένη στροφή, στον δρόμο προς την Αρτέμιδα . Δεν πιστεύω ότι έχει κάποια σημασία να μιλήσω τώρα για τις εικόνες που κατέγραψα και κράτησα τόσο με την φωτογραφική μηχανή -όχι, οι περισσότερες δεν δόθηκαν προς δημοσίευση- όσο κυρίως στην μνήμη και αναπαράγονται διαρκώς σαν ανάμνηση ουσιαστικής φρίκης. Ούτε κάποιες λεπτομέρειες -για κάποιους- στις φωτογραφίες αυτές, που για μένα αποτελούν την κυρίως εικόνα. Ούτε για τον σπαραγμό των συγγενών όταν μας ρωτούσαν με αγωνία αν έχουμε μάθει κάτι για τους δικούς τους…κάποιοι βλέπετε δεν ήξεραν ακόμη…

Αυτό που δέκα χρόνια μετά εξακολουθεί να έχει σημασία για μένα είναι ότι η αίσθηση που είχα μόλις φτάσαμε ΕΚΕΙ ότι αυτό που ζούσα ήταν πόλεμος, επιβεβαιώθηκε από τον Αντώνη, έναν φωτορεπόρτερ που έχει ζήσει αυτό που γενικά ονομάζουμε “πραγματικό πόλεμο”, κάνοντας πολλά φωτορεπορτάζ σε εμπόλεμες ζώνες ανά τον κόσμο.

Όλα τα υπόλοιπα, το πώς φτάσαμε στην Μάκιστο, η φωτογραφία που με τράβηξε ενώ κοιτούσα μαρμαρωμένη το καμένο σπίτι του τότε προέδρου του χωριού Νίκου Πόθου που έπαθε εκτεταμένα εγκαύματα σε όλο του το σώμα, αφού έφυγε τελευταίος από το χωριό- ένα σπίτι που πολλές φορές ως τότε είχε ανοίξει για μένα φιλόξενο τις πόρτες του, η επιστροφή από τον ίδιο δρόμο -κό-λαση, η δημοσιογραφική κάλυψη της επίσκεψης του Γιώργου Παπανδρέου στην περιοχή, όσα μου είπαν και όσα απάντησα σε δεκάδες τηλεφωνικές κλήσεις, η στιγμή που εγκλωβιστήκαμε με τον Αντώνη ενώ αυτός προσπαθούσε να απομακρύνει κάποιους κατοίκους από σπίτια πάνω στην εθνική οδό, κοντά στο Κλειδί, που η φωτιά τα κύκλωνε και σωθήκαμε περνώντας στα “τυφλά” με την μηχανή, κάτω από μια ρήψη νερού από αεροσκάφος, με τις μοτορόλες των αστυνομικών που είχαν αποκλείσει το σημείο να ουρλιάζουν “…είναι μέσα δύο τρελοί δημοσιογράφοι…θα καούν”, το ξάφνιασμα του αρχισυντάκτη μου οδηγίες του οποίου είχα παρακούσει να βρίσκομαι σε άλλη περιοχή για ρεπορτάζ, όταν του είπα ότι εγώ έκανα αυτό που όφειλα απέναντι στον εαυτό μου και στους ανθρώπους που είχα γνωρίσει και τώρα είχαν χαθεί, παραμένουν καταγεγραμμένα στον “σκληρό” μου δίσκο. Αυτά τα ανασύρω με μεγαλύτερη ευκολία, κάθε χρόνο τέτοια μέρα. Όχι όμως και εκείνο το πέρασμα από τον Καϊάφα, ξημέρωμα Σαββάτου, στις 25 του Αυγούστου του 2007…τότε που ο ήλιος δεν ανέτειλε, έμεινε και αυτός κρυμμένος στο μαύρο…

Ίσως γιατί σε εκείνα τα ελάχιστα λεπτά που κράτησε αυτό το πέρασμα πάνω στα κυβικά της μηχανής, το ασπρόμαυρο της εικόνας, το σύννεφο καπνιάς, τα χέρια μου που έσφιγγαν τον Αντώνη μέχρι να πονέσουν, ο ήχος που είχε σβήσει, ήταν η απόλυτη αίσθηση του ίδιου του θανάτου, που είχε απλώσει σαρκαστικά τα πέπλα του πάνω στον τόπο μου και τους ανθρώπους του.

Ακολουθώντας μια τελείως “αντι-δημοσιογραφική” επιλογή, στο προσωπικό μου αρχείο δεν υπάρχει καμία φωτογραφία από εκείνο το πρωινό…ένα delete και αυτό, στην προσπάθεια να πάψω να θυμάμαι το ΤΟΤΕ και το ΕΚΕΙ. Κίνηση χωρίς κανένα αντίκρισμα, τελικά. Ευχαριστώ, λοιπόν, τον Αντώνη Νικολόπουλο, “συνοδοιπόρο” μου, που μου παραχώρησε την φωτογραφία του, από το αρχείο της EUROKINISSIS“

Δέκα χρόνια μετά…εγώ παραμένω ΕΚΕΙ, σε έναν τόπο νεκρό, προσπαθώντας πεισματικά να ξεχάσω το ΤΟΤΕ. Μάταια. Ίσως ο τρόπος που προσπαθώ τελικά να είναι λάθος…ή ίσως να έχω μεγαλώσει αρκετά πια και πρέπει επιτέλους να δεχτώ ότι ΘΥΜΑΜΑΙ…οφείλω να θυμάμαι…

Διαβάστε ακόμη

«Τι συνέβη στην Αρτέμιδα την Παρασκευή 24 Αυγούστου 2007; Λεπτό – λεπτό οι δραματικές ώρες (Χρονικό)

10 χρόνια μετά τον πύρινο όλεθρο: ξεχνάω… ή μήπως ΘΥΜΑΜΑΙ;

Δέκα χρόνια μετά τις φονικές πυρκαγιές: Επιμνημόσυνη δέηση για του πυροσβέστες που «χάθηκαν» την ώρα του καθήκοντος

24 Αυγούστου 2007 – 24 Αυγούστου 2017: H Ηλεία αναζητεί τη δικαίωση – Ζωντανές οι μνήμες

10 χρόνια μετά…