Αντ. Πανταζοπούλου-Σακελλαρίου: «Εθελοτυφλούμε μπροστά στα σύγχρονα γκέτο»

Η σημερινή Εν Οίκω Καλεσμένη ζει αρκετά μακριά από την Ηλεία, αλλά το μυαλό της και η καρδιά της ταξιδεύουν συχνά προς τα εδώ. Ζώντας στη Λέρο, αφιερώνει τη ζωή της στα παιδιά, στις γάτες και παράλλληλα μας ταξιδεύει μέσα από τη συγγραφή. Η Αντωνία Πανταζοπούλου-Σακελλαρίου, γεννημένη στον Πύργο είναι η συγγραφέας του μυθιστορήματος «Βενετσιάνικες Βινιέτες», το οποίο εκδόθηκε πέρυσι. Η Αντωνία μοιράστηκε με την εφ. «Πατρίς» τις σκέψεις για το βιβλίο και τη συγγραφή, την επίδραση της Βενετοκρατίας στην Ελλάδα, αλλά και τα συναισθήματα που κουβαλά μέσα της για την Ηλεία.

Η συζήτηση ξεκίνησε με το πώς γεννήθηκε η ιδέα για τις Βενετσιάνικες Βινιέτες, η οποία ήταν απρόβλεπτα εντυπωσιακή!

«Γεννήθηκε στη Βενετία! Όχι στην Πιάτσα με τα καφέ αλλά στα σκοτεινά σοκάκια όπου ακουμπάς την ιστορία της. Στη συνοικία του Καναρέτζιο, που είναι  κάπως απομακρυσμένη από τους συνηθισμένους τουριστικούς προορισμούς, βρίσκεται το γκέτο των Εβραίων της πόλης, οριοθετημένο στο αρχαίο χυτήριο, το πρώτο του κόσμου. Το γκέτο λοιπόν κυριαρχεί σαν πραγματικότητα στην πρώτη ιστορία και σαν συμβολισμός στις επόμενες», μας επισημαίνει η Αντωνία, παραθέτοντας ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα του βιβλίου.

«Ο εχθρός της Δημοκρατίας είναι σάρκα από τη σάρκα μας αφού ρέει στις φλέβες του λίγο αίμα των Καντακουζηνών. Της Ελένης, που είχαν δώσει στους Τούρκους για να διασφαλίσουν τα σύνορα μιας αυτοκρατορίας καταδικασμένης, εν τη γενέσει της, να πεθάνει. Και τώρα ήρθε η σειρά του να πληρώσει για τους ανάξιους δούλους, που είχαν δηλητηριαστεί για να ζήσει εκείνος, και τη φρουρά του, που ορκιζόταν στη σκιά του Αλλάχ πάνω στη γη, μέχρι που δεν έμεινε κανένας για να θυμίζει τις μέρες της δόξας του. Ύστερα άρχισαν οι εφιάλτες. Σχεδόν κάθε νύχτα έβλεπε πως είχε μείνει μόνος του γιατί δεν υπήρχε κανένας να τον υπερασπιστεί, τους είχε θυσιάσει όλους στο βωμό της ματαιοδοξίας του, αφού ήταν ένας βασιλιάς χωρίς υπηκόους, μια μαριονέτα στα χέρια των ισχυρών και του όχλου, που τον κομμάτιαζε κι έπαιρνε τα κομμάτια του για φυλαχτό. Μια στάλα από το μαύρο αίμα του θεράπευε όλες τις αρρώστιες του σώματος και της ψυχής. Ήταν ένα μαρτύριο που κρατούσε τόσο λίγο, ώστε δεν έμενε τίποτα από εκείνον, μόνο η σκιά του έτρεμε ακόμα στις πλάκες του δρόμου….».

Όπως μου εξηγεί, το απόσπασμα αναφέρεται στον Αβδούλ Χαμίτ και ουσιαστικά σε όλους τους τυράννους του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος.

Ο «καθρέφτης» της Ιστορίας

Η συγγραφέας εμπνεύστηκε από τη Βενετοκρατία, μια περίοδο η οποία στην Ελλάδα είναι λίγο παραγκωνισμένη και έχει επιτρέψει τη δημιουργία στερεοτύπων. Χωρίς να θέλει να μπει στα «χωράφια» των ιστορικών, βάζει με απλά λόγια τα πράγματα στη θέση τους.

«Δεν είμαι ιστορικός, αλλά πιστεύω πως όποιος πέρασε από την Ελλάδα κατέκτησε και κατακτήθηκε. Κάποιοι πρεσβεύουν πως η Δύση είναι η συνέχεια του Βυζαντίου, αλλά και ο Μεσαιωνικός Ελληνισμός μαζί με τον λατινικό κόσμο είναι η βάση για την εξέλιξη της ευρωπαϊκής σκέψης», σχολιάζει στην εφ. «Πατρίς» και συμπληρώνει τη σπουδαιότητα της ιστορικής γνώσης.

«Πιστεύω πως το παρελθόν καθρεφτίζεται στο μέλλον. Εθελοτυφλούμε μπροστά στον εφιάλτη των σύγχρονων τυράννων, τα σκλαβοπάζαρα και την απόλυτη εξουσία των αγορών στον κατ` επίφαση πολιτισμένο κόσμο που φτιάχνει καινούρια γκέτο» σχολιάζει εύστοχα.

Η ανάγνωση του βιβλίου ισοδυναμεί με ένα νοερό ταξίδι σε διαφορετικές εποχές, συναρπαστικό και με έντονα συναισθήματα. Ο πήχης μπήκε ψηλά, οπότε το επόμενο ερώτημά μου είναι για το θέμα του επόμενου βιβλίου.

«Ελπίζω να τα καταφέρω και να σας ταξιδέψω με την ιστορία ενός περιπλανώμενου θιάσου και ειδικότερα μιας γυναίκας, στην Ελλάδα, μεταξύ Αθήνας και Θεσσαλονίκης, από τον Πρώτο μέχρι τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο», αποκαλύπτει στην εφ. «Πατρίς» η Πυργιώτισσα συγγραφέας.

Στο ερώτημά μου για τη γοητεία κρύβει η συγγραφή, η απάντηση μοιάζει αινιγματική, αλλά με λίγη προσοχή αναδύεται βαθύ νόημα.

«”Οι ήρωες έζησαν όσο γραφόταν το βιβλίο” και ο συγγραφέας που καθορίζει την πορεία τους είναι σαν να ζει κι αυτός στον ορισμένο τόπο και χρόνο. “Η Μανουελίτα από χαρτί” όπως θα διαβάσετε στην τρίτη νουβέλα “περιμένει στην άκρη του δρόμου, δε θέλει να πεθάνει αλλά εγώ έχω προδιαγράψει την τύχη της”»…

Η Αντωνία Πανταζοπούλου-Σακελλαρίου ζει και εργάζεται ως νηπιαγωγός στη Λέρο, εικόνα που μου είναι δύσκολο να τη σχηματίσω στο μυαλό μου (Πελοποννήσιος γαρ…).

Το καταφύγιο και η νοσταλγία

«Η ζωή σε ένα νησί του Αιγαίου είναι καταφύγιο! Με δεκατρείς γάτες κι έναν σκύλο, στον κήπο με τα λουλούδια και τα φρέσκα λαχανικά, κοντά στη θάλασσα», μου απαντά, βάζοντάς με σε σκέψη για το πού τελικά πρέπει να αναζητήσουμε την ποιότητα ζωής.

Ως νηπιαγωγός, η άποψή της για την ελληνική εκπαίδευση δεν είναι ούτε μηδενιστική ούτε αποθεωτική.

 «Η εικόνα που έχω είναι πάρα πολύ καλή κι αν δεν λέω πως είναι άριστη είναι γιατί για έναν δάσκαλο το να “βαθμολογεί” με άριστα είναι λίγο δύσκολο» απαντά λιτά και περιεκτικά. Η συζήτηση ολοκληρώνεται με εικόνες που αποπνέουν νοσταλγία και συγκίνηση, καθώς της ζητώ να μοιραστεί με τους αναγνώστες της εφ. «Πατρίς» λίγα από όσα κρύβει στο μπαούλο της  ψυχής της για την Ηλεία.

«Θυμάμαι με νοσταλγία τη θάλασσα, το ήρεμο τοπίο με τους χαμηλούς λόφους και τα κυπαρίσσια. Τα μεγάλα σπίτια των παππούδων μου, που δεν υπάρχουν πια, και που κι εκείνα κουβαλούσαν την ιστορία πολλών ανθρώπων που μιλούσαν όμορφα και διάβαζαν πολύ. Από τα αντικείμενα που έχω κρατήσει, παράταιρα σερβίτσια και δερματόδετους τόμους, αποκόμματα εφημερίδων και φωτογραφίες, ανασύρω μνήμες που είναι για μένα πολύτιμες» μου διηγείται η Αντωνία…