Ο απόηχος του Δεκαπενταύγουστου στα χωριά της Ηλείας

Να είμαστε καλά
του χρόνου να ξανασμίξουμε….

 

Tην τιμητική τους έχουν αυτές τις ημέρες τα χωριά του νομού μας όπως παραδοσιακά συμβαίνει κάθε χρόνο τον Αύγουστο.

Αρκετοί ετεροδημότες  έχουν φτάσει στις ιδιαίτερες πατρίδες τους για να περάσουν μερικές ημέρες ξεκούρασης, να δουν συγγενείς και φίλους, δίνοντας με την έλευση τους και πάλι ζωντάνια στην ύπαιθρο του Νομού μας.

Ακόμη και τα πιο  απομακρυσμένα  χωριά όπου το χειμώνα κυριαρχεί η απόλυτη ερημιά, ζωντανεύουν και αυτά  τον Δεκαπενταύγουστο.
Αρκετοί μάλιστα είναι και φέτος οι απόδημοι Ηλείοι οι οποίοι έρχονται στον τόπο τους φέρνοντας μαζί και φίλους για να τους φιλοξενήσουν στα πατρικά σπίτια και να γνωρίσουν από κοντά την περιοχή μας.

Δεν υπάρχει χωριό που να μην φιλοξενεί  ένα πανηγύρι, ενώ δεν λείπουν τα παραδοσιακά ανταμώματα, τα φεστιβάλ πολιτισμού, οι προβολές ταινιών, οι θεατρικές παραστάσεις, οι συναυλίες, αλλά και οι αθλητικοί αγώνες  και οι εκδηλώσεις μνήμης.

Όλες αυτές οι εκδηλώσεις έχουν κινητήριο «μοχλό» τους  τοπικούς πολιτιστικούς συλλόγους .

Φυσικά, οι Δήμοι ενισχύουν κάθε προσπάθεια, ενώ δε λείπουν οι περιπτώσεις που αναβιώνουν ενδιαφέροντα ήθη κι έθιμα του παρελθόντος με στόχο να μη χαθούν στο πέρασμα του χρόνου.

 

Απέκτησαν και πάλι ζωή

 

Είτε μόνιμοι κάτοικοι είτε παραθεριστές, τους συναντάς τις ημέρες αυτές  στο χωριό.

Τους συναντάς  στον περίπατο, στο καφενείο,  στην ψησταριά, τους βλέπεις να  γλεντάνε παρέα στις γιορτές και στα πανηγύρια.

Γεμίζει το χωριό με κόσμο κάθε Αύγουστο και συνεχώς ακούς  «πότε ήρθατε; Θα καθίσετε μέρες;».

Ζωντανεύει η πλατεία με τα χαχανητά και τα ξεφωνητά  των παιδιών,  παίρνει φωτιά το τάβλι,  μια παρτίδα πρέφα που έμεινε στη μέση από πέρσι ήρθε η ώρα να τελειώσει, δεν προλαβαίνει ο καφετζής να κουβαλά μεζέδες,  και καφέδες. Συζητήσεις  για τον χειμώνα που πέρασε και για τα γονικά  σπίτια που  ξαραχνιάζονται  μια φορά τον χρόνο.·

«Περπατάμε στα ρημαγμένα χωράφια μας και στις κλειστές μας γειτονιές, πονούμε για τα ξεραμένα μας πηγάδια και τις γκρεμισμένες ξερολιθιές, ανάβουμε τα καντήλια των προγόνων μας, κι αναζητούμε τις συκιές, τις απιδιές και τις καρυδιές μας, με λαχτάρα να τις βρούμε στη θέση τους και να γευθούμε τα γεννήματά τους.

Κουβεντιάζουμε γι’ αυτούς που αρρωστήσανε ή φύγανε ξαφνικά μες στη χρονιά, κι έμεινε κενή η γωνιά που συνήθιζαν να κάθονται στο καφενείο. Πόσοι απομείνανε στο χωριό, ποια σπίτια ερημώσανε, ποιοι νέοι άνθρωποι φύγανε για τις μεγαλουπόλεις  ή για ξένες χώρες».

Αυτές είναι οι συζητήσεις μας, μας είπαν οι κάτοικοι της Τοπικής Κοινότητας Φολόης τους οποίους συναντήσαμε στην πλατεία του χωριού. Μία χαρούμενη παρέα όλοι μαζί.

«Κι έπειτα, επάνω που ξαναβρίσκουμε το σπίτι, το χωριό και τη ρίζα μας, αρχίζουνε τα κλειδαμπαρώματα κι οι αποχαιρετισμοί. Φορτωνόμαστε με φρούτα και λαχανικά, κρασί και λάδι, να κουβαλήσουμε στην πόλη λίγη γεύση και μυρωδιά πατρίδας. Πνίγουμε τα δάκρυά μας καθώς φιλιόμαστε και ανταλλάσσουμε ευχές, να ‘μαστε καλά του χρόνου να ξανασμίξουμε, και τραβά ο καθείς για τη μοναξιά του, αφήνοντας τους συγχωριανούς μας στη δική τους».