Η δίνη του πολέμου

Ο πόλεμος είναι τόσο παλιός όσο σχεδόν και ο άνθρωπος. Από την πρώτη στιγμή της ανθρώπινης ύπαρξης τα άγρια ένστικτα της επιβίωσης καθοδήγησαν τα βήματά του με βίαιη επιθετική ορμή προς οτιδήποτε ή οποιονδήποτε εμπόδιζε την πορεία του.

Αν και η ιστορία βρίθει από την καταγεγραμμένη παράθεση των αιματηρών αποτελεσμάτων των εχθρικών συρράξεων για την ανθρωπότητα, εντούτοις η ανθρώπινη νόηση αδυνατεί ακόμα και σήμερα να συλλάβει την ανεκτίμητη αξία του αγαθού της ειρήνης.
Ίσως, γιατί στην εποχή μας, η επιστημονική και τεχνολογική εξέλιξη είναι συνυφασμένη με τους πολεμικούς εξοπλισμούς, εφόσον η επιστημονική έρευνα βρίσκει εφαρμογές στην κερδοφόρα πολεμική βιομηχανία. Η ανθρώπινη νόηση λοιπόν θεοποιώντας την ύλη και το χρήμα υφαρπάζει ληστρικά το αγαθό της ειρήνης από τη ζωή των ανθρώπων, αποστερώντας τους το αναφαίρετο δικαίωμα για ζωή.
Βέβαια, όλοι εμείς οι τυχεροί, που ευτυχώς δεν ζήσαμε την τραυματική εμπειρία του πολέμου, αρκεστήκαμε στην ανάγνωση ή στην εξ αποστάσεως θέαση της λαίλαπας του πολέμου, αδυνατώντας να συλλάβουμε την τρομακτική και αποτρόπαια πλευρά του. Μία πλευρά που στοιχειώνει τον νου και την καρδιά των θυμάτων του, εγκλωβίζοντάς τους στη δίνη του.
Σύμφωνα με την επιστήμη της Ψυχολογίας τώρα, για να κατανοήσουμε πλήρως μία κατάσταση και για να την εκτιμήσουμε στην ορθή της βάση, θα πρέπει να βιώσουμε το συναίσθημα της ενσυναίσθησης, δηλαδή να ταυτιστούμε συναισθηματικά και νοερά με αυτήν την κατάσταση, προκειμένου να μεταβούμε από τη θέση μας στη θέση του άλλου.
Σ’ αυτό το σημείο θεώρησα πως τίποτα άλλο δεν είναι πιο ικανό ερέθισμα για να μας
κεντρίσει το συναίσθημα της ενσυναίσθησης από την κατάθεση της προσωπικής μαρτυρίας ενός θύματος πολέμου, όπως παρατίθεται άμεσα και παραστατικά
στο ημερολόγιο μιας Τσετσένας.
Είναι πραγματική γυναίκα, όχι μυθιστορηματικό πρόσωπο. Η ιστορία της δεν είναι πρωτότυπη. Ούτε η χειρότερη που θα μπορούσε να συμβεί στη χώρα της. Πρόκειται για μια μάλλον τυπική περίπτωση μεσοαστής. Μια σαν και μας. Αυτό ακριβώς είναι που της προσδίδει τραγικότητα. Εξ άλλου, θα μπορούσε να είναι μια μέση Παλαιστίνια, μια μέση Ιρακινή, μια μέση Θιβετιανή ή ακόμα μια μέση Κινέζα της εποχής της Πολιτιστικής Επανάστασης. Η ιστορία επαναλαμβάνεται, αλλά όχι ως φάρσα.
Η αφήγηση δόθηκε στο BBC:
«Ονομάζομαι Ρόζα Γιουσούποβα. Γεννήθηκα το 1958 στο Καζακστάν. Στο μέρος που χι-
λιάδες Τσετσένοι ζούσαν εξόριστοι από τον Στάλιν. Από το 1980 έζησα, αλλά και δεν έζησα,
στην πρωτεύουσα της Τσετσενίας, το Γκρόζνι. Πρέπει να εξηγήσω τι εννοώ.
Είμαι οικονομολόγος. Το 1985 διορίστηκα στο υπουργείο Πολιτισμού. Σήμερα είμαι προ-
ϊσταμένη του οικονομικού τμήματος. Το υπουργείο μας στεγαζόταν στο κέντρο του Γκρόζνι,
κοντά στα προεδρικά ανάκτορα. Όταν ξέσπασε ο πρώτος πόλεμος, εμείς συνεχίσαμε να
δουλεύουμε. Έβλεπα λοιπόν όλη τη φρίκη που βασίλευε στο κέντρο της πόλης. Σταματήσαμε τη δουλειά όταν ξεκίνησαν οι αεροπορικές επιθέσεις. Έφυγα από το Γκρόζνι μαζί με την οικογένειά μου. Μείναμε μακριά σε όλη τη διάρκεια των δυο πολέμων. Όταν γυρίσαμε, πριν τρία χρόνια, βρήκαμε το σπίτι ρημαγμένο από τους βομβαρδισμούς. Μας φιλοξένησαν τα πεθερικά μου. Ο άντρας μου έπιασε δουλειά σε ένα αστυνομικό τμήμα, ως υδραυλικός. Έτσι πέρασαν δυο μήνες. Μια μέρα, πήγε στο τμήμα να πληρωθεί. Από τότε δεν ξαναγύρισε. Οι άνθρωποι του αστυνομικού τμήματος λένε ότι δεν έχουν ιδέα για την εξαφάνιση, αλλά δεν τους πιστεύω.
Τον περασμένο Δεκέμβρη τραυματίστηκα από έκρηξη βόμβας. Ήταν αυτοκτονική επίθεση. Έσπασα τη σπονδυλική μου στήλη, πέφτοντας μαζί με το πάτωμα που υποχώρησε, αλλά
επέζησα. Μόνο δύο από τους έξι που ήταν στο δωμάτιο επιζήσαμε. Μέχρι σήμερα, δεν έχω
θεραπευτεί εντελώς από το τραύμα. Στο Γκρόζνι δεν υπάρχουν μαγαζιά, όπως αυτά που είναι γνωστά στον κόσμο. Τα ψώνια γίνονται κυρίως στο κεντρικό παζάρι. Όλα τα απαραίτητα, μέχρι το παραμικρό, πρέπει να πάω εκεί να τα ψωνίσω. Ακόμα και αν ήθελα να φυτέψω λαχανικά στην αυλή μου είναι αδύνατον: δεν υπάρχει νερό για πότισμα. Το μίνιμπας για το παζάρι κάνει 20 λεπτά της ώρας από το σπίτι μας, ανάλογα με την καθυστέρηση στα σημεία ελέγχου. Η καθημερινή ζωή είναι παρόμοια για όλους μας. Όλοι αγοράζουμε νερό από τα βυτία.
Κοστίζει 50 ρούβλια (1,5 ευρώ) ο τόνος. Εμείς έχουμε εγκαταστήσει στην αυλή μας μια
δεξαμενή που, κάνοντας οικονομία, μας κρατάει δυο βδομάδες. Το καθαρό νερό το χρη-
σιμοποιούμε για πόσιμο και για να πλυθούμε. Κυρίως το καταναλώνουμε για το μπάνιο και
το πλύσιμο των ρούχων του μωρού, της εγγονής μου. Για τα υπόλοιπα, πλύσιμο ρούχων και
πιάτων, σφουγγάρισμα κ.λπ., χρησιμοποιούμε το νερό της βροχής. Το μαζεύουμε με δυσκολία σε βαρέλια, γι’ αυτό χρειάζεται κι εκεί οικονομία.
Από θέρμανση, ευτυχώς, υπάρχει φωταέριο. Ωστόσο, κόβεται πολύ συχνά. Σήμερα κόπηκε
απ’ το πρωί χωρίς προειδοποίηση. Είναι αδύνατον να μαγειρέψω το πλιγούρι ή οτιδήποτε
άλλο χωρίς γκάζι. Η έγνοια του παιδιού με εμποδίζει να βρω ξύλα για τη σόμπα.
Τουλάχιστον τώρα που ξαναμπήκα στη δουλειά, κερδίζω κάποια χρήματα – 8.000 ρούβλια (250 ευρώ) το μήνα.
Έχω τέσσερα παιδιά, όλα αγόρια. Ο μεγαλύτερος είναι ο Άρμπι, μετά ο Αλάβντι, ο Αΐντι
και ο Μοχάμεντ – Σαλάκ. Νιώθω ανίκανη και ντροπιασμένη που δεν μπορώ να τους δώσω
αυτά που μου δώσανε οι γονείς μου. Δεν υπάρχουν αξιοπρεπή σχολεία και αν υπάρχουν, δεν
διαθέτουν τις βασικές υποδομές. Τα παιδιά μου δεν ξέρουν τι είναι τα πάρκα και οι παιδικές
χαρές. Ξέρουν τι είναι οι εκρήξεις και οι θάνατοι. Είναι παιδιά του πολέμου. Δεν ξέρουν τίποτε άλλο, πέρα απ’ τον πόλεμο. Γιαγιά έγινα πρόσφατα. Η εγγονή μου είναι τεσσάρων μηνών. Είναι καλό κορίτσι. Τη λένε Ρούμις. Όταν ο άντρας μου εξαφανίστηκε, τα πράγματα έγιναν για μένα πολύ δύσκολα. Όμως, τα παιδιά είναι κάτι σαν δικλείδα ασφαλείας. Όταν τα πράγματα γίνουν πολύ σκληρά, μπορούν να βοηθήσουν.
Συχνά οι άνθρωποι μ’ επαινούσαν για το πόσο είμαι δυνατή. Για το ότι ποτέ δεν έκλαψα.
Αλλά, για να πω την αλήθεια, ο λόγος που δεν έκλαψα δεν ήταν ότι ήμουν δυνατή.
Ήταν ότι φοβόμουν μην τραυματίσω κι άλλο ακόμη τα παιδιά μου».
Είθε η μαρτυρία αυτή να αποτελέσει το έναυσμα για την αφύπνιση και την ευαισθητοποίηση των ατόμων και των λαών για την προστασία της ειρήνης.