Δυσλεξία: ο ρόλος του δασκάλου

dyslexia_o_rolos_toy_daskaloy.jpg

Η δυσλεξία, πέρα από τα μαθησιακά προβλήματα που προκαλεί, είναι αρκετά εύκολο να συνδεθεί με διάφορα  ψυχοκοινωνικά προβλήματα, αφού η αδυναμία του δυσλεκτικού παιδιού να ανταποκριθεί στους στόχους του εκπαιδευτικού προγράμματος μπορεί να δημιουργήσουν ένα πλήθος ψυχολογικών προβλημάτων που οφείλονται είτε στις αναπόφευκτα χαμηλές επιδόσεις του είτε στις αντιδράσεις των γονιών, των δασκάλων ή των συμμαθητών του. Η έγκαιρη διάγνωση της δυσλεξίας, καθώς και η σαφής αποτίμηση της κλινικής εικόνας του δυσλεκτικού παιδιού, είναι το πρώτο καθοριστικό βήμα για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των μαθησιακών δυσκολιών, αλλά και των ψυχολογικών, παιδαγωγικών και κοινωνικών επιπτώσεων που αυτή έχει.

Ο ρόλος του εκπαιδευτικού είναι εξαιρετικά σημαντικός για την πορεία του παιδιού με τη συγκεκριμένη διαταραχή, αφού είναι ο άμεσα εμπλεκόμενος τόσο σε επίπεδο διάγνωσης όσο και σε επίπεδο παρέμβασης.  Για να διευκολυνθεί στο έργο του και να είναι αποτελεσματικός ο εκπαιδευτικός θα πρέπει να κινηθεί σε δύο πλαίσια:  στο νομοθετικό-διαδικαστικό και στο παιδαγωγικό-ερευνητικό.  Ο εκπαιδευτικός που γνωρίζει τη νομοθεσία μπορεί να εκμεταλλευτεί το νομοθετικό πλαίσιο και να καταφέρει από τη μια να αποφύγει τις συγκρούσεις (ιδιαίτερα με τους γονείς) και από την άλλη να γίνει πιο αποτελεσματικός στη διαδικασία της διάγνωσης και της παρέμβασης, αφού θα γνωρίζει πώς και με ποιους φορείς μπορεί και πρέπει να συνεργαστεί. Όσο για το παιδαγωγικό- ερευνητικό πλαίσιο είναι αυτό στο οποίο θα στηριχτεί για να αναγνωρίσει τα συμπτώματα  και να αποτιμήσει την κλινική εικόνα του μαθητή του. Με άλλα λόγια αφορά  το γνωστικό και επιστημονικό υπόβαθρο του εκπαιδευτικού. Επειδή όμως υπάρχει πάντα ο κίνδυνος μιας καθυστερημένης διάγνωσης λόγω λανθασμένων χειρισμών του εκπαιδευτικού θα πρέπει  να είναι ιδιαίτερα προσεχτικός στις παρατηρήσεις και τις εκτιμήσεις του. Γι αυτό ο δάσκαλος της τάξης οφείλει να είναι έγκαιρα ενημερωμένος για την πιθανότητα ο μαθητής του να βρίσκεται στην ομάδα «υψηλού κινδύνου», ώστε να κερδίσει χρόνο και να προσαρμόσει τη διδασκαλία του άμεσα στις ιδιαίτερες ανάγκες του μαθητή του.  Παράλληλα θα πρέπει να κάνει την προσωπική του έρευνα και να συγκεντρώσει πληροφορίες για τη μαθησιακή κατάσταση του μαθητή, ώστε να μπορεί βάσιμα να απευθυνθεί στο ΚΕΔΔΥ  για περαιτέρω λεπτομερή εξέταση και διάγνωση της δυσλεξίας. Το ίδιο σημαντική είναι και η άμεση συνεργασία του εκπαιδευτικού με τους γονείς, από τους οποίους θα αντλήσει τις απαραίτητες πληροφορίες για το ιστορικό του παιδιού, καθώς και με το δάσκαλο ειδικής αγωγής του σχολείου (τμήμα ένταξης) ή οποιονδήποτε άλλον επιστημονικό παράγοντα εμπλέκεται στη διάγνωση και μεταχείριση του δυσλεκτικού παιδιού.

Στα παραπάνω αν συνυπολογίσει κανείς ότι σε μια συνηθισμένη τάξη ενός ελληνικού σχολείου γενικής εκπαίδευσης αναμένεται στατιστικά να υπάρχουν 1-2 δυσλεκτικοί μαθητές, θα πρέπει να τονιστεί ιδιαίτερα η αναγκαιότητα της επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών γενικής παιδείας γύρω από τη δυσλεξία και τις μαθησιακές δυσκολίες γενικότερα τόσο σε θέματα διάγνωσης όσο και αντιμετώπισης. Το σχολείο από την άλλη μπορεί να συμβάλλει ουσιαστικά με τη διαμόρφωση του απαραίτητου   φιλικού κλίματος το οποίο με τη σειρά του θα διαμορφώσει τις απαραίτητες συνθήκες μιας ισορροπημένης ψυχοκοινωνικής ανάπτυξης του δυσλεκτικού παιδιού. Άλλωστε ας μη ξεχνάμε το αναφαίρετο δικαίωμα παροχής ίσων ευκαιριών προς όλους ανεξαιρέτως του μαθητές που οφείλει να παρέχει το σύγχρονο σχολείο.

Στασινοπούλου Τζωρτζίνα