Ηλείοι ξενιτεύονται για το… κυνήγι!

Το κυνήγι αποτελεί μια δραστηριότητα σύμφυτη σχεδόν με την εμφάνιση των πρώτων ανθρώπων και άρρηκτα συνδεδεμένη με την εξέλιξη του ανθρώπινου είδους, με την αρχέγονη αυτή σχέση ανάμεσα στους ανθρώπους και το κυνήγι να έχει διατηρηθεί μέχρι και στις μέρες μας. Με τη θήρα να έχει αλλάξει σημαντικά από τα αρχαία χρόνια, είναι γεγονός ότι κοινωνικές και οικολογικές αλλαγές άλλαξαν άρδην τη μορφή της. Η άσκησή της όμως εντός των πλαισίων που ορίζει ο νόμος και η επιστήμη, έχουν οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια στη σημερινή δύσκολη κατάσταση που επικρατεί στο τομέα του κυνηγιού.

Η ρυθμιστική θήρας που εκδίδεται κάθε χρόνο από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, είναι αυτή που ορίζει σε κάθε κυνηγό ποια είναι τα θηράματα που επιτρέπεται να κυνηγήσει. Ο περιορισμός αυτός, καθώς και η τεράστια έλλειψη βιότοπων που να διαθέτουν τις κατάλληλες συνθήκες για τη διαβίωση των πτηνών στην περιοχή μας ύστερα και από τις καταστροφικές φωτιές του 2007, οδηγούν τους κυνηγούς του τόπου μας στη μετακίνησή τους σε άλλα μέρη προκειμένου να πραγματοποιήσουν τη δραστηριότητα που τόσο πολύ αγαπούν, με τους πλησιέστερους νομούς όπως η Αρκαδία να προτιμούνται λόγω απόστασης, αλλά και τους πιο απομακρυσμένους όπως αυτός του Έβρου που προτιμάται κάθε χρόνο από τους περισσότερους λόγω της πληθώρας των θηραμάτων που διαθέτει.

Μεγαλώνοντας μέσα σε οικογένειες που είχαν ως σημαντική δραστηριότητά τους το κυνήγι, αρκετοί θηρευτές του τόπου μας αγάπησαν από νεαρή ηλικία την εν λόγω ασχολία. Ιδιαίτερα στενάχωρο για αυτούς αποτελεί το γεγονός της αναγκαστικής μετακίνησής τους σε άλλους νομούς της Ελλάδας, αφού η Ηλεία δεν διαθέτει τα μέσα και τις συνθήκες για τη διαβίωση των πτηνών. Η αποξήρανση των λιμνών Μουριάς και Αγουλινίτσας που αποτελούσαν υδροβιότοπους με πλούσια παρουσία πτηνών, αλλά και οι καταστροφικές φωτιές του 2007 που κατέκαψαν τεράστιο μέρος της φύσης στην Ηλεία, αποτελούν τους βασικούς λόγους θήρευσης στις περιοχές που αναφέρθηκαν πρωτύτερα. Παρακάτω ακολουθούν δηλώσεις ανθρώπων που έχουν περάσει μεγάλο μέρος της ζωής τους απολαμβάνοντας την ιδιαίτερη αυτή δραστηριότητα:

Θεμιστοκλής Κοτσιράς: «Το πρόβλημα με τα θηράματα στην Ηλεία είναι πλέον μεγάλο και μας αναγκάζει να κατευθυνόμαστε προς Αρκαδία, καθώς μετά τις φονικές πυρκαγιές του 2007 στην Ηλεία δεν υπάρχει πλέον ζωή στους υδροβιότοπούς μας. Τα πουλιά δεν έρχονται όπως παλαιότερα. Δίχως να καταφέρνει να προσφέρει πληθώρα θηραμάτων, κυνηγότοπους και τις κατάλληλες συνθήκες, η Ηλεία πλέον δεν αποτελεί την πηγή κυνηγιού παλαιότερων χρόνων. Τσίχλες και φάσες αποτελούν κατά κύριο λόγο τα θηράματα με την περισσότερη απήχηση, με την Ηλεία να μη διαθέτει τα εχέγγυα για τη φιλοξενία τους».

 

Χαράλαμπος Βένδρας: «Δασικοί δρόμοι και φυτοφάρμακα αποτελούν τεράστιο πρόβλημα, αφού τα πουλιά πλέον δεν έχουν να «κουρνιάσουν» και ως συνέπεια φεύγουν για άλλους νομούς προκειμένου να βρουν καταφύγιο. Ως παλαιότεροι, ζήσαμε εποχές πλούσιες σε θηράματα με τις λίμνες Μουριάς και Αγουλινίτσας να αποτελούν «σταθμό» για τα πουλιά και να δίνουν την ευκαιρία για μοναδικές στιγμές κυνηγιού. Ήταν τόσο σημαντική η παρουσία τους, που έρχονταν και από άλλα μέρη για να ζήσουν αυτή την εμπειρία. Πλέον είναι αποξηραμένες και δεν αποδίδουν απολύτως τίποτα».

 

Σωτήρης Βένδρας: «Ο κόσμος αναγκάζεται να φύγει από τον τόπο, αφού η έλλειψη θηράματος είναι τεράστια και η «δίψα» των κυνηγών τους οδηγεί στο να πηγαίνουν όπου υπάρχουν θηράματα. Οι λίμνες αποτελούν τεράστιο κεφάλαιο για την περιοχή και η έλλειψή τους κρίνεται σημαντική. Ιδιαίτερα μετά τις φωτιές του 2007 δεχθήκαμε τεράστιο «χτύπημα» σε θέμα θηράματος, με τα ποσοστά να εμφανίζουν τεράστια πτώση. Αυτό είναι που οδηγεί και τον κόσμο στη φυγή. Ο επαναπλημμυρισμός της Μουριάς θα λειτουργήσει ως «θείο δώρο» και θα αποτελέσει σημαντικό πόλο έλξης για κατοίκους και άλλων νομών, όπως συνέβαινε πριν 40 χρόνια. Το νερό αποτελεί «σταθμό» για τα θηράματα και σίγουρα θα βοηθούσε τα μέγιστα στην παραμονή των ντόπιων».

 

Γιώργος Σπηλιωτόπουλος: «Το κυνήγι δείχνει να βρίσκεται χρόνια τώρα σε συνεχή πτωτική πορεία, γι’ αυτό και αρκετοί κυνηγοί οδηγούνται σε μετακίνηση προκειμένου να απολαύσουν αυτό που τόσα χρόνια αγαπούν. Θηράματα όπως τρυγόνια και φάσες που προτιμούνται από μεγάλο αριθμό κυνηγών, πλέον παραμένουν σε τόπους πλούσιων σε σιτάρι και ηλιόσπορους προκειμένου να τραφούν. Στην Ηλεία τείνουν να εξαφανιστούν, με το πέρασμά τους να είναι από αρχές Σεπτεμβρίου μέχρι και το τέλος του. Τα τελευταία δέκα χρόνια έχει μειωθεί στο ελάχιστο το πέρασμά τους και την ευθύνη έχουν κυρίως οι κλιματολογικές αλλαγές, η καταστροφή περιβάλλοντος από φωτιές και η αποξήρανση λιμνών. Οι κυνηγοί πλέον αναζητούν νέους τόπους πλούσιους σε θηράματα. Η Ηλεία είναι η καλύτερη περιοχή γεωγραφικά, όμως θα πρέπει να αποκτήσει και πάλι την «ταυτότητα» που είχε παλαιότερα. Επεκτάθηκαν σπίτια και κατοικημένες περιοχές και μειώθηκαν τα σημεία που προσελκύουν τα πουλιά. Ευελπιστούμε οι αρμόδιοι να ασχοληθούν με το ζήτημα και να επιστρέψει το κυνήγι και πάλι στον τόπο αφού αποτελεί τρόπο ζωής για εμάς».

 

Νίκος Τάταρης: «Το κυνήγι έχει μειωθεί σημαντικά στο νομό σε σχέση με προηγούμενα χρόνια, αφού η Ηλεία δεν παρέχει τα απαραίτητα εφόδια ώστε τα θηράματα να μένουν εδώ. Αυτό μας οδηγεί στο να ταξιδεύουμε και σ’ άλλα μέρη, προκειμένου να κάνουμε αυτό που αγαπάμε. Τα τελευταία χρόνια βέβαια η αγάπη αυτή σιγοσβήνει, αφού πλέον οι δύσκολες οικονομικές συνθήκες που αντιμετωπίζουμε δεν επιτρέπουν να σπαταλάμε σημαντικούς οικονομικούς πόρους που θα χρειαστούν για την κάλυψη βασικών βιοτικών αναγκών».

 

Γιώργος Παπαγιάννης: «Έχοντας γνωρίσει το κυνήγι σε καλές εποχές όπου τα θηράματα ήταν πλούσια στο νομό μας, η σημερινή κατάσταση με στεναχωρεί. Οι πληθυσμοί τους έχουν μειωθεί δραματικά, οδηγώντας μας στη μετακίνηση σε περιοχές εντός Ελλάδας και πλησίον του τόπου μας, που αποτελούν «σταθμό» για τα πουλιά. Η έλλειψη υδροβιότοπων αποτελεί μείζον θέμα, που πρέπει να εξεταστεί ενδελεχώς από τους αρμόδιους φορείς και να δοθεί οριστική λύση που θα φέρει ανάπτυξη του κυνηγιού και πάλι στην Ηλεία».

 

Χάρης Παπαγιάννης: «Έχοντας γνωρίσει από μικρή ηλικία το κυνήγι και παίρνοντας ουσιαστικά το «μικρόβιο» από το θείο μου, ήταν κάτι που το αγάπησα ιδιαίτερα και μου πρόσφερε από τα μαθητικά μου χρόνια ένα τρόπο διαφυγής από τη ρουτίνα της καθημερινότητας. Βλέποντας όμως τα τελευταία χρόνια να μειώνεται η δραστηριότητα στο νομό μας και πολλοί να καταφεύγουν σε άλλα μέρη, μου προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία. Η έλλειψη των απαραίτητων συνθηκών για τη διαβίωση των πουλιών, μας αναγκάζει να «μεταναστεύουμε» έστω και για μικρό χρονικό διάστημα μαζί τους, προκειμένου να κάνουμε τη δραστηριότητα που αγαπάμε. Ούτως ή άλλως «το σπίτι των κυνηγών βρίσκεται πάντα εκεί που βρίσκονται και τα θηράματα»».