«Οι 17 Καμήλες και η ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ»

*Της Αδαμαντίας Μανιάτη

Πέθανε ένας βασιλιάς και οι 3 γιοί του επρόκειτο να μοιραστούν την κληρονομιά.Σε κάποιο σημείο της διαθήκης έγραφε:«Στον πρώτο μου γιο αφήνω τις μισές καμήλες μου»,«Στον δεύτερό μου γιο αφήνω το ένα τρίτο από τις καμήλες μου»,«Στον τρίτο μου γιο αφήνω το ένα ένατο από τις καμήλες μου».

Μετράνε τις καμήλες και τις βρίσκουν 17.Φυσικά δεν μπορούσε να γίνει η μοιρασιά με κανέναν τρόπο.

Πήγαν λοιπόν σε ένα γέρο-σοφό που τους είπε τα εξής :Πάρτε και τη δική μου καμήλα, έτσι θα έχουμε να μοιράσουμε 17+1=18 καμήλες, σύμφωνα με τους όρους της διαθήκης.

-ο πρώτος θα πάρει 18/2=9 καμήλες

-ο δεύτερος θα πάρει 18/3=6 καμήλες

-ο τρίτος 18/9=2 καμήλες

Βλέπουμε ότι η μοιρασιά έγινε δίκαια και ότι 9+6+2=17 καμήλες. Ο γεροσοφός τελείωσε λέγοντας ‘’την καμήλα που περίσσεψε βάλτε τη στη σκηνή μου ξανά’’.

Ήξερε από την αρχή ότι δε θα έχανε την καμήλα του αφού τα 3 αδέρφια θα μοιράζονταν τις 17 καμήλες της διαθήκης, ήταν όμως αυτός ο ‘’από μηχανής Θεός’’ που τους έδωσε την ώθηση ώστε να βρούν τον τρόπο να μοιράσουν τα όσα ήδη είχαν.

Και βλέπουμε ότι οι έλληνες επαφίονταν σε πρόσωπα κύρουςγια την απονομή δικαιοσύνης ήδη από τις πρώτες  περιόδους της ιστορίας τους. Ο Στράβων, ο Διόδωρος και ο Οίκκιος αναφέρουν ότι, ήδη από τη Μινωική εποχή, στην Κρήτη υπήρχε δίκαιο και έθιμα, τα οποία αποδίδονταν στο βασιλιά Μίνωα, τα οποία συνεχίστηκαν να εφαρμόζονται πολύ μετά την κατάργηση της μοναρχίας. Ο Μίνωας αναφέρεται σε πολλές πηγές ως βασιλιάς, δικαστής και νομοθέτης. Άλλοτε έκρινε ο ίδιος και άλλοτε έστελνε για το σκοπό αυτό τον αδελφό του Ραδάμανθυ, ως επόπτη του για την απονομή Δικαιοσύνης, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Όμηρος στην Οδύσσεια.

Στην Αρχαϊκή εποχή υπήρχαν διαιτητές και συμβιβαστές. Ο συμβιβαστής πρότεινε στα μέρη συμβιβαστικές λύσεις και ο διαιτητής (αιρετός κριτής ή αιρετοκριτής) έκρινε την υπόθεσή τουςκαι εξέδιδε απόφαση. Παρόλο που ο ρόλος τους ήτανδιαφορετικός, με κριτήριο την έκδοση απόφασης ή μη, δεν φαινόταν αυτό να απασχολεί τα μέρη που επικεντρώνονταν στο κοινό αποτέλεσμα των ενεργειών τους, δηλαδή στην επίλυση της διαφοράς τους. Την εποχή εκείνη, διαιτησία και συμβιβασμός συχνά συγχέονταν και ταυτίζονταν ή διαφοροποιούντο μόνο αμυδρά, σε αντίθεση με τη σημερινή σαφή διαφοροποίησή τους.

Η πρακτική της χρήσης θεράποντος, δηλαδή υπηρέτη, κατά την Κλασσική περίοδο(459-323 π.Χ.) είναι γνωστή και έχει τύχει επίκλησης από Διαμεσολαβητές στην αρθρογραφία τους.Η πρακτική της διακριτικής μεταφοράς, από τρίτο, των προτάσεων και των αντιπροτάσεων μεταξύ μερών μίας διαφοράς, που διαπραγματεύονταν τη λύση της, είχε ως σκοπό τη μη δημοσιοποίηση της διαφοράς τους που θα έβλαπτε την κοινωνική τους εικόνα και τα κοινά συμφέροντά τους, φέρνοντάς τα στο δημόσιο προσκήνιο, δεδομένου ότι τα ακροατήρια των δικαστηρίων ήταν δημόσια. (η μεταφορά προτάσεων και λύσεων από το ένα μέρος στο άλλο από το Διαμεσολαβητή αποτελεί και σήμερα βασικό στάδιο του θεσμού της Διαμεσολάβησης.Επιπλέον η ΜΗ δημοσιοποίηση μιας διαφοράς είναι από τα βασικά πλεονεκτήματα του θεσμού αυτού.)

Η διαμεσολάβηση είναι συνυφασμένη με την ανθρώπινη φύση, με τη συνύπαρξη και με τη λειτουργία των ανθρωπίνων κοινωνιών και τα προβλήματα που ανακύπτουν σε αυτές. Είναι μια διαδικασία παλαιά όσο και οι ανθρώπινες κοινωνίες. Γι’ αυτό δεν είναι δυνατό να αποδώσει κάποιος με απόλυτη βεβαιότητα την πατρότητά της σε ένα και μόνο λαό, σε μία εποχή και σε ένα συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο.Διέπεται, ωστόσο, από μία βαθιά ελληνικότητα γιατί εφαρμόζεται στην Ελλάδα εδώ και αιώνες, με διαφορετικούς τρόπους. Η συμβιβαστική επίλυση και η διαιτησία συνυπάρχουν στην Ελλάδα αρμονικά και συμπληρωματικά εδώ και αιώνες. Ειδική μνεία αναλογεί στην Κρήτη που αποτέλεσε την ιστορική γέφυρα αδιάλειπτης εφαρμογής συμβιβαστικών διαδικασιών επίλυσης διαφορών από το 13ο αιώνα μ.Χ.

Πρόκειται, λοιπόν,για ένα θεσμό που κρατάει από τα αρχαία ελληνικά χρόνια με την επωνυμία «σασμός» στην Κρήτη, όπου το ρόλο του διαμεσολαβητή αναλάμβανε ο «σιάχτης». Και ερχόμαστε στο σύγχρονο ‘’από μηχανής Θεό’’, στο Διαπιστευμένο Διαμεσολαβητή, για να αναλάβει, ως τρίτο μέρος μιας διαδικασίας διαρθρωμένης, το ρόλο του αμερόληπτου βοηθού επίλυσης μιας διαφοράς, γρήγορα, αποτελεσματικά, με απόλυτη εμπιστευτικότητα, αναμφίβολα φθηνότερα και με την ίδια αξία της δικαστικής εγγύησης,αφού περιβάλλεται τον εκτελεστήριο τύπο.

Ο θεσμός της Διαμεσολάβησης, ως τρόπος εναλλακτικής επίλυσης διαφορών, εισήχθη στην Ελλάδα με το Ν. 3898/ 2010 «Διαμεσολάβηση σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις» κατ’ εφαρμογή της κοινοτικής οδηγίας 2008/52/ΕΚ.  Στο άρθρο 4β του νόμου αυτού προβλέπεται ότι:

«Ως Διαμεσολάβηση νοείται η διαρθρωμένη διαδικασία ανεξαρτήτως ονομασίας, στην οποία δύο ή περισσότερα μέρη μιας διαφοράς επιχειρούν εκουσίως να επιλύσουν με συμφωνία τη διαφορά αυτή με τη βοήθεια διαμεσολαβητή».

Είναι μια επιβοηθούμενη διαπραγμάτευση, μια  σύννομη διαρθρωμένη διαδικασία εκούσια, εχέμυθη και εμπιστευτική στην οποία παρίστανται τα εμπλεκόμενα μέρη μαζί με τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους και επιβοηθούνται από ένα τρίτο ουδέτερο και αμερόληπτο  πρόσωπο που οι ίδιοι επιλέγουν,τον Διαμεσολαβητή, να διαπραγματευτούν μια συμφωνία. Το αποτέλεσμα της διαμεσολαβητικής προσπάθειας (συμφωνία) μπορεί να περιβάλλεται τον εκτελεστήριο τύπο και να αποτελεί αντικείμενο αναγκαστικής εκτέλεσης όπως οι δικαστικές σποφάσεις  με την κατάθεση του πρακτικού διαμεσολάβησης από το Διαμεσολαβητή στο Πρωτοδικείο του τόπου διαξαγωγής της διαδικασίας(άρθρο 184 του ν.4512/2018).

Και αν η εγκαθίδρυση του θεσμού αυτού φάνταζε ουτοπική  και ο δρόμος για την απόκτηση οπαδών έμοιαζε με τον ‘’ιστό της Πηνελόπης’’καθώς ο νομικός κόσμος δεν ήταν ένθερμος υποστηρικτής της διαδικασίας αυτής, ο νόμος   4512/2018 ‘’έλυσε το Γόρδιο δεσμό’’για τους πρεσβευτές της Διαμεσολάβησης εισάγοντας την υποχρεωτικότητα τηςεναλλακτικής αυτής μορφής επίλυσης διαφορών. Υποχρεωτικότητα που αφορά στην υποχρέωση ενημέρωσης των πελατών από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους αλλά και στην υποχρεωτικότητα υπαγωγής στη διαδικασία της διαμεσολάβησης πλήθους ιδιωτικών διαφορών επί ποινής απαραδέκτου της συζήτησης του ενδίκου βοηθήματος (άρθρο 182 του ν.4512/2018). Αξίζει να τονιστεί ότι η υποχρεωτικότητα αφορά μόνο την υπαγωγή στη διαδικασία της Διαμεσολάβησης και όχι την υποχρεωτική ανεύρεση λύσης και την επίτευξη συμφωνίας μέσω του θεσμού αυτού. Είτε επέλθει συμφωνία είτε οχι, τα μέρη είναι ελεύθερα να ακολουθήσουν τη Δικονομική οδό των Δικαστηρίων. Η Διαμεσολάβηση, ως εναλλακτική μορφή επίλυσης διαφορών δεν αντικαθιστά αλλά συμπληρώνει το δικαίωμα των πολιτών για δίκαιη δίκη. Ο θεσμός αυτός δίνει επιπλέον δυνατότητεςεναλλακτικής μορφής επίλυσης των διαφορών που ανακύπτουν μεταξύ των μελών μιας κοινωνίας.

Ανοίγει άραγε η Διαμεσολάβηση το δρόμο για την ανεύρεση της 18ης καμήλας;

 

Συνεχίζεται…

 

 

*Η Αδαμαντία Μανιάτη είναι Διαπιστευμένη Διαμεσολαβήτρια, Ασκούμενη Δικηγόρος