Χρειάζεται αλλαγή της επιχειρηματικής κουλτούρας

[ Η ανάπτυξη έρχεται από… τα σουβλάκια και τον καφέ ]

Γράφει η Γιούλη Ηλιοπούλου

Η οικονομία ανακάμπτει, διαβάζουμε καθημερινά στον τύπο. Μόνο που αυτή η είδηση δεν αφορά την Ηλεία.

Οι αριθμοί που «μιλούν» ισοζύγιο ίδρυσης-διακοπής επιχειρήσεων σύμφωνα με τους γνώστες του θέματος είναι πλασματικοί, γιατί αρκετές επιχειρήσεις ενώ διακόπτουν τις εργασίες τους στις κατά τόπους Δ.Ο.Υ, δε μεταβαίνουν στο Επιμελητήριο για να διαγραφούν και εκεί, καθώς για να συμβεί αυτό θα πρέπει να τακτοποιήσουν και εκεί τις οικονομικές τους εκκρεμότητες κάτι που δε συμβαίνει και έτσι εξακολουθούν να φαίνονται ακόμη ενεργές.

Πρακτικά τι σημαίνει αυτό; Ότι στην προσπάθειά τους για εξασφάλιση κάποιου εισοδήματος, πολλοί συμπολίτες μας ξεκινούν μία μικρή επιχειρηματική δραστηριότητα. Η μεγαλύτερη κινητικότητα και στις εγγραφές και στις διαγραφές παρατηρείται στον τομέα της εστίασης και του λιανικού εμπορίου. Άρα στην ανάγνωση αυτών των στατιστικών μπορούμε να «δούμε» σίγουρα μία βελτίωση, όμως σε καμία περίπτωση την ανάκαμψη που πραγματικά έχει ανάγκη η οικονομία μας. Κατά τη διάρκεια της κρίσης βλέπαμε να κλείνουν επιχειρήσεις που απασχολούσαν 3 και 4 υπαλλήλους και τον τελευταίο χρόνο βλέπουμε να ανοίγουν πάρα πολλές από αυτοαπασχολούμενους.

Ταυτόχρονα σύμφωνα με τα στοιχεία οι πιο δημοφιλείς νέες επιχειρήσεις για το 2018 αφορούν στον χώρο της εστίασης. Καφετέριες, ψησταριές, αναψυκτήρια, εστιατόρια βρίσκονται στην κορυφή των προτιμήσεων. Κι αυτό είναι κάτι που ισχύει εδώ και χρόνια.
Αρκεί μια βόλτα στους κεντρικούς δρόμους του Πύργου, της Αμαλιάδας και των άλλων μεγάλων πόλεων για να καταλάβει κανείς. Δεκάδες οι καφετέριες.

Κοιτάζοντας λίγο παραπάνω στοιχεία που πρόσφατα δημοσιεύτηκαν, διαπιστώνει κανείς ότι οι Έλληνες ακόμη και στην εποχή της κρίσης, της μειωμένης κατανάλωσης λόγω της πτώσης του διαθέσιμου εισοδήματος, επενδύουν κατά μεγάλο ποσοστό στους κλάδους της εστίασης και του λιανεμπορίου.

Είναι δε ενδεικτικό ότι σε αρκετές περιπτώσεις οι νέες εταιρείες δεν δημιουργούν μόνιμες θέσεις εργασίας εκτός από αυτήν του ιδιοκτήτη και συνήθως η διάρκεια ζωής τους δεν ξεπερνά την εξαετία, ενώ δύο στις δέκα επιχειρήσεις δεν καταφέρνουν να κλείσουν ούτε δύο χρόνια λειτουργίας.

Αυτό ερμηνεύεται σε «επιχειρηματικότητα ανάγκης» και εκπορεύεται από την ανάγκη του βιοπορισμού. Και το ερώτημα που γεννιέται είναι: έτσι θα βγούμε από την κρίση; Έτσι θα καταφέρουμε να βάλουμε την χώρα ξανά σε παραγωγική τροχιά; Με αυτό τον τρόπο θα μειωθεί η ανεργία; Με καφετέριες και σουβλατζίδικα;

Και μπορεί να υπάρχουν αρκετά funds στη χώρα μας που να χρηματοδοτούν τις καινοτόμες επιχειρηματικές ιδέες, είναι όμως αυτά ικανά να ενεργοποιήσουν την δημιουργικότητα του έλληνα, εν δυνάμει, επιχειρηματία;

Πραγματική ανάπτυξη μπορούν να δημιουργήσουν επιχειρήσεις που δημιουργούν θέσεις εργασίας, έχουν προοπτικές ανάπτυξης και δημιουργούν προστιθέμενη αξία με ότι θετικό συνεπάγεται αυτό.

Η έξοδος από την κρίση δεν επιτυγχάνεται μόνο μέσα από περικοπές, αλλά με αλλαγή νοοτροπίας σε όλα τα επίπεδα.

Η βίαιη αναδιάρθρωση του ελληνικού επιχειρείν στην 8ετία της κρίσης που αποκάλυψε τις παθογένειες του προηγούμενου μοντέλου λειτουργίας της οικονομίας, θα πρέπει να γίνει μάθημα.

Είναι αδήριτη ανάγκη για ένα νέο εθνικό σχέδιο που θα προβλέπει κίνητρα για μεγάλες επενδύσεις σε προνομιακούς τομείς για την ελληνική οικονομία, όπως είναι η ενέργεια, ο τουρισμός και βέβαια η βιομηχανική παραγωγή προϊόντων υψηλής τεχνολογίας.

Πέραν όμως της έλλειψης επενδύσεων, της απαισιοδοξίας και της έλλειψης αυτοπεποίθησης, απουσιάζει και η γυναικεία «πινελιά».

Οι Ελληνίδες απέχουν… πανηγυρικά από τα νέα επιχειρηματικά εγχειρήματα καθώς οι επιδόσεις τους (5,1%) είναι οι χειρότερες ανάμεσα στις 18 ευρωπαϊκές χώρες.
Δεν διαφαίνεται επιθυμία ή πρόθεση να υλοποιήσουν επιχειρηματικές ιδέες.

Κι αυτό έρχεται σε απόλυτη αντιδιαστολή με την «πρωτιά» που καταλαμβάνουν στη συμμετοχή σε εδραιωμένες επιχειρήσεις, οι οποίες λειτουργούν για περισσότερα από 3,5 χρόνια.

Σύμφωνα με μετρήσεις οι Ελληνίδες είναι στην κορυφή με ποσοστό 10,8%, κι αυτό αποτελεί συνέπεια της υψηλής αυτοαπασχόλησης.

Η συμμετοχή των γυναικών σε νέες επιχειρήσεις ερμηνεύεται εν μέρει και από τις κοινωνικές αντιλήψεις που επικρατούν σε κάθε χώρα.

Αν, δηλαδή, κυριαρχεί η αντίληψη πως υπάρχουν ευκαιρίες, αν εμπιστεύονται τις δυνατότητές τους και πόσο επηρεάζονται από το φόβο της αποτυχίας.

Στους συγκεκριμένους δείκτες η Ελλάδα είναι και πάλι ουραγός, καθώς μόνο το 11% των γυναικών θεωρεί ότι υπάρχουν ευκαιρίες για ένα επιχειρηματικό ξεκίνημα.
Είναι ξεκάθαρο ότι βρισκόμαστε πολύ πίσω, από τη στιγμή που ο μέσος όρος στην Ευρώπη είναι τριπλάσιος (33%).