Μάχη υπέρ «πάτρης» ή υπέρ «πάρτης»

Άρθρο του Θοδωρή Τάκη Αντωνόπουλου

Όταν η άρνηση περιέχει έστω και ψήγματα πειστικών επιχειρημάτων ή ισχυρών αιτιολογιών είναι αποδεκτή, ακόμη και ως υπόθεση εργασίας.

Όταν όμως η άρνηση εδράζεται σε προσωπικά συμπλέγματα, ατομικοκεντρικές εμμονές ή άλλες ιδιοτελείς ιδιορρυθμίες είναι αποκρουστική και απορριπτέα.

Στην δεύτερη περίπτωση ο αρνηθείς δεν εκφράζει το «μεγάλο ΟΧΙ». Το «il Gran Rifiuto» του μεγάλου Αλεξανδρινού, όπως το συνέλαβε εν έτει 1901. Εκφράζει απλώς τον δαιδαλώδη ψυχισμό του αρνητή, την ατελή προσω- πικότητά του και την περιπεπλεγμένη ιδιοσυγκρασία του.

Που εχθρεύεται τους πάντες και τα πάντα εκτός του δικού του…μεγαλείου! Ο αρνητής χρησιμοποιεί την άρνηση όχι ως γενναία αντίσταση σε ένα επαπειλούμενο κακό. Αλλά σαν βατήρα της δικής του αυτοπροβολής, ασχέτως εάν αυτή αποτελεί προσβολή για όλους τους άλλους.

Στην κρίσιμη στιγμή ορθώνει το πυγμαίο ανάστημά του ανάμεσα σε πολλούς υψηλοτέρους του και για να ξεχωρίσει, δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει πολλούς από αυτούς ως υποπόδια. Εκμεταλλευόμενος άλλοτε την ανοχή τους και άλλοτε την ευήθειά τους. Ο εκ των προτέρων, ο εκ φύσεως και εξ επαγγέλματος αρνητής, δοξάζεται αρνούμενος και αρνείται επαινούμενος.

Χρειάζεται την άρνηση ως αναγκαίο αναπνευστικό, διατροφικό ή ιδεολογικό του συμπλήρωμα. Άλλωστε, αυτή υπήρξε σε όλη του τη ζωή η «προοδευτική» του μάσκα που έκρυβε επιμελώς το μικρόψυχον του εαυτού του και το αναίσθητον της παρειάς του. Ο αρνητής δεν αρνείται το εγχείρημα γιατί δήθεν το κρίνει ως λανθασμένο, μάταιο ή θνησιγενές. Το αρνείται γιατί απλούστατα δεν είναι δικό του. Γιατί δεν τον «περιέχει». Γιατί κανείς δεν τον έλαβε υπόψη του κατά τον σχεδιασμό και την εκτέ- λεσή του.

Γιατί αντιλαμβάνεται ότι και πάλι έμεινε εκτός των «πλάνων» που θα του εξασφάλιζαν «δόξα και τιμή». Δεν μπορεί να αντιληφθεί ο αρνητής ότι η εποχή τρέχει πολύ, ότι οι κήνσορες και οι θεράποντες έχουν μείνει τουλάχιστον δυο γύρους πίσω. Ότι το εκκλησίασμα δεν αγαλλιάζει, ότι το πλήθος δεν αλαλάζει. Παρά ταύτα, όταν ο αρνητής περιορίζεται εις τα του οίκου του δεν ενοχλεί.

«Είναι και αυτή μία στάσις, νοιώθεται», όπως σημείωνε συγκαταβατικά ο μεγάλος Αλεξανδρινός, εν έτει 1931, υπονοώντας τις προφανείς ψυχολογικές αποκλίσεις του αρνητή. Ενοχλητικός ιδιαίτατα γίνεται ο αρνητής όταν εμφανίζεται ως αυτόκλητος «εκπρόσωπος» μιας ομάδας, μιας ενότητας, ή ακόμη και μιας ολόκληρης πόλης. Της οποίας όλως αυθαιρέτως και χωρίς την οποιαδήποτε εξουσιοδότηση των πολιτών της, αναλαμβάνει να σώσει την…τιμή! Ως εάν η πόλις καθεύδει, ενώ ο αρνητής γρηγορεί και αγρυπνά ως ακρίτας επάνω εις τα τείχη για να την σώσει από τον υποτιθέμενο εχθρό.

Μάχη υπέρ «πάτρης» ή υπέρ «πάρτης», δίνει ο αρνητής; Σαφώς μάχεται υπέρ του δευτέρου. Ο αρνητής έχει αγκυρωθεί, αμετακλήτως στην άρνηση και απολαμβάνοντας της «στέγης, της τροφής και της προστασίας» που του παρέχουν εν αφθονία τα χαμαιτυπεία της κοινωνικής αποβλάκωσης, αρνείται για λογαριασμό μιας ήδη αποδεκατισμένης πόλης ο,τιδήποτε πετάει, ή κολυμπάει , ή περπατάει. Διότι, κατ’αυτόν, η αποδοχή της προσφοράς θα ατίμαζε την πόλη, θα την προσέβαλλε βαναύσως και θα αποτελούσε γι’αυτόν άγος. Μάχεται ο αρνητής για μια πόλη που ο ίδιος ούτε εκπροσωπεί…ούτε θα εκπροσωπήσει ποτέ! Ο αρνητής είναι καταδικασμένος να φέρει πάντα το στίγμα των Λακεδαιμονίων που κοντόφθαλμα αρνήθηκαν τη συμμετοχή τους στην «θαυμάσια πανελλήνιαν εκστρατεία, την νικηφόρα, την περίλαμπρη», γιατί ο Αλέξανδρος και οι λοιπές τότε δυνάμεις της Ελλάδας δεν δέχθηκαν να είναι οι Λακεδαιμόνιοι αρχηγοί της εκστρατείας κατά των Περσών, όπως αυτοί κυνικά το απαίτησαν ως κάτι φυσιολογικό και δε- δομένο.

Εξ’ού και η γνωστή αφιέρωση του Αλεξάνδρου στην Παλλάδα Αθηνά μετά τον Γρανικό Ποταμό: «πλην Λακεδαιμονίων». Αλλά, με τα νεύρα της πόλης τεντωμένα για δεύτερη ιστορική φορά, δεν έχουμε την πολυτέλεια να μιλούμε τώρα για Λακεδαιμονίους. Μάλλον θα πρέπει να μιλήσουμε με τον ίδιο τον αρνητή και να του εξηγήσουμε ότι δεν έχουμε την ανάγκη της προστασίας του, ούτε των περισπούδαστων κελευσμάτων του. Και να του πούμε ορθά – κοφτά ότι δεύτερη «πληγή» αυτή η πόλη δεν θα αντέξει και δεν θα συγχωρήσει.

Αλλοιώς δεν θα πρόκειται για πόλη, αλλά για τον ίδιο τον κήπο της αχαριστίας.