«Καφέ Αμάν. Ελληνική Απόλαυσις» από τους ΤΑΚΙΜ – Την Τετάρτη στο Φλόκα

 

Διοργανώνεται από το Λύκειο Ελληνίδων Πύργου
που θα συμμετάσχει με τη Χορευτική Ομάδα του…

 

   Ένα μουσικό ταξίδι στην Ελλάδα και στον κόσμο θα κάνουν όσοι βρεθούν μεθαύριο Τετάρτη 17 Ιουλίου, στις 9:30 το βράδυ στο Θέατρο «Φλόκα» για να παρακολουθήσουν την παράσταση KΑΦΕ ΑΜΑΝ «Ελληνική Απόλαυσις», από τους Τακίμ. Μια παράσταση, που διοργανώνεται από το Λύκειο Ελληνίδων του Πύργου, με την ευγενική υποστήριξη του Δικηγορικού Συλλόγου Ηλείας, και είναι ενταγμένη στο πρόγραμμα του Φεστιβάλ Αρχαίας Ολυμπίας.

   To «KΑΦΕ ΑΜΑΝ – Ελληνική Απόλαυσις», που επιμελείται και παρουσιάζει ο Λάμπρος Λιάβας, καθηγητής εθνομουσικολογίας στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, δεν είναι απλά μια συναυλία. Είναι μια σύνθετη μουσική παράσταση, που έχει άξονα τους ΤΑΚΙΜ, έξι σπουδαίοι σολίστες, από τους κορυφαίους δεξιοτέχνες της νεότερης γενιάς στην ελληνική μουσική σκηνή.  Επί σκηνής λοιπόν θα βρεθούν οι Θωμάς Κωνσταντίνου (ούτι, λαγούτο), Πάνος Δημητρακόπουλος (κανονάκι),  Αλέξανδρος Αρκαδόπουλος (κλαρίνο), Γιώργος Μαρινάκης (βιολί),  Κώστας Μερετάκης (κρουστά) και Γιάννης Πλαγιαννάκος (μπάσο). Τραγούδια  θα ερμηνεύσουν οι Γιάννης Νιάρχος και Κατερίνα Τζιβίλογλου, ενώ θα χορέψει η Χορευτική Ομάδα του Λυκείου Ελληνίδων Πύργου, με υπεύθυνο τον δάσκαλο, Κωνσταντίνο Τζανέτο.

Απόσπασμα από την συνέντευξή τους στο περιοδικό «Χορεύω»

 

Πότε και πώς ξεκίνησε αυτό το “φλέρτ” μεταξύ σας, που κατέληξε σε αυτή τη “σχέση” και πως σχεδιάζετε να προχωρήσετε;

«Η σχέση των Τακίμ με τον Λάμπρο  πηγαίνει πίσω στον χρόνο όταν ο καθένας από εμάς συνεργάστηκε μαζί του σε πολυάριθμες παραστάσεις , εκπομπές και ταξίδια ανά τον κόσμο. Έχουμε όλοι δοκιμαστεί σαν συνεργάτες στο παρελθόν αλλά το Καφέ Αμάν ήταν αυτό που μας έφερε πραγματικά κοντά.

Οι Τακίμ λειτουργούν σαν οικογένεια που πάντοτε καλοδέχεται τα νέα της μέλη και θεωρούμε τον Λάμπρο μέλος της οικογένειας μας πλέον .

Το ίδιο ισχύει και για τους δυο νέους μας τραγουδιστές , τον Γιάννη Νιάρχο και την Κατερίνα Τζιβίλογλου , τον σύγχρονο «Νταλγκά» και την σύγχρονη «Ρίτα» όπως μας αρέσει να τους αποκαλούμε»

 

Πως προέκυψε η ιδέα της παράστασης «Καφέ Αμάν – Ελληνική Απόλαυσις»;

«Η ιδέα προέκυψε έπειτα από πολλές συναντήσεις και συζητήσεις με τον Λάμπρο Λιάβα. Οι επαφές κράτησαν σχεδόν ένα χρόνο μέχρι να μπει στο «χαρτί» αυτή η ιδέα. Η αλήθεια είναι πως αυτό το εγχείρημα μας βρήκε ψυχολογικά έτοιμους διότι αναρωτιόμασταν από καιρό ποιό θα ήταν το επόμενο μας καλλιτεχνικό βήμα. Έχοντας εκδώσει πρόσφατα έναν δίσκο με πολλές συμμέτοχες σημαντικών Ελλήνων καλλιτεχνών αισθανθήκαμε την ανάγκη να πορευτούμε πιο ανεξάρτητα σε κάτι αμιγώς δικό μας και ο Λάμπρος μας έδωσε αυτή την ευκαιρία με την ιδέα του».

 

Περιμένατε να έχει τόσο μεγάλη απήχηση η παράσταση; Και ποιό πιστεύετε ότι ήταν μυστικό για την επιτυχία της;

«Αυτό που μπορούμε να πούμε με σιγουριά είναι πως πρώτα απ’ όλα η παράσταση άρεσε σε εμάς. Μας συγκινούσε από τις πρώτες πρόβες, από τις πρώτες νότες  συνεπώς, αν και όχι φανερά, ήμασταν σίγουροι για την επιτυχία της. Σίγουρα δεν περιμέναμε αυτό να συμβεί από τις πρώτες εμφανίσεις μας αλλά όπως όλα τα αυθεντικά πράγματα ήταν προϊόν «απόσταξης», δηλαδή λειτούργησε από στόμα σε στόμα και γιγαντώθηκε με το πέρασμα των εβδομάδων.

Το μυστικό της επιτυχίας θεωρούμε πως εντοπίζεται στον συνδυασμό τόσο της έμπνευσης και εμπειρίας του Λάμπρου να δημιουργεί νέους κόσμους όσο και στην ικανότητα των Τακίμ επί σκηνής να παρασύρουν το κοινό σε μια ιδιαίτερα «ζωντανή» ανάγνωση της μουσικής».

 

Σε ποιό κοινό απευθύνεται η παράσταση αυτή και αν το είχατε λάβει υπόψη σας όταν την ετοιμάζατε.

«Δεν είχαμε συγκεκριμένο κοινό στο νου μας όσο στήναμε την παράσταση. Ξέραμε σίγουρα πως θα κινούμασταν σε δύο «πυλώνες» των Τακίμ που είναι το κοινό των μουσικόφιλων της Αθήνας και φυσικά των χορευτικών συγκροτημάτων.  Αυτό που μας εξέπληξε ήταν πως μεγάλο μέρος του κοινού απαρτιζόταν από ανθρώπους που δεν είναι εξοικειωμένοι με τον ήχο της παράδοσης αλλά που απλώς ψάχνουν μια «απάντηση» στα μουσικά δρώμενα της χώρας μας πέρα από τα τετριμμένα. Θεωρούμε πως οι συγκινητικές ανθρώπινες ιστορίες που ξεδιπλώνονται στην παράσταση μέσα από την ταπεινότητα και την αλήθεια τους συνδυασμένες με τη ζωντάνια και τον ενθουσιασμό της μουσικής έκαναν ιδιαίτερα ελκυστική την παράσταση στους μη «μυημένους» διότι μπόρεσαν να ταυτιστούν εύκολα με τους «ήρωες» της παράστασης σε επίπεδο τόσο θεατρικό όσο και μουσικό».

 

Μέρος της επιτυχίας της πιστεύετε ότι οφείλεται και στη στήριξη των χορευτικών συγκροτημάτων;

«Σίγουρα μεγάλο μέρος της επιτυχίας οφείλεται στην ομολογουμένως αθρόα και συστηματική προσέλευση των χορευτικών. Μην ξεχνάμε πως πολλά από τα μέλη των χορευτικών συγκροτημάτων είναι άνθρωποι με καίρια ερωτήματα και απορίες σχετικά με την κατεύθυνση της ελληνικής παράδοσης είτε πρόκειται για τη μουσική είτε για τον χορό και σίγουρα περιμένουν από εμάς υπευθυνότητα και σοβαρότητα σε σχέση με αυτό που προτείνουμε».

 

Διαπιστώνει κανείς ότι μέσα από το συνδυασμό ειδικά επιλεγμένων τραγουδιών και σκοπών με ιστορικές/ κοινωνικές/ανθρωπιστικές αναφορές, εκτός από την Οδύσσεια της ελληνικής μουσικής παράδοσης, η παράσταση προσεγγίζει με έναν έμμεσο αλλά σαφή τρόπο την ελληνικότητα, την παγκοσμιότητά της και την πραγματικότητα της προσφυγιάς, σαν μια υπενθύμιση του πρόσφατου ιστορικού μας παρελθόντος και τη σύνδεσή του με τη σημερινή οικονομική αλλά και προσφυγική κρίση. Ποιός είναι τελικά ο στόχος της παράστασης και τι μηνύματα θέλει να περάσει στον θεατή – ακροατή;

«Θα χρησιμοποιήσουμε ένα απόσπασμα από το κείμενο του Λάμπρου Λιάβα : “…Στο ‘πα και στο ξαναλέω…δεν πρέπει να ξεχνάς…» Δεν είναι απλά ο Νόστος , δεν είναι μόνον η περιπέτεια του σύγχρονου Οδυσσέα-Κατσαρού , είναι κυρίως η αναγωγή στο σήμερα. Άνθρωποι ικανοί ξεριζώνονται και όπου πανε προκόβουν δημιουργώντας ιστορίες τραγικές αλλά και κωμικές . Μουσικοί, τραγουδιστάδες, άνθρωποι της διπλανής πόρτας που απλά θέλουν να ζήσουν καλύτερα. Ο στόχος μας δεν είναι μόνο να συγκινήσουμε αλλά και να προβληματίσουμε. Πως γίνεται μιά μουσική που όλοι αποκαλούν «παραδοσιακή» να είναι τελικά τόσο ζωντανή και λειτουργική και πως γίνεται οι ίδιες ιστορίες να επαναλαμβάνονται μέχρι σήμερα;»

 

Όταν οραματιστήκατε αυτό το “μουσικό γεγονός” θέλατε να είναι μια συναυλία, μία μουσική παράσταση και τελικά σε ποιά κατηγορία ανήκει ;

«Θέλαμε μια μουσική παράσταση η οποία να μην υπολείπεται ζωντάνιας όσον αφορά στο μουσικό της μέρος αλλά και να προσφέρει στον θεατή την απαραίτητη θεατρική συγκίνηση. Τελικά μάλλον ανήκει και στα δύο είδη».

 

Πιστεύετε στην άνθιση, στη σημερινή εποχή, της ελληνικής μουσικής πάνω σε παραδοσιακά πατήματα; Μπορεί να γεννηθεί ένας νέος Κατσαρός ή μια νέα Παπαγκίκα; Μπορεί να ακολουθήσει κανείς μετά τον Ρασσούλη και τον Σαββόπουλο;

«Πιστεύουμε πως κάθε εποχή έχει τον δικό της Κατσαρό και τον δικό της Σαββόπουλο αρκεί να έχουμε ανοιχτά αυτιά και ανοιχτή καρδιά ώστε να τους εντοπίζουμε γύρω μας , διότι δεν είναι πάντα δημοφιλείς οι καλλιτέχνες με ουσία αντίστοιχη των πραναφερθέντων. Για παράδειγμα σήμερα μπορεί οι πραγματικά μεγάλοι καλλιτέχνες να κρύβονται σε ένα μικρό χωριό της Κρήτης ή της Ηπείρου και όχι σε κάποια μεγάλη παράσταση ή συναυλία».