Η μεγάλη απόδραση

Απόδραση σημειώθηκε πριν πέντε ημέρες στις φυλακές του Μπέλφαστ, απ όπου απέδρασαν  οι κρατούμενοι χιμπατζήδες, χρησιμοποιώντας ένα κορμό δένδρου που έπεσε στον μαντρότοιχο εξαιτίας της κακοκαιρίας των τελευταίων ημερών, παρά τα αυστηρά μέτρα φρούρησης και επιτήρησης.

Φαίνεται πως οι υπεύθυνοι της φυλακής θεωρούσαν δεδομένους του κρατούμενους και δεν υπολόγισαν αυτόν τον απίθανο τρόπο απόδρασης, άλλωστε και μέχρι πριν λίγα λεπτά πριν την απόδραση οι κρατούμενοι ήταν ιδιαίτερα πειθαρχικοί και υπάκοοι προς τας «εντολάς και τα διαταγάς»  των φυλάκων τους, μάλιστα δε ήταν ιδιαίτερα συνεργάσιμοι, υπακούοντες ακόμη και σε ακραίες καταστάσεις.

Πίστευαν οι κρατούμενοι πως κερδίζοντας την ελευθερία τους θα κέρδιζαν και την ζωή, τόλμησαν και βγήκαν από το μπουντρούμι στην ελευθερία της αγοράς και του ανταγωνισμού, περιπλανήθηκαν στην πιάτσα για κάμποσες ημέρες, ταλαιπωρήθηκαν έμειναν νηστικοί και ταλαιπωρημένοι στα πεζοδρόμια και στις πυλωτές των πολυκατοικιών, απογοητεύτηκαν από τον έξω κόσμο, από τον κόσμο της αγοράς και από την ίδια την αγορά και πήραν την απόφαση της επιστροφής.

Ναι, μπορεί να είναι περίεργο, αλλά είναι γεγονός, με τον ίδιο τρόπο που απέδρασαν, επέστρεψαν πίσω στην φυλακή, στην ξεγνοιασιά, στο άραγμα και στην μόνιμη ανάπαυση, όπου όλα είναι τακτοποιημένα στην ώρα τους, σε ένα βασανιστικό μόνιμο αλλά και σίγουρο πρόγραμμα.

Όλα είναι πληρωμένα και ποιος αλήθεια νοιάζεται αν είναι με δανεικά, η ουσία είναι ότι οι φίλοι μας οι χιμπατζήδες, μέσα τα είχαν όλα έτοιμα, μέσα πήγαιναν καλά, έξω τα βρήκαν σκούρα, έπρεπε να δουλέψουν, να ψάξουν για τον επιούσιο, να φροντίσουν για φως, νερό, τηλέφωνο, στεγαστικό, καταναλωτικό, τέλη κυκλοφορίας, ένφια, ΦΠΑ, φόρο εισοδήματος και τις δόσεις στον δοσατζή της γειτονιάς.

Τα παιδιά πως θα μεγαλώσουν, σχολείο ,πανεπιστήμιο, δουλειά, οι παππούδες πως θα ζήσουν με την κομμένη σύνταξη, ήταν πολλά τα βάρη έξω στην ελευθερία της αγοράς, στην αγορά θα λέγαμε, όπου διέκριναν διάθεση αφιλόξενη και εχθρική και μάλιστα πολύ χαμηλή βαθμολογία από τους  λεγόμενους οίκους αξιολόγησης.

Επέστρεψαν πίσω λοιπόν με την ουρά στα σκέλια, μπήκαν στα κελιά τους και κλειδώθηκαν από μέσα, δεν ζητούσαν τίποτα, δεν είχαν αιτήματα όπως πριν την απόδραση, βολεύτηκαν στον καναπέ τους, παραδόθηκαν στους δεσμοφύλακες μετανοιωμένοι και έτοιμοι για κάθε αγγαρία ακόμη και ταλαιπωρία, δεν ήταν δικός τους ο έξω κόσμος, ήταν ξένος, αφιλόξενος, παλιόκοσμος εντελώς, δεν τους ταίριαζε, προτίμησαν την βόλεψή τους, εκεί όπου ό χρόνος δεν τρέχει, είναι σχεδόν στάσιμος και δεν μετριέται, αφήνεται να προχωράει αργά-αργά και αθόρυβα.

Δεν μας ενδιαφέρουν είπαν στους δεσμώτες τους τα σίδερα, οι φράχτες και οι μάντρες της φυλακής σας, κάνετε ότι θέλετε, εμείς δεν ξαναδοκιμάζουμε τον έξω κόσμο, δεν είναι για εμάς, είναι αλλιώτικος, για άλλους φτιαγμένος, δεν μας κάνει ούτε καν φτιασιδωμένος, κρατήστε τον και να τον χαίρεστε.

Σαν να είχαν δίκιο οι φίλοι μας, δεν μπορεί να γύρισαν πίσω έτσι για πλάκα και για κλειδωθούν στην φυλακή τους, κάτι άλλο συμβαίνει εκεί έξω, κάτι σκληρό και ανομολόγητο, κάτι που εμείς δεν μπορούμε να το καταλάβουμε, δεν μας ενδιαφέρει να το ψάξουμε, να όμως που το ανακάλυψαν οι χιμπατζήδες και λυτρώθηκαν….