Οι «οικοπεδοφάγοι» να είναι καλά…

«Με νόμους και διαδοχικές ρυθμίσεις έδιναν τα δάση για την οικιστική ανάπτυξη τα βοσκοτόπια που γίνονταν αγροί, την ανάγκη επεκτάσεων και την… αναστολή κατεδαφίσεων μέχρι να δούμε τους δασικούς χάρτες!»

Η τραγωδία μπορεί να αποδίδεται στην έλλειψη συντονισμού και στην καθυστερημένη επέμβαση του κρατικού μηχανισμού. Στην οποιαδήποτε ολιγωρία ή ακόμη και την ανεπάρκεια των εμπλεκομένων παραγόντων και υπηρεσιών.

Πίσω της ωστόσο κρύβεται ένα διαρκές έγκλημα που δεν έχει πολιτικές πεποιθήσεις και «χρώματα» γιατί διαχρονικά το έκαναν όλοι, όσοι κυβέρνησαν τούτη τη χώρα.

Τα οικοπεδικά «φιλέτα», η άναρχη δόμηση, τα αυθαίρετα των «εκλεκτών» και πονηρών μέσα στα δάση, οι ειδικοί νόμοι που κάθε φορά «φυτρώνουν» για να προστατεύσουν τέτοιες προκλητικές παρανομίες και η… συνειδητή εδώ και πολλά χρόνια ανυπαρξία Κτηματολογίου ή σχεδίου αποτύπωσης των δασικών εκτάσεων, είναι οι χαρακτηριστικές περιπτώσεις του κράτους που αδύναμο και πολιτικά ευάλωτο «οπισθοχωρεί» μπροστά στις διαθέσεις των οικοπεδοφάγων…

Μια πόλη, αστική περιοχή ή ένας οικισμός, μεταβάλλεται στο πέρασμα του χρόνου, πολλές φορές και με δυναμικό τρόπο εξέλιξης. Εμείς ωστόσο ως ζωντανοί οργανισμοί που θέλουμε να συνυπάρχουμε και να δρούμε ως μια πολιτισμένη κοινωνία, αποφασίζουμε σε τι περιβάλλον επιλέγουμε να ζούμε, προκρίνοντας στην επιδίωξή μας το κοινό ή το ιδιωτικό συμφέρον. Η ιστορία έχει αποδείξει ωστόσο ότι αυτού του είδους οι επιλογές ήσαν μέχρι τώρα τουλάχιστον, επιπόλαιες, άστοχες και καταστρεπτικές. Και για το περιβάλλον και για τους ανθρώπους…

Το κακό με τον αποχαρακτηρισμό δασικών εκτάσεων που έγιναν γρήγορα οικόπεδα ξεκίνησε με την πρώτη κυβέρνηση της Μεταπολίτευσης του Κωνσταντίνου Καραμανλή με αρμόδιο υπουργό Γεωργίας τον Ιωάννη Μπούτο. Εκεί άρχισε το φαινόμενο της ένταξης τέτοιων εκτάσεων σε «οικιστικές περιοχής» προκείμενου όπως εξηγούσαν τότε να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες του πολεοδομικού σχεδιασμού και των οικιστικών αναπτύξεων…

Αυτό ήταν μόνο η αρχή… οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ ενίσχυσαν την ίδια αντίληψη και με νέες νομοθετικές ρυθμίσεις με πρώτη την «εγκύκλιο Γιώτα» το 1984 ενθάρρυναν τις διαθέσεις της δημιουργίας οικοπέδων στα δάση.

Επιπροσθέτως ήρθε το 1987 και ο Νόμος για την μετονομασία δασικών εκτάσεων σε «βοσκοτόπους». Έτσι πολύ… πονηρά, μια καμμένη περιοχή εκείνη την εποχή μετατρεπόταν σε βοσκότοπο που με την σειρά του γινόταν σύντομα γεωργική εκμετάλλευση, και αφού προηγουμένως είχε ανασταλεί κάθε απόφαση για την αναδάσωσή της!

Δέκα χρόνια αργότερα νέο νομοσχέδιο, επίσης με την κυβέρνηση ΠΑΣΟΚ, ανακαλούσε κάθε ενέργεια αναδάσωσης σε περιοχές που είχαν καεί πριν από το 1975 και νομιμοποιούσε κάθε μεταβίβαση «δασωθέντος αγρού» μέχρι 5 στρέμματα που έγινε στο παρελθόν.

Και δεν έμειναν μόνο εκεί: Το 2003 έρχεται ο «νόμος Δρυ» επί πρωθυπουργίας Σημίτη που επέτρεπε την αλλαγή χρήσης των δασών «για λόγους εθνικής οικονομίας και δημοσίου συμφέροντος» ενώ αναγνώριζε πλήρη κυριότητα στους διαχειριστές δημοσίων δασών με ρητίνη.

Υπάρχει και συνέχεια αυτή την φορά με την κυβέρνηση Κώστα Καραμανλή και αρμόδιο υπουργό τον Ευάγγελο Μπασιάκο που με εγκύκλιό του αποχαρακτήριζε εκατομμύρια στρέμματα και το 2007 ανέστειλε κάθε κατεδάφιση αυθαίρετου μέχρι να καταρτισθούν οι νέοι δασικοί χάρτες. Δηλαδή «ζήσε Μάη μου…» που λέει και ο σοφός λαός.

Την ίδια περίοδο που συνέπεσε λίγο πριν τις δικές μας καταστρεπτικές πυρκαγιές του 2007 έμπαινε θέμα αναθεώρησης άρθρων του Συντάγματος που προστατεύουν τα δάση και επιβάλλουν την αναδάσωση στα καμμένα, με το αιτιολογικό ότι έπρεπε να αρθούν «αδιέξοδα» και «ανεπιεικείς  λύσεις» εννοούσαν εδώ τα μέλη των οικοδομικών συνεταιρισμών που βρίσκονται όπως δημοσιευόταν τότε σε «ομηρία» και αποτελούσαν ένα «μεγάλο κοινωνικό πρόβλημα»…

Στην σύγχρονη νεοελληνική πόλη λοιπόν ο ιδιωτικός υπερισχύει του δημοσίου χώρου, που κατά διαστήματα ελαχιστοποιείται και συρρικνώνεται. Και όμως, ο σχεδιασμός ενός οικισμού προϋποθέτει αρχικώς την κατασκευή και οργάνωση των δικτύων υποδομών και περιλαμβάνει στο τέλος της ανέγερση των κτιρίων. Δυστυχώς εδώ, στον τόπο μας, είτε βρισκόμαστε στη Αττική είτε ζούμε στην Ηλεία και σε οποιοδήποτε άλλο μέρος της χώρας, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο!