Μακεδονία ώρα μηδέν: Hannibal Ante Portas

του Ανδρέα Γ. Πανουτσόπουλου
Υποψ. Δρ. Κλασικής Φιλολογίας

Πολλές φορές έχει ειπωθεί και ίσως πια να τείνει να γίνει κοινό κτήμα πως τα Ελληνικά δεν έχουν να προσφέρουν σήμερα κάτι και πως δεν είναι χρήσιμα. Απόψε θα σας αποδείξω πως ποτέ δεν ήταν τόσο απαραίτητα στους Έλληνες όσο είναι σήμερα.

Νομίζω πως είναι πια κοινώς αποδεκτό ότι εδώ και αρκετά χρόνια η ελληνική κοινωνία βρίσκεται σε κρίση – δεν έχει σημασία αν άλλοι την θεωρούν απλά οικονομική ενώ κάποιοι άλλοι την χαρακτηρίζουμε πρωτίστως ηθική. Σημασία έχει πως όλοι παραδεχόμαστε την ύπαρξη της κρίσης. Τίςπταίει λοιπόν;

Ας κάνουμε μια αναδρομή στην Αρχαιότητα. Αθήνα: 6ος αι. π. Χ. Η Αθήνα μαστίζεται από την φτώχεια. Οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι. Και όχι μόνο φτωχότεροι αλλά δυστυχώς βάζουν υποθήκη, δανειζόμενοι, το ίδιο τους το σώμα. Αποτέλεσμα: χάνουν την ελευθερία τους και πωλούνται ως δούλοι στην Ανατολή. Τότε οι Αθηναίοι εκλέγουν ως διαλλακτήν τον Σόλωνα τον Αθηναίο. Και ο Σόλων τι κάνει; Υποστήριξε ως αγαθός τους πλούσιους; Ή υποστήριξε τους φτωχούς; Κανέναν από τους δύο εξ ολοκλήρου. Περνάει διάταξη με την οποία κανείς δεν επιτρέπεται να δανείζεται, βάζοντας ως υποθήκη τον εαυτό του. Άρα σταματά την δουλεία των Αθηναίων. Και μάλιστα, δίνοντας αναδρομική ισχύ στον νόμο, φέρνει πίσω και όλους αυτούς που είχαν πουληθεί ως δούλοι. Απομακρύνει τις υποθήκες και κάνει σεισάχθεια, δηλ. απομάκρυνε το άχθος (= το βάρος) από την γη. Ωστόσο δεν προχωρά παραπέρα. Τι πέτυχε ο Σόλων με αυτό; Πέτυχε την αρμονία στην Αθήνα. Έτσι στην Αθήνα δεν θα δούμε ούτε τις ακρότητες των Μεγάρων ούτε ακόμη την τυραννία.

Σε μια ελεγεία του ο Σόλων μιλά για την ευνομία στους Αθηναίους και λέει: «Είναι, αντίθετα, των αστών των ίδιων η βούληση που καταστρέφει μια μεγάλη πόλη, η έλλειψη σύνεσης και η υποδούλωσή τους στο χρήμα· το ίδιο χωρίς αρχές είναι και του δήμου οι ηγέτες, που από τη μεγάλη αλαζονεία τους πολλά μέλλει να τραβήξουν: γιατί είναι ανίκανοι να συγκρατήσουν την υπερβολή και να απολαύσουν ένα γιορταστικό συμπόσιο με την πρέπουσα τάξη και πνευματική ησυχία». Δεν θα καταστραφεί λοιπόν η Αθήνα, αν κάποτε καταστραφεί, από την βούληση των θεών, αλλά από τις πράξεις των ίδιων των Αθηναίων κι επιπλέον πολύ περισσότερο από τις πράξεις των αρχόντων τους.

Και συνεχίζει: «Μαζεύουν πλούτη ενδίδοντας στην αδικία και, μη φειδόμενοι των περιουσιών, ούτε των ιερών ούτε του δημοσίου, κλέβουν προκλητικά από παντού, και ούτε στης Δικαιοσύνης τα σεβάσμια θεμέλια δεν αποδίδουν τον προσήκοντα σεβασμό, της Δικαιοσύνης που κρατά σφιγμένο το στόμα της, έχει όμως πλήρη συνείδηση όσων γίνονται και όσων έγιναν, και κάποια στιγμή μέσα στον χρόνο καταφθάνει να επιβάλει ποινές. Η κατάσταση αυτή καταντά πληγή αναπόφευκτη για όλη την πόλη, η οποία γρήγορα οδηγείται στην χειρότερη δουλεία· αυτή ξεσηκώνει την στάση και τον εμφύλιο σπαραγμό από τον ύπνο του, αυτόν που ευθύνεται για την απώλεια τόσων ψυχών στο άνθος της ηλικίας τους. Σύντομα η αγαπημένη πόλη καταλύεται από τα χέρια των εχθρών και πνίγεται στις συνωμοσίες που χαροποιούν τους άδικους. Αυτές οι συμφορές, που βρίσκουν τον λαό, αναγκάζουν πολλούς φτωχούς να ξενιτευτούν, κι άλλους, ατιμωτικά σιδεροδέσμιους, να πουληθούν δούλοι».

Μαθαίνουμε λοιπόν πως οι άρχοντες δεν ορρωδούν μπροστά σε τίποτε: αρπάζουν τις περιουσίες των φτωχών, αρπάζουν τις περιουσίες ακόμη και των ιερών και αναγκάζουν τους πολίτες να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να ξενιτευτούν, ενώ άλλοι καταλήγουν σιδεροδέσμιοι να πωλούνται ως δούλοι. Κι αν σήμερα δεν έχουμε δούλους, έχουμε ανθρώπους που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να καταντήσουν άστεγοι, χωρίς σπίτι, χωρίς φαγητό, χωρίς ένδυση.

Ο ποιητής μας συνεχίζει, λέγοντας: «Έτσι η δημόσια συμφορά φτάνει ως του κάθε πολίτη την πόρτα· οι πύλες και οι αυλόγυροι δεν θέλουν πια να την κρατήσουν έξω· τότε εκείνη, πηδώντας τον ψηλό φράχτη, καταδιώκει τον ένοχο και τον πετυχαίνει, κι ας σπεύδει να κρυφτεί στις μύχιες γωνιές του θαλάμου του». Όταν λοιπόν η δημόσια συμφορά φτάσει στου κάθε πολίτη την πόρτα κανείς δεν μπορεί να την εμποδίσει. Και ο ποιητής θα τελειώσει με τα εξής λόγια: «Αυτό είναι το μάθημα που επιθυμώ να διδάξω στους Αθηναίους: ότι άπειρα είναι τα κακά που γεννά η Δυσνομία, ενώ η Ευνομία αποκαθιστά τη γενική τάξη και αρμονία, και τελικά περνάει τις αλυσίδες στον άδικο· ό,τι είναι τραχύ το λειαίνει, παύει τις υπερβολές, αποδυναμώνει την ύβρη, και μαραίνει πάνω στην ακμή τους της αμαρτίας τ’ άνθη· τις στρεβλές κρίσεις τις ευθύνει· την υπερηφάνεια την κατευνάζει· διαλύει κάθε μορφή διχοστασίας· θέτει τέρμα στον χόλο της οξύθυμης έριδας· χάρη σ’ αυτήν τα ανθρώπινα αποκτούν το δικό τους μέτρο και ξαναβρίσκουν τη σοφία τους». Τι θέλησε λοιπόν να διδάξει ο ποιητής τους Αθηναίους; Τα αγαθά της Ευνομίας και τις συμφορές της Δυσνομίας. Εμείς σήμερα τι πράξαμε όλα αυτά τα χρόνια; Ό, τι υπαγόρευε η Δυσνομία: κλοπές, απάτες, ρεμούλες, παλιανθρωπιές. Τώρα όμως η δημόσια συμφορά μάς χτύπησε την πόρτα. Αλλά δυστυχώς ούτε και τώρα δεν έχουμε την πρόθεση με ένα meaculpa να αποδεχτούμε το λάθος μας και να προσπαθήσουμε να πληρώσουμε. Όλοι γνωρίζουν, όλοι κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν. Όλοι ενδιαφέρονται να διασφαλίσουν μια θέση στο Δημόσιο. Θέση να ’ναι και ό, τι να ’ναι. Όσο δεν έχουμε αυτή την θέση, βλέπουμε τις αδικίες. Όταν όμως την πάρουμε, τότε «και τι με νοιάζει εμένα; Μήνας μπαίνει μήνας βγαίνει και ο μόνιμος μισθουλάκος πέφτει. Οπότε δεν είναι δικό μου πρόβλημα».

Οι πολίτες ξέρουν. Οι πολίτες σιωπούν ή κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν. Για να θυμηθούμε τα λόγια του Κικέρωνα για την συνωμοσία του Κατιλίνα«Υπάρχουν μερικοί σε αυτήν εδώ την τάξη των Συγκλητικών που είτε αγνοούν είτε προσποιούνται πως αγνοούν». Γιατί λοιπόν δεν ενδιαφέρονται; Είναι νέο το φαινόμενο αυτό; Όχι. Γιατί πολύ απλά ο Νεοέλληνας δεν είναι σε θέση ούτε καν να αντιληφθεί την κάκιστη κατάσταση, στην οποία βρίσκεται. Δεν έχει τα ηθικά εφόδια. Και βέβαια μεγάλο μέρος παίζει και το γεγονός πως δεν έχει συνείδηση πως μετέχει στις αποφάσεις της χώρας του ως ενεργός πολίτης, όπως συνέβαινε με τον αρχαίο Αθηναίο. Το ίδιο αρχίζει να συμβαίνει από την αυτοκρατορία του Αλεξάνδρου και εξής: Όσο μεγαλώνει ο κόσμος με την εξάπλωση των κατακτήσεων του M. Aλεξάνδρου και αργότερα της ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, τόσο μικρότερο αισθάνεται το άτομο, που συνειδητοποιώντας πόσο ανίσχυρο είναι μπροστά στον τεράστιο κόσμο που τον περιβάλλει, εγκαταλείπεται παθητικά, έρμαιο στις παραξενιές της μοίρας. Στο Mυθιστόρημα λοιπόν μπορούμε να δούμε τον μύθο των όψιμων ελληνιστικών και των αυτοκρατορικών χρόνων: το κεντρικό θέμα, ο μοναχικός ταξιδιώτης που ψάχνει να βρει την αγάπη του, εκφράζει τη μοναξιά του ατόμου μέσα στον Kόσμο. Tο άτομο αναζητά λίγη ασφάλεια κοντά στον Θεό ή σε κάποιο αγαπημένο πλάσμα· η φυγή του από τη μοναξιά, η “οδός της σωτηρίας”, τελειώνει, όταν συναντά τον Θεό ή μια άλλη “ψυχή” που το αγαπά και το νοιάζεται. Αν αντικαταστήσουμε τον Θεό με το internet και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σήμερα, κατά τα λοιπά όλα τα παραπάνω ισχύουν κατά γράμμα.Αυτή είναι η εικόνα ενός κράτους σάπιου, ανίκανου να δημιουργήσει κάτι και να συνεισφέρει στη γενική πρόοδο της ανθρωπότητας: όλα ξένα, όλα κλεμμένα, όλα κατά μίμηση.

Ας πάμε σ’ έναν άλλο Έλληνα συγγραφέα πάλι του 6ου αι., τον Θέογνη από τα Μέγαρα. Δυστυχώς στα Μέγαρα δεν ακολουθήθηκε το σύστημα της Αθήνας με αποτέλεσμα να προκληθούν συρράξεις. Εκεί κάποιοι φτωχοί και άσημης καταγωγής (οι κακοί) θα φύγουν μετανάστες και θα επιστρέψουν, έχοντας χρήματα. Τώρα θέλουν κι αυτοί να κυβερνήσουν, αλλά οι αριστοκρατικής καταγωγής (οι ἀγαθοί) δεν τούς το επιτρέπουν, γιατί δεν τούς αποδέχονται. Ωστόσο οικονομικές αλλαγές έχουν προκαλέσει χρεοκοπίες στους παραδοσιακούς ευγενείς. Και τότε κάποιοι ἀγαθοὶ δέχονται να παντρευτούν τα παιδιά τους με παιδιά κακῶν. Οπότε ο αριστοκράτης αλλά φτωχός πλέον Θέογνις θα συμβουλέψει τον φίλο του Κύρνο:

κακοῖσιδὲμὴπροσομίλει

ἀνδράσιν, ἀλλ᾽αἰεὶτῶνἀγαθῶνἔχεο·

καὶμετὰτοῖσινπῖνεκαὶἔσθιε, καὶμετὰτοῖσιν

ἵζε, καὶἅνδανετοῖς, ὧνμεγάληδύναμις.

ἐσθλῶνμὲνγὰρἄπ᾽ἐσθλὰμαθήσεαι·ἢνδὲκακοῖσιν

συμμίσγῃς, ἀπολεῖςκαὶτὸνἐόντανόον.

Με λίγα λόγια «πρέπει να προσέχεις τις παρέες σου, Κύρνε, γιατί, αν συναναστρέφεσαι τους κακοὺς θα χάσεις και το μυαλό που έχεις τώρα». Ή άλλιώς: ὅμοιοςὁμοίῳἀεὶ πελάζει. Και λίγο παρακάτω ο Θέογνις θα εξηγήσει πως, ενώ οι άνθρωποι για τα άλογα, τα σκυλιά και τα μουλάρια φροντίζουν να τα ζευγαρώνουν με όμοια ράτσα, στους ανθρώπους δυστυχώς αυτό δεν είναι εφικτό, διότι πλοῦτοςγὰρἔμιξεν γένος.

Παρατηρούμε λοιπόν πως σε μια εξίσου ταραγμένη εποχή με την δική μας έχουμε δύο πόλεις: στην μεν μία πόλη δόθηκαν οι σωστές λύσεις την κατάλληλη στιγμή, ενώ στην άλλη όχι. Έτσι η μία άρχισε να γνωρίζει την ακμή και την άνθιση, ενώ η άλλη όχι.

Σε λίγες μέρες οι βο(υ)λευτές μας θα φέρουν στην Βουλή και θα ψηφίσουν μία επαίσχυντη και κατάπτυστη συμφωνία. Ζητούν λοιπόν οι γείτονες την ονομασία της Μακεδονίας. Δηλ. ζητούν να τούς παραχωρήσουμε κάτι που δεν είναι δικό τους. Κι εμείς είμαστε πρόθυμοι να πούμε ναι. Αυτό φυσικά δεν είναι νέο. Γιατί το θέλουν το όνομα; Γιατί δεν έχουν μόνιμο όνομα και θέλουν να μπουν στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ. Η απάντησή μας θα έπρεπε να είναι «τότε βρείτε άλλο όνομα, γιατί το Μακεδονία δεν θα σας δοθεί ποτέ. Κι αν σας δοθεί από τους άλλους, όταν θα έρθετε στην ΕΕ, εμείς θα ασκήσουμε βέτο και δεν θα μπείτε ποτέ». Γιατί τόση επιμονή με το όνομα της Μακεδονίας; Τα πράγματα είναι αρκετά απλά για όποιον είναι ένας μέτριος ιστοριογνώστης. Παίρνουν το όνομα Μακεδονία. Στην συνέχεια εισέρχονται στην ΕΕ, άρα έχουμε ελεύθερη μετακίνηση πληθυσμών. Έτσι ομάδες αρχίζουν και μετακινούνται στην Μακεδονία (την δική μας Μακεδονία). Στην Ελλάδα υπάρχει υπογεννητικότητα. Σε λίγα χρόνια ο πληθυσμός τους θα είναι ήδη αρκετός. Και τότε ξαφνικά αρχίζουν και διαμαρτύρονται στις διεθνείς οργανώσεις πως «δήθεν καταπιέζονται τα ανθρώπινα δικαιώματά τους». Κι έτσι δημιουργείται η αυτόνομη Μακεδονία και η Ελλάδα χάνει όλο το έδαφος της Μακεδονίας. Μετά εφαρμόζουν την ίδια πολιτική και οι Τούρκοι με την Θράκη (ήδη στην Κομοτηνή το 55% του πληθυσμού είναι Τούρκοι· ναι, ναι ξέρω Μουσουλμάνοι Έλληνες πολίτες· μόνο που δεν υπάρχουν Έλληνες μουσουλμάνοι ούτε Τούρκοι χριστιανοί· επομένως, είναι Τούρκοι). Την ίδια μέθοδο εφαρμόζουν και οι Αλβανοί στην Ήπειρο. Κι έτσι τα σύνορα της Ελλάδος θα φτάσουν στην προ του 1912-13 εποχή.

Και για όσους νομίζουν πως υπερβάλλω ή κινδυνολογώ, υπενθυμίζω ορισμένα ιστορικά γεγονότα. Στις 26 Οκτωβρίου 1912 ο ελληνικός στρατός ύστερα από επίμονες εγκλήσεις και αντεγκλήσεις του πρωθυπουργού Ελ. Βενιζέλου εισέρχεται στην Θεσσαλονίκη με αρχηγό του στρατού τον διάδοχο Κωνσταντίνο. Οι Βούλγαροι, οι οποίοι εποφθαλμιούν την Θεσσαλονίκη, βρίσκονται προ των πυλών της πόλης. Όταν φτάνουν, αντιλαμβάνονται πως οι Έλληνες είχαν ήδη φτάσει εκεί. Σύμφωνα με τα προσυμφωνηθέντα από κοινού μεταξύ των συμμάχων, όποιος κατελάμβανε μια περιοχή, την προσαρτούσε. Άρα δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι, διότι αυτό θα παραβίαζε την συμφωνία. Τότε λοιπόν ζήτησαν την άδεια του ελληνικού στρατού να στρατοπεδεύσουν στην Θεσσαλονίκη για 2-3 μέρες προς ξεκούραση και τροφοδοσία. Ο αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος το δέχτηκε, χωρίς να ενημερώσει τον Βενιζέλο. Και τότε άρχισαν οι Βούλγαροι στρατιώτες να κάνουν πλιάτσικο στα ελληνικά μαγαζιά: να παίρνουν πράγματα χωρίς να τα πληρώνουν, να σπάνε μαγαζιά κ. ά. π. Ως αποκορύφωμα πλησιάζουν τον Τούρκο διοικητή της πόλης και τού προτείνουν να υπογράψει και μαζί τους συμφωνία, ενώ ο Τούρκος τούς απαντά: «εσάς δεν σας ξέρω· εγώ με τους Έλληνες πολέμησα και από τους Έλληνες την πήραμε· επομένως στους Έλληνες την παραδώσαμε».

Τι συνέβαινε όμως στην Μακεδονία κατά τα προηγούμενα χρόνια; Ποια ήταν η δράση των κομιτάτων και των περίφημων κομιτατζήδων; Οι Βούλγαροι προσπαθούσαν να καταλάβουν την Μακεδονία με κάθε τρόπο. Έτσι ασκούσαν πίεση στους Έλληνες να υπογράψουν πως είναι Βούλγαροι και γενικότερα προσπαθούσαν να εκβουλγαρίσουν την περιοχή με κάθε μέσο: με μυστικούς πράκτορες, με απαγωγές Ελλήνων και αντικατάστασή τους με Βούλγαρους, που αναλάμβαναν την διοίκηση των χωριών, και όπου δεν περνούσαν αυτά με το σύνθημα «μαχαίρι, φωτιά και σίδερο». Το 1913 με την λήξη του Β΄ Βαλκανικού πολέμου αναγκάζονται να εγκαταλείψουν την Μακεδονία. Αλλά το 1941 ως σύμμαχοι των Γερμανών επανέρχονται κι αυτοί την φορά είναι χειρότεροι, λυσσασμένα σκυλιά! Το 1944 εκδιώκονται οριστικά.

Όμως γιατί επιθυμούν διακαώς όλοι αυτοί την Μακεδονία; Μα είναι πρόδηλο. Όλα γίνονται για την Θεσσαλονίκη. Όλα τα προηγούμενα χρόνια πίσω από όλες αυτές τις κινήσεις των Βουλγάρων βρίσκονταν οι Αυστριακοί, οι οποίοι θέλανε την Θεσσαλονίκη για το εμπόριό τους. Και τώρα πίσω από τους Σκοπιανούς βρίσκονται οι υποστηρικτές τους στην Ευρώπη.

Ήρθε η κ. Μέρκελ και χωρίς ντροπή, χωρίς ‘τσίπα’ (που λένε στο χωριό μου), χωρίς ίχνος αιδούς όλα τα ΜΜΕ παραδέχονταν πως έρχεται για να πιέσει να λυθεί το πρόβλημα. Να πιέσει για ποιο πράγμα; Για τι; Είναι η Γερμανία τοποτηρητής στην Ελλάδα και δεν το ξέρω; Είναι διαιτητής των εξωτερικών μας υποθέσεων; Είναι μία κατάπτυστη, αισχρή και ελεεινή εμπλοκή της στα ελληνικά πράγματα, και μάλιστα στην δύση της αποτυχημένης καριέρας της. Φυσικά δεν είναι η πρώτη φορά. Μήπως δεν ήσαν οι Βαυαροί αυτοί που διακαώς ήθελαν την εκτέλεση των Κολοκοτρώνη και Πλαπούτα; Και μάλιστα δεν μεταχειρίστηκαν όλα τα μέσα και όλους τους ψευδομάρτυρες προς τούτο; Μήπως δεν ήσαν οι Αμερικανοί αυτοί που επενέβαιναν με την πιο ωμή βία σε όλη την περίοδο τουλάχιστον από το 1945 ως το 1974 στα εσωτερικά της Ελλάδος και μάλιστα απειλούσαν με διακοπή της οικονομικής στήριξης κάθε φορά που μια κυβέρνηση αρνιόταν να υποχωρήσει στις ιδιοτροπίες τους;

«Έτσι η δημόσια συμφορά φτάνει ως του κάθε πολίτη την πόρτα· οι πύλες και οι αυλόγυροι δεν θέλουν πια να την κρατήσουν έξω· τότε εκείνη, πηδώντας τον ψηλό φράχτη, καταδιώκει τον ένοχο και τον πετυχαίνει, κι ας σπεύδει να κρυφτεί στις μύχιες γωνιές του θαλάμου του», θα πει ο Σόλων. Και, για να θυμηθούμε τα λόγια του Καβάφη:

Ἀλλὰστὴναἴθουσατὴνἀλαβάστρινηποὺκλείνει

τῶνἈηνοβάρβωντὸἀρχαῖολαράριο

τί ἀνήσυχοιποὺεἶν’ οἱΛάρητές του.

Τρέμουνοἱσπιτικοὶμικροὶθεοί,

καὶπροσπαθοῦν τ’ ἀσήμαντά των σώματα νὰ κρύψουν.

Γιατὶἄκουσανμιὰἀπαίσιαβοή,

θανάσιμη βοὴτὴν σκάλα ν’ ἀνεβαίνει,

βήματα σιδερένια ποὺ τραντάζουν τὰ σκαλιά.

Καὶλιγοθυμισμένοι τώρα οἱἄθλιοι Λάρητες,

μέσα στὸ βάθος τοῦλαράριου χώνονται,

ὁἕναςτὸνἄλλονασκουντᾶκαὶσκουντουφλᾶ,

ὁἕναςμικρὸςθεὸςστὸνἄλλονπέφτει

γιατὶ κατάλαβαν τί εἶδοςβοὴεἶναι τούτη,

τἄνοιωσανπιὰτὰ βήματα τῶνἘρινύων.

Η παραχώρηση του ονόματος της Μακεδονίας μας στους βάρβαρους Σλάβους, η οποία επιχειρείται με την δημιουργία του επιθέτου ‘Μακεδονικός’ σε οτιδήποτε αφορά πλέον στην χώρα τους (γλώσσα, πατρίδα, ιστορία κλπ.), δηλ. στους παραδοσιακά στοιχεία που συνθέτουν ένα έθνος, αποτελεί πράξη εσχάτης προδοσίας και επισύρει την εσχάτη των ποινών. Υπενθυμίζω πως και οι έξι στην περίφημη δίκη των έξι μπορεί να μην παρέδωσαν ελληνικά εδάφη, ωστόσο κατηγορήθηκαν και καταδικάστηκαν εις θάνατον, διότι ωφέλησαν με την στάση τους και την στρατηγική τους τον εχθρό· πόσο μάλλον τώρα που η πράξη αυτή θα σημάνει αργότερα και παραχώρηση γης (ηθική αυτουργία). Επιπλέον η απόπειρα των Σκοπιανών να δημιουργήσουν δήθεν ‘μακεδονική γλώσσα’, δήθεν ‘μακεδονική ιστορία’ και η αποδοχή τους εκ μέρους της ελληνικής κυβέρνησης αποδεικνύουν πως, πέρα από τα σοφίσματα και τις δικολαβίες δικηγόρων, κοινωνιολόγων και άλλων δήθεν διανοουμένων πως έχουν αλλάξει τα κριτήρια απόδειξης ενός έθνους, τα κριτήρια αυτά συνεχίζουν να ορίζουν την ύπαρξη ενός έθνους και την περιχάραξη των συνόρων του. Μόνο που η ελληνική κυβέρνηση προτιμά να εφαρμόζει δύο μέτρα και δύο σταθμά: όσοι τα υποστηρίζουμε στην Ελλάδα είμαστε φασίστες, όσοι τα υποστηρίζουν στα Σκόπια είναι πατριώτες. Θα έλεγα πως η στάση αυτή μου θυμίζει τον ύπατο αρμοστή της Σμύρνης, Στεργιάδη, όπου το μόνο που έδειξε ήταν μια απεριόριστη φιλοτουρκική και ανθελληνική συμπεριφορά.

Να είστε σίγουρος, κ. Πρωθυπουργέ και οι σὺναὐτῷ, πως κι αν ακόμη η μάζα ξεχάσει, η ιστορία θα σας καταγράψει ως έναν προδότη, ως έναν Εφιάλτη, ως έναν Νενέκο! Φυσικά το πρόβλημα της αντιπολίτευσης δεν είναι να μην ψηφιστεί αλλά ίσα-ίσα όλοι θέλουν να ψηφιστεί, ακόμη κι αν προσποιούνται πως δεν θέλουν, για να αναλάβετε το πολιτικό κόστος. Ό, τι κι αν περάσετε, ο ελληνικός λαός ποτέ δεν θα ανεχτεί το ξεπούλημα της Μακεδονίας μας. Κι εσείς θα καταγραφείτε ως οι προδότες, κι έτσι ακριβώς θα σας θυμούνται όλοι. Και καλύτερα για να τελειώνει το παραμύθι της “αδικημένης αριστεράς”.

Τελικώς οι δύο κλασικές γλώσσες δεν έχουν να μάς πουν τίποτα σήμερα, ε; Μάλλον έχουν να μάς πουν πολλά, αρκεί να διαβαστούν προσεκτικά. Και μάλλον αυτά τα πολλά θέλετε να τα κρύψετε πλέον, γιατί ξέρετε πως δεν μπορείτε να τα αντικρούσετε. Vaevictis! O tempora, o mores!