Ευγενία (Ντένη) Νικολοπούλου: «Τι εστίν Αλήθεια;»

Το ψέμα φάνηκε να νικάει. Η Αλήθεια υπέμενε την προσβολή, την αισχύνη, την καταδίκη, που το ψέμα χαιρέκακα της επεφύλασσε. Εκείνη καρτερικά και ανεξίκακα περιφερόταν από τον Άνα στον Καϊάφα.

Εισέπραττε από το αλλοπρόσαλλο πλήθος ειρωνείες και ύβρεις και από τους σκληρούς και ανάλγητους στρατιώτες ραπίσματα και κόλαφους. Το δράμα της, όμως, δεν είχε τελειώσει. Η τελευταία πράξη δεν είχε καν αρχίσει, για την έναρξή της ήταν απαραίτητη μια άλλη ανθρώπινη υπογραφή, μια τελευταία ανθρώπινη συγκατάθεση. Του Πιλάτου.

Στο Πραιτώριο του Πιλάτου στέκεται εξαντλημένος Αυτός, που μόνος στην ανθρώπινη Ιστορία είχε λίγο πριν διακηρύξει: «Εγώ ειμί η οδός και η Αλήθεια και η ζωή». Ανακρίνεται Αυτός, που όχι μόνο ψέμα δεν βγήκε από τα αψευδή χείλη του και πονηρός διαλογισμός δεν ανέβηκε στην καρδιά Του, αλλά είναι η ενσάρκωση της Αλήθειας, η αλήθεια προσωποποιημένη. Γι’ αυτό και κατηγορηματικά του δηλώνει: «Εγώ εις τούτο ελήλυθα εις τον κόσμον, ίνα μαρτυρήσω τη αληθεία». Του Πιλάτου η καρδιά και η σκέψη είναι αλλού. Στην απαίτηση του αλαλάζοντος πλήθους και στην απειλή που ξεκάθαρα του ξεστομίζει «ουκ ει φίλος του Καίσαρος». Γι’ αυτό προσπερνά με κούφιο σκεπτικισμό την απάντηση του Κυρίου: «Τι εστίν Αλήθεια;». Υποβάλλει με αδιαφορία την ερώτηση και εξέρχεται «προς τους Ιουδαίους». Νομίζει ότι δεν υπάρχει απάντηση.

Ας αναλογισθούμε την τραγικότητα της στιγμής εκείνης. Μιας τραγικότητας που συνθέτουν η αδιαφορία του Πιλάτου από τη μία και η παρουσία της Αλήθειας στο πρόσωπο του Ιησού από την άλλη. Ήταν ίσως η κατάλληλη ευκαιρία, η μοναδική στιγμή για τον Πιλάτο να προσεγγίσει, να μάθει, να ζήσει την Αυτοαλήθεια, να φωτισθεί από την λάμψη της και να χαρεί την εγγύτητα της προσφοράς της. «Τι εστίν Αλήθεια;», ρωτά την ενσαρκωμένη Αλήθεια ο Πιλάτος, ζητώντας να ακούσει αυτό που δεν μπορεί να δει με τα μάτια του. Ο Πιλάτος, ωστόσο, δεν ενδιαφέρεται για την απάντηση. Κουρασμένος από την ποικιλία των ορισμών, που προσπαθούσαν να ορίσουν απόλυτα την αλήθεια μέσα από σχετικές ιδέες και πράγματα, είναι πεπεισμένος στην απουσία μιας πραγματικής απάντησης στο ερώτημά του. Γι’ αυτό δεν ελπίζει, δεν προσδοκά ούτε από τον Χριστό να πάρει απάντηση.

«Εγώ εις τούτο ελήλυθα εις τον κόσμο.. ίνα μαρτυρήσω τη αληθεία». Η φωνή του Ιησού ακούγεται ίσως ισχνή και απόμακρη στην πολυφωνία της εποχής μας και απολαμβάνει την ειρωνεία και την αδιαφορία του σημερινού ανθρώπου. Ενός ανθρώπου που πίστεψε στην δική του ανθρωποκεντρική και φιλοσοφική αληθεία… Ζει και στις μέρες μας ο Πιλάτος. Ζει πιθανόν και στις δικές μας καρδιές περισσότερο βασανιστικό το ερώτημά του: «Τι εστίν Αλήθεια;».

Μέσα στον καταιγισμό των ψευδοαληθειών που ζούμε, ας μην αναρωτηθούμε κι εμείς «τι εστίν Αλήθεια» αλλά ΤΙΣ εστιν η Αλήθεια. Γιατί στο ερώτημα του Πιλάτου, αν εννοεί την εσχάτη και μοναδική αλήθεια πάνω στην οποία είναι βασισμένη όλη η κοσμική ύπαρξη, δεν υπάρχει απάντηση. Η φιλοσοφία, η επιστήμη, η δημοσιογραφία, θέτουν εις εαυτούς και αλλήλους το ερώτημα: «τι εστίν Αλήθεια», ενώ η γνήσια χριστιανική συνείδηση απευθύνεται προς την αλήθεια, ρωτώντας ΤΙΣ. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό μας οδηγεί στον Χριστό που προτρέπει: «Γνώσεσθε την Αλήθεια». Γιατί η αλήθεια του «ΤΙΣ» δεν γνωρίζεται με λογικές αναλύσεις, διερευνήσεις και στοχασμούς. Αλλά αποκαλύπτεται εν Αγίω Πνεύματι. Προ Χριστού οι άνθρωποι προϋπέθεταν την αλήθεια, χωρίς να την έχουν. Η αιώνια θεία «Αλήθεια δια Ιησού Χριστού εγένετο». «Εγώ εις τούτο ελήλυθα εις τον κόσμον». «Ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς, εκείνος εστιν ο αγαπών με,  ο δε αγαπών με αγαπήσεται υπό του πατρός μου, και εγώ αγαπήσω αυτόν και εμφανίσω αυτώ εμαυτού».

Έτσι κατορθώνεται η γνώση και η εμπειρία της Αλήθειας. Μιας αλήθειας που «δεν υφίσταται απλώς ως λέξις, ούτε ως διδασκαλία ούτε ως συγκεκριμένη ενέργεια, αλλά ως υπερτελεία και αιωνίως ζώσα θεανθρώπινη υπόστασις», κατά τον π. Ιουστίνο Πόποβιτς.

 

* Η κα Ευγενία (Ντένη) Νικολοπούλου είναι Καθηγήτρια Θεολόγος, MEd