Αντιδρούν οι πολυτεχνικές σχολές στο νομοσχέδιο Γαβρόγλου για την πανεπιστημοποίηση των ΤΕΙ

Τον έντονο προβληματισμό τους για τις συνέπειες που θα επιφέρει στην ποιότητα των πολυτεχνικών σπουδών, αλλά και στα ποσοστά ανεργίας των αποφοίτων των πολυτεχνικών σχολών, το σχέδιο νόμου του υπουργείου Παιδείας που προβλέπει συγχωνεύσεις πανεπιστημίων με ΤΕΙ, εκφράζει το σύνολο των διοικήσεων των πολυτεχνείων της χώρας.

Οι πρυτάνεις και κοσμήτορες των σχολών, σε συνέντευξη Τύπου που παραχώρησαν χθες, Δευτέρα, έκαναν λόγο για«μαζική παραγωγή» νέων τμημάτων, που δεν θα έχουν υποδομές και προσωπικό, χωρίς να έχει προηγηθεί διάλογος με το υπουργείο, μεταδίδει το αθηναϊκό πρακτορείο.

«Η ανεργία ήδη πλήττει βάναυσα τους νέους μηχανικούς, οι οποίοι είτε πηγαίνουν στο εξωτερικό και ελάχιστοι γυρίζουν πίσω είτε έτερο απασχολούνται», επισήμανε ο πρύτανης του ΕΜΠ, Γιάννης Γκόλλιας, σημειώνοντας ότι η αγορά εργασίας δεν θα μπορέσει να απορροφήσει τον νέο αριθμό μηχανικών.

«Δημιουργούνται συνολικά 36 νέα πανεπιστημιακά τμήματα μηχανικών, όταν τα υφιστάμενα πενταετή πανεπιστημιακά τμήματα είναι 44, ανεβάζοντας έτσι τον αριθμό των τμημάτων σε 80, δηλαδή, μία συνολική αύξηση 80%», τόνισε ο κ. Γκόλλιας.

Επιπλέον, εκτιμάται ότι στους 6.700 φοιτητές, που εισάγονται στα υφιστάμενα πενταετή πανεπιστημιακά τμήματα, θα προστεθούν περίπου άλλοι τόσοι (με βάση τους εισαγόμενους του 2018 στα αντίστοιχα τμήματα που «πανεπιστημιοποιούνται»), με αποτέλεσμα ο αριθμός των μηχανικών ανά έτος να διπλασιάζεται ετησίως.

«Δεν δίνεται βάση στις ακαδημαϊκές αρχές και αξίες για την ίδρυση των νέων τμημάτων», τόνισε, επίσης, ο κ. Γκόλλιας, κάνοντας λόγο για υποβάθμιση των σπουδών στα παλιά, αλλά και στα νέα πανεπιστήμια. «Μιλάμε για νέα τμήματα, χωρίς αυτά να έχουν προγράμματα σπουδών με εύρος και βάθος, χωρίς ερευνητικό και ακαδημαϊκό προσωπικό και υποδομές», σημείωσε.

Για «υποθήκευση του τομέα των μηχανικών», αλλά και για συνέπειες και σε άλλες ειδικότητες, έκανε λόγο ο κοσμήτορας της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Πάτρας, Δημήτρης Ματαράς,ο οποίος σημείωσε ότι ο μεγάλος αριθμός υποψηφίων για τις πολυτεχνικές σχολές θα έχει επιπτώσεις και στις βάσεις θετικών σχολών.

Παράλληλα, έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου, ότι τον Σεπτέμβριο τα καινούργια τμήματα να πάρουν φοιτητές, χωρίς όμως να έχουν μέλη ΔΕΠ και εξέφρασε τον προβληματισμό ότι «το μηχανογραφικό μετατρέπεται σε εργαλείο άσκησης πολιτικής».

Ο πρύτανης του Πολυτεχνείου Κρήτης, Ευάγγελος Διαμαντόπουλος, έκανε λόγο για «έλλειψη ποιότητας στο εγχείρημα» και για μακροχρόνιες αρνητικές συνέπειες, καθώς δεν έχει προκύψει το νομοσχέδιο μέσα από έναν στρατηγικό σχεδιασμό.

Τέλος, ο Κώστας Κατσιφαράκης, κοσμήτορας της Πολυτεχνικής Σχολής του ΑΠΘ, κάλεσε το ΤΕΕ να πάρει θέση και αναρωτήθηκε «γιατί σιωπά και είναι απόν;».

Την ριζική αντίθεσή της με τις προωθούμενες αλλαγές στο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Παιδείας, που κατατέθηκε στη Βουλή, εξέφρασε η Σύγκλητος του ΕΜΠ.

Η ανακοίνωση του ΕΜΠ έχει ως εξής:

«Η Σύγκλητος του ΕΜΠ εκφράζει την ριζική αντίθεσή της με τις προωθούμενες αλλαγές στο σχέδιο νόμου του Υπουργείου Παιδείας, που κατατέθηκε στη Βουλή. Με την διαδικασία και πάλι του επείγοντος προωθούνται σημαντικές αλλαγές στον χάρτη της Ανώτατης Εκπαίδευσης, με συνοπτικές διαδικασίες, χωρίς τεκμηριωμένες στρατηγικές και στόχους και χωρίς τη απαιτούμενη συναίνεση της ακαδημαϊκής και επαγγελματικής κοινότητας για τη σκοπιμότητα των προωθούμενων αλλαγών.

Ειδικότερα στον τομέα των σπουδών μηχανικού προωθείται η μαζική “παραγωγή” πανεπιστημιακών Tμημάτων μηχανικών. Σε μια εποχή που ο κλάδος των μηχανικών πλήττεται από δυσθεώρητα ποσοστά ανεργίας και οι νέοι απόφοιτοι μεταναστεύουν για να αναζητήσουν εργασία, το Υπουργείο Παιδείας διπλασιάζει τα Τμήματα μηχανικών της χώρας οδηγώντας με απόλυτη βεβαιότητα το σύνολο των αποφοίτων τους σε συνθήκες ακόμα μεγαλύτερης ανεργίας και ετεροαπασχόλησης.

Με το νομοσχέδιο παραβιάζονται βασικές ακαδημαϊκές αρχές με την συστηματική οικειοποίηση ονομασιών σημερινών πανεπιστημιακών γνωστικών αντικειμένων, χωρίς τις αντίστοιχες προϋποθέσεις. Τα νέα ιδρυόμενα πανεπιστημιακά Τμήματα μηχανικών δεν διαθέτουν προγράμματα σπουδών που καλύπτουν το εύρος και το βάθος των αντίστοιχων πανεπιστημιακών ειδικοτήτων, ούτε τις απαιτούμενες εργαστηριακές υποδομές αλλά ούτε και το απαιτούμενο διδακτικό προσωπικό. Η Σύγκλητος του ΕΜΠ επαναλαμβάνει τη θέση της, ότι σε κάθε συγκεκριμένο γνωστικό αντικείμενο ειδικότητας μηχανικού πρέπει να αντιστοιχεί ένας τίτλος σπουδών και όχι περισσότεροι, που οδηγούν σε κατατμήσεις και διασπάσεις αντικειμένων. Αυτό όμως πρέπει να επιτυγχάνεται με την εξασφάλιση των απαραίτητων ακαδημαϊκών προϋποθέσεων. Με την προωθούμενη τεχνητή πανεπιστημοποίηση δεν εξασφαλίζεται καμιά τέτοια προϋπόθεση, ούτε και οι απαιτούμενοι προϋπολογισμοί στα νέα αλλά και στα υφιστάμενα Τμήματα, γεγονός που οδηγεί αναπόφευκτα σε υποβάθμιση του συνόλου των πανεπιστημιακών τίτλων σπουδών μηχανικού.

Σε σχέση με τις ρυθμίσεις του νομοσχεδίου, που αφορούν την αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων, η Σύγκλητος του ΕΜΠ καλεί την Πολιτεία να αναστείλει την διαδικασία αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναμίας των πτυχίων Πανεπιστημίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που περιλαμβάνουν και τίτλους σπουδών κολλεγίων που λειτουργούν στη Ελλάδα, καθώς και των πτυχίων Ελληνικών Κολλεγίων με προγράμματα πιστοποιημένα από διεθνείς οργανισμούς πιστοποίησης. Η διαδικασία αυτή βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με το άρθρο 16 του Συντάγματος, ενώ παράλληλα οδηγεί στον παραλογισμό πτυχία που δεν εξασφαλίζουν αναγνώριση ακαδημαϊκής ισοδυναμίας να δίνουν δυνατότητα αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναμίας, συρρικνώνοντας ακόμα περισσότερο τις επαγγελματικές προοπτικές των αποφοίτων των Πολυτεχνείων.

Συμπερασματικά, η Σύγκλητος του ΕΜΠ θεωρεί ότι οι προωθούμενες ρυθμίσεις με το νομοσχέδιο υποθηκεύουν το μέλλον της τεχνικής εκπαίδευσης της χώρας για τις επόμενες δεκαετίες. Οδηγούν τους αποφοίτους μηχανικούς σε δυσβάστακτες εργασιακές συνθήκες, αποσυνδέουν την μόρφωση από το επάγγελμα, εντείνουν την κατηγοριοποίηση και πολυδιάσπαση των ειδικοτήτων του μηχανικού. Κυρίως όμως υπονομεύουν κρίσιμα κοινωνικά αγαθά, όπως την ασφάλεια των τεχνικών έργων και την περιβαλλοντική προστασία, αλλά και τις γενικότερες προοπτικές παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας. Στο πλαίσιο αυτό ζητά την απόσυρση όλων των σχετικών ρυθμίσεων του νομοσχεδίου».