Μνήμη Βασίλη Σάσσαλου, δικηγόρου

Ο εκλιπών είναι πάντα ανυπεράσπιστος.

Δεν διαταράσσεται, δεν αντιδρά, δεν εξοργίζεται, δεν αντιλέγει.

Και κυρίως δεν ανθίσταται και δεν ενίσταται στον τελευταίο αποχαιρετισμό. Διότι απλούστατα δεν τον προσλαμβάνει.

Άρα ο αποχαιρετιστήριος λόγος εκπίπτει μοιραία σε έναν άχαρο μονόλογο που πιο πολύ ικανοποιεί τον ομιλούντα και λιγότερο τιμά τον εκλιπόντα.

Όταν ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Ηλείας κ.Δημ. Δημητρουλόπουλος μου ζήτησε να αποχαιρετήσω για λογαριασμό όλων μας τον Βασίλη, για λίγο δίστασα.

Γιατί είχα στο νου μου όλα τα παραπάνω. Και κυρίως γιατί με παίδευε η σκέψη ότι υπήρχε ο ορατός κίνδυνος να εγκλωβίσω τον ανυπεράσπιστο πλέον Βασίλη στις συνήθεις τυπικότητες που ούτε του ταίριαζαν, ούτε τις ήθελε ποτέ.

Για να αντιμετωπίσω λοιπόν αυτόν τον κίνδυνο άρχισα να ζυγιάζω εάν διέθετα τα σωστά υλικά για να ξεπροβοδίσω ευπρεπώς έναν από τους πιο αντικομφορμίστες ανθρώπους και δικηγόρους που μου έτυχε ποτέ να γνωρίσω. Τον ανυπότακτο Βασίλη Σάσσαλο.

Εκτός όμως από αυτό, με ενδιέφερε να εξασφαλίσω και την ρητή συναίνεση του εκλιπόντα γι’ αυτό το εγχείρημα. Που, για πρακτικούς βέβαια λόγους, την θεώρησα τεκμαιρόμενη και δεδομένη, λόγω της εδραιωμένης και αδιατάρακτης σχέσης μας που κράτησε για πάνω από 30 χρόνια.

Όταν λοιπόν έκρινα ότι υφίστατο η ελάχιστη νομιμοποίηση που απαιτείτο, άρχισα να βασανίζω αυτό το χαρτί, που αποδείχθηκε τελικά πολύ ευτελές για να αντέξει όσα θα έπρεπε να ειπώ για το Βασίλη.

Γι’ αυτό το λόγο περιορίζομαι σε μια λιτή αναφορά:

Ο Βασίλης υπήρξε κατ’ αρχήν ευθύς, άμεσος και πηγαίος.

Προσηνής, ευπροσήγορος, οικείος και ευγενής. Πληθωρικός, δοτικός και αλληλέγγυος. Δυναμικός και νευρώδης. Υπερήφανος αλλά όχι εγωιστής. Με την υποδόρεια σεμνότητα των ασφαλών και με την ασφάλεια των δοκιμασμένων. Αναμφισβήτητα εύστροφος και αδιαπραγμάτευτα ειλικρινής. Εκάστοτε ανήρ αψύς και θυμώδης, αλλά πραγματικός ανήρ. Μαχητής εκ του συστάδην, γεννημένος υπερασπιστής και μόνον κατ’ ανάγκην επιτιθέμενος. Κάθετος, σταθερός και αμετάθετος από τις αρχές του. Με μία βαθειά έγνοια πάντα για την δημοκρατία, για το ήθος και για την αλήθεια.

Ο Βασίλης υπήρξε αθεράπευτα ρομαντικός. Χαμένος «μέσα στους δρόμους που τον έδεσαν για πάντα» με την Ζαχάρω, με τον Καϊάφα και τα λοιπά μαγευτικά περίχωρα. Με την γλυκιά ανατολή του Ιονίου και την ζεστή αγκαλιά του Κυπαρισσιακού. Με τις εικόνες δηλαδή που αποτυπώθηκαν ανεπαισθήτως στο ζεστό του βλέμμα.

Ο Βασίλης Σάσσαλος υπήρξε κατ’ εξοχήν αντισυμβατικός, ακτιβιστής, ριζοσπάστης, ανατρεπτικός και νεωτεριστής.

Μακριά από τις αγκυλώσεις, τις μουχλιασμένες δοξασίες και τα βαλσαμωμένα θέσφατα.

Φίλα προσκείμενος προς του νέους, νέος και ο ίδιος, νυν και αεί διδασκόμενος.

Ο Βασίλης υπήρξε ελεύθερος, ασυμβίβαστος και αδέσμευτος.

Είχε δικό του σχέδιο πτήσης, δικούς του αεροδιαδρόμους και δικούς του προορισμούς. Όχι χαραγμένους από άλλους, ιστάμενους ή καθήμενους. Διότι ο ίδιος γεννήθηκε αετός, αιωρούμενος μέχρι το τέλος στα ύψη που ο ίδιος καθόριζε.

Ο Βασίλης Σάσσαλος υπήρξε ένας ώριμος άντρας που έτυχε να φιλοξενήσει μέσα του μια παιδική καρδιά. Ανθεκτική στην πίκρα, ανοιχτή στη χαρά και ευαίσθητη στον πόνο του διπλανού του. Μια καρδιά μονόδρομα επιρρεπή στα γήϊνα και στα ανθρώπινα. Άδολος, τρυφερός, φιλικός, μα πάνω απ’ όλα ντόμπρος και «μπεσαλής» υπήρξε ο Βασίλης.

Ο Βασίλης υπήρξε ένας διαλεχτός συνάδελφος. Ο ορισμός του μαχόμενου δικηγόρου, του ταγμένου συνηγόρου που μέχρι τελικής πτώσης πάλεψε για το εφ’ ω ετάχθη.

Συγκροτημένος, διαλλακτικός, επαρκής, επίκαιρος και πάντα ετοιμοπόλεμος.

Μπορεί να μην άρχιζε αυτός τον καυγά, αλλά σίγουρα ήταν εκείνος που θα τον τελείωνε. Με ισχυρά «κρατήματα» στις δικονομικές στροφές, με το χάρισμα της ακαταμάχητης πειθούς που επιβάλλει και επιβάλλεται.

Με τον θυελλώδη λόγο, την κατά ριπάς επιχειρηματολογία, την πυρετική συνέγερση του ακροατηρίου, με τον αέναο μόχθο για μια πιο ανθρώπινη και πιο δίκαιη απονομή της δικαιοσύνης. Ο Βασίλης, ο αρχηγός των ατάκτων δικηγόρων, δεν αρκείτο στην ρουτίνα της εμπέδωσης του αυτονόητου, στο πεδίο δηλαδή που αναλώνει ο δικηγόρος το συντριπτικά μεγαλύτερο δυναμικό του.

Επιδίωκε και προσδοκούσε πάντα κάτι παραπάνω: την οριοθέτηση και κατοχύρωση της δίκαιας δίκης, κόντρα στους σχολαστικούς και στους φορμαλιστές. Διότι πρέσβευε ότι ο δικηγόρος πρέπει να παραμένει ο εαυτός του, ακόμη και όταν κινδυνεύει να συνθλιβεί μέσα στη μέγγενη του πιο δύσκολου επαγγελματικού διλήμματος.

Ο Βασίλης υπήρξε ο αιρετικός δικηγόρος της γενιάς του.

Επαναστάτης με αιτία, πολίτης με ευαισθησία, επιστήμονας με ανθρωπισμό και φιλαλληλία.

Άλλοτε ισχυρός και άλλοτε ανίσχυρος, άλλοτε ανάντι και άλλοτε κατάντι του συρμού, άλλοτε άρχων και άλλοτε αναρχούμενος.

Όπως αρμόζει δηλαδή στους γενναίους, στους ωραίους και στους δυνατούς.

Πεζός ή εποχούμενος, ανάλογα με τις δικές του ανηφόρες και τους δικούς του σταυρούς. Μα πάντα άνω θρώσκων.

Δικηγόρος παλαιάς κοπής και διαρκούς αντικρύσματος, ανδρώθηκε, όταν ακόμη οι σκέψεις ποτίζονταν με το μελάνι και δεν μεταφέρονταν με τον ψηφιακό τυφλοσούρτη.

Μάγκας παντός καιρού, και σίγουρα ένας από τους λίγους δικηγόρους που θα εισέλθουν στον Παράδεισο.

Γειά σου Βασίλη και θα σε θυμόμαστε με αγάπη.

 

Θοδωρής Τάκης Αντωνόπουλος*

 

* Εκφωνήθηκε το Σάββατο 9-3-2019 κατά την εξόδιο ακολουθία του στην Ζαχάρω