Μιχάλης Κακογιάννης: Γεννιέται σαν σήμερα ο περφεξιονίστ του ελληνικού κινηματογράφου

Ο χαρακτηρισμός πρωτοπόρος μοιάζει λίγος για να περιγράψει το μεγαλείο του Μιχάλη Κακογιάννη. Ο σκηνοθέτης, που ήρθε στη ζωή σαν σήμερα το 1921, έδωσε στο ελληνικό σινεμά έναν αέρα παγκόσμιο και συγχρόνως απόλυτα λαϊκό.

Γεννήθηκε στη Λεμεσό και έζησε για πολλά χρόνια στις πρωτεύουσες του κόσμου «ως πλάνητας με προίκα και εφόδιο την ελληνικότητα, που έφερα μέσα μου, αρετή όντως», όπως περιγράφει ο ίδιος στη βιογραφία του με τίτλο «Σε πρώτο πλάνο», που έγραψε ο δημοσιογράφος Χρήστος Σιάφκος.

Σπούδασε Νομική, δραματικές τέχνες και σκηνοθεσία στο Λονδίνο. Συνεργάστηκε με μεγάλους ηθοποιούς του εξωτερικού, σκηνοθέτησε τη «Στέλλα» και το «Ζορμπά», στα νιάτα του έπαιξε στον «Καλιγούλα» (ως προσωπική επιλογή του Καμύ) και αρνήθηκε το Χόλιγουντ για την Ελλάδα. Αγάπησε με πάθος τον κινηματογράφο αλλά και το θέατρο και την όπερα καθώς παρουσίασε έργα σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις και τις ΗΠΑ.

Ο Κακογιάννης έχει γράψει βιβλία, έχει μεταφράσει έργα αλλά και έχει γράψει και στίχους στα θρυλικά κομμάτια «Αγάπη που ‘γινες δίκοπο μαχαίρι» και «Επτά τραγούδια θα σου πω» σε μουσική Μάνου Χατζιδάκι που ερμήνευσε η Μελία Μερκούρη στη «Στέλλα».

Υπάρχει όμως και μια ακόμα συνεισφορά του που πολλοί Αθηναίοι αγνοούν αλλά άλλαξε για πάντα την εικόνα της πόλης. Ο Κακογιάννης ευθύνεται για τον υπέροχο φωτισμό της Ακρόπολης, της Πύλης του Αδριανού, του Λυκαβηττού και της Βουλής. «Έβλεπα τον Παρθενώνα που ήταν κακά αξιοποιημένος και με πλήγωνε βαθιά» αναφέρει ο ίδιος και περιγράψει με ποιο τρόπο έφερε στην Ελλάδα το 2001 τον κορυφαίο γάλλο φωτιστή Πιερ Μπιντό, ενώ παράλληλα ίδρυσε το σωματείο «Οι φίλοι της Αθήνας» και έπεισε καταξιωμένους Αθηναίους να χρηματοδοτήσουν το έργο μαζί με τον όμιλο UBS. Το σκέφτηκε, το ήθελε και το πέτυχε. Κανείς άλλωστε δεν μπορούσε να αρνηθεί στον Μιχάλη Κακογιάννη.

Αν έπρεπε να διαλέξουμε έναν χαρακτηρισμό για εκείνον νομίζω πως ο Νίκος Κούνδουρος μιλώντας για το συνάδελφο του τον Ιούλιο του 2011, όταν έφυγε από τη ζωή, αναφέρει την πιο σωστή λέξη. «Περφεξιονίστ» γιατί μπορούμε να του κολλήσουμε δίπλα σε ό,τι έκανε τον τίτλο εξαιρετικό. «Γυρίζει τον Ζορμπά και γίνεται θρύλος. Γυρίζει με την Κάθριν Χέμπορν αρχαία ελληνική τραγωδία, εξαιρετική. Γυρίζει την Ηλέκτρα με την Ειρήνη Παπά, εξαιρετική». Και μόνο ότι θρύλοι του ελληνικού σινεμά, η Μελίνα, η Λαμπέτη, ο Χορν έκαναν τις πιο σημαντικές τους ερμηνείες σε ταινίες του δεν αφήνει αμφιβολίες για το ταλέντο αλλά και την διορατικότητα ενός μεγάλου έλληνα καλλιτέχνη.

Τα φοιτητικά χρόνια στο Λονδίνο εργάζεται στο BBC και παίζει σε κάποιες ταινίες. Γρήγορα όμως τον συνεπαίρνει η σκηνοθεσία και το 1953 επιστρέφει στην Ελλάδα και σκηνοθετεί το «Κυριακάτικο ξύπνημα» (1954). Η προβολή της ταινίας στις Κάννες και η επιλογή να ανοίξει αυτή το φεστιβάλ του Εδιμβούργου έβαζαν παράλληλα τις βάσεις για τη διεθνή καριέρα από την πρώτη του κι όλας ταινία. Η Έλλη Λαμπέτη στον ρόλο της Μίνας που της κλέβουν την τσάντα και μαζί το λαχείο που κερδίζει τον πρώτο αριθμό και ο Δηήτρης Χρον ως φτωχός μουσικός Αλέξης γίνονται σύμβολα και αγαπιούνται με πάθος.

Ακολούθησε η «Στέλλα» (1955), η ταινία σταθμός στην οποία έκανε το ντεμπούτο της η Μελίνα Μερκούρη και γνώρισε αμέσως εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία. Βασισμένη στο θεατρικό έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη «Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια» και εμπνευσμένη δραματουργικά από το μύθο της Κάρμεν η «Στέλλα» διακρίθηκε με τη Χρυσή Σφαίρα καλύτερης ξένης ταινίας το 1956 και με το βραβείο καλύτερης ταινίας ρετροσπεκτίβας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το 1960.

Η ταινία ήταν φαβορί για το Χρυσό Φοίνικα στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Καννών το 1955 και η Μελίνα Μερκούρη για το βραβείο καλύτερης ηθοποιού· δεν κέρδισε όμως κανένα από τα δύο. Ήταν επιπλέον η ελληνική υποβολή για το Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας του 1956.

Το «Κορίτσι με τα μαύρα» (1956) πάλι με την Έλλη Λαμπέτη ήρθε ένα χρόνο μετά και παρουσιάστηκε επίσης στο φεστιβάλ των Καννών το 1956. Πήρε βραβείο χρυσής σφαίρας καλύτερης ξένης ταινίας από την επιτροπή ανταποκριτών ξένου τύπου στο Hollywood και ασημένιο βραβείο στο φεστιβάλ της Μόσχας το 1958.

«Το τελευταίο ψέμα» (1958), «Ερόικα» (1960) και «Χαμένο κορμί» (1961) ήρθαν στη συνέχεια, όλες τους εξαιρετικές και με σημαντικές διακρίσεις σε φεστιβάλ όλου του κόσμου. Τίποτα όμως δεν συγκρίνεται με αυτά που έγραψαν οι κριτικοί κινηματογράφου για την «Ηλέκτρα» (1962).

Το έργο βασίστηκε στην τραγωδία του Ευρυπίδη και έφερε τον ελληνικό πολιτισμό στις πρώτες σελίδες του διεθνή τύπου. Υπήρξε υποψήφια για Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας την ίδια χρονιά, ενώ κέρδισε το βραβείο καλύτερης κινηματογραφικής μεταφοράς στο Φεστιβάλ των Καννών και δεκάδες άλλες διακρίσεις. «Εκθαμβωτική εκμετάλλευση του κινηματογραφικού μέσου που μετουσιώνει το χρυσάφι της προφορικής ποίησης σε μια άλλη μορφή τέχνης» έγραψαν οι New York Times, ενώ η Le Monde: «εκπληκτικό κατόρθωμα, μια ταινία συγκλονιστική, που βγάζει από τον καθένα μας ό,τι καλύτερο έχει μέσα του». Η Έλλη Λαμπέτη στον ρόλο της ζωής της και μαζί της ο Γιάννης Φέρτης στον ρόλο του Ορέστη και ο Μίκης Θεοδωράκης σε εξαιρετική μουσική επένδυση.

Και όλα αυτά που για άλλον θα ήταν το απόγειο για τον Μιχάλη Κακογιάννη ήταν απλώς τα πρώτα βήματα, ήταν η προετοιμασία για μια ταινία που του άνοιξε όλες τις πόρτες, που έφερε στην Ελλάδα θρύλους του ελληνικού σινεμά, τρία Όσκαρ και μια μελωδία που μας σημάδεψε για πάντα. Ο Άντονι Κουίνκ, μονοκόμματος, πελώριος και αξύριστος είναι ένας τέλειος Ζορμπάς» έγραψε ο Φρέντυ Γερμανός στις Εικόνες και πράγματα η φιγούρα του ηθοποιού να χορεύει το συρτάκι του Μίκη στην παραλία των Χανιών έμεινε στην ιστορία. «Αναρχική κωμωδία» χαρακτήρισε ο ίδιος Κακογιάννης την ταινία που τιμήθηκε με Όσκαρ Β´ Γυναικείου Ρόλου για την ερμηνεία της Λίλας Κέντροβα, με Όσκαρ καλλιτεχνικής διεύθυνσης και Όσκαρ φωτογραφίας.

Ο Ζορμπάς καθιέρωσε τον Κακογιάννη στους σημαντικότερους σκηνοθέτες του κόσμου και έδωσε στο ελληνικό σινεμά μια σπίθα από την οποία πήραν έναυσμα πολλοί νεότεροί του αξιόλογοι σκηνοθέτες. Στις πιο σημαντικές στιγμές της καριέρας ανήκει όμως και το δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ «Αττίλας 1974» το οποίο ως θέμα έχει την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974, και το οποίο γυρίστηκε κατά την διάρκεια της εισβολής ώστε να γίνει διεθνώς γνωστή η κατάσταση στο νησί.

Στις 25 Ιουλίου 2011 ο Μιχάλης Κακογιάννης έφυγε από τη ζωή και η ταφή του έγινε στον περίβολο του Ίδρυματος Μιχάλης Κακογιάννης, όπως επιθυμούσε ο ίδιος. Ένα Ίδρυμα που οραματίστηκε για να μπορεί να υποστηρίζει τη διάδοση των παραστατικών τεχνών και ειδικότερα του θεάτρου και του κινηματογράφου. Ένας μεγάλος καλλιτέχνης που προσέφερε στην Ελλάδα τα μέγιστα έφυγε έχοντας εκπληρώσει έναν ακόμα στόχο. Να γίνει η τέχνη του παράδειγμα ώστε οι νέοι καλλιτέχνες να δημιουργήσουν και γιατί όχι κάποτε να τον φτάσουν.

Πηγή: in.gr