Ο σχηματισμός των κομμάτων

Οι πολιτικές δυνάμεις  της επαναστατικής περιόδου, οι φατρίες, των οποίων η ισχύς εκπορευόταν από την προσωπικότητα του ηγέτη-αρχηγού και την οικογενειακή παράδοση και υπεροχή του, ήταν έτοιμες να δράσουν με τρόπο καταλυτικό στην πολιτική σκηνή, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια.

Τα πρωτεία της ισχύος διεκδικούσαν πέντε οικονομικά και τοπικά ισχυρές οικογένειες: οι Ζαΐμηδες, οι Λόντοι, οι Δεληγιανναίοι, οι Κουντουριώτες και οι Μαυρομιχαλαίοι. Την εξουσία διεκδικούσαν και οι Φαναριώτες: Αλ. Μαυροκορδάτος, Θ. Νέγρης, Δ. Υψηλάντης. Πολιτική δύναμη επιζητούσαν και οι ισχυροί στρατιωτικά οπλαρχηγοί. Όλοι αυτοί συσπειρώθηκαν σε δύο αντιμαχόμενους πολιτικά σχηματισμούς: το πολιτικό και το στρατιωτικό κόμμα. Το προβάδισμα ανήκε στο πολιτικό κόμμα, καθώς είχε αποδεχθεί τους συνταγματικούς θεσμούς. Βέβαια, μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, οι πολιτικές δυνάμεις διακρίνονταν πια στους Καποδιστριακούς και στους Αντικαποδιστριακούς. Η πολιτική τους διαμάχη έφθασε στα όρια του Διχασμού. Κορυφώθηκε ανάμεσα στον Αυγουστίνο Καποδίστρια και τον Ι. Κωλέττη. Από την αναμέτρησή τους θριάμβευσε ο Κωλέττης, ο οποίος ώθησε τον Αυγουστίνο σε παραίτηση και συνάμα διαπραγματεύτηκε με τους τρεις αντιπρέσβεις, τη Γερουσία και το καποδιστριακό κόμμα τον καθορισμό των επτά προσώπων, που θα αποτελούσαν τη νέα Διοικητική Επιτροπή.[1]

Τη Διοικητική Επιτροπή αποτέλεσαν ο Κωλέττης, ο Κουντουριώτης, ο Μπότσαρης, ο Υψηλάντης, ο Ζαΐμης, ο Μεταξάς και ο Πλαπούτας. Σύμφωνα με τον Ι. Πετρόπουλο, ο Κωλέττης, ο Κουντουριώτης, ο Μπότσαρης και ο Υψηλάντης αντιπροσώπευαν το γαλλικό κόμμα( το οποίο αποκαλούνταν και συνταγματικό), ο Ζαΐμης αντιπροσώπευε το αγγλικό ή μετριοπαθές κόμμα και ο Μεταξάς και ο Πλαπούτας το Καποδιστριακό.

Αν και οι πολιτικοί αυτοί σχηματισμοί είχαν επιδείξει διαμετρικά αντίθετη στάση ως προς το συνταγματικό ζήτημα από το Δεκέμβριο του 1831 ως το Μάρτιο του 1832, εντούτοις αρκέστηκαν στη νομιμοποίηση των αποφάσεων της Συνδιάσκεψης του Λονδίνου εκχωρώντας μ’ αυτόν τον τρόπο την πολιτική εξουσία σε ξένο ηγεμόνα και εξυπηρετώντας κατά τρόπο τινά τα σχέδια των ξένων Δυνάμεων όσον αφορά την υλοποίηση των προγενέστερων αποφάσεων τους απέναντι στο πολιτειακό καθεστώς της Ελλάδας.

Σύμφωνα με τον Ι. Πετρόπουλο λοιπόν, λίγο πριν από την άφιξη του Όθωνα στην Ελλάδα, επικρατούσαν στον πολιτικό στίβο της χώρας μας τρία κόμματα: το αγγλικό, το γαλλικό και το ρωσικό.

«Το καθένα, με τον ιδιαίτερο προσανατολισμό του στην εξωτερική πολιτική και το συνταγματικό ζήτημα. Το καθένα υπό την ηγεσία μιας από τις τρεις προσωπικές φατρίες. Το καθένα με την ενθάρρυνση και την υποστήριξη ενός από τους τρεις αντιπρέσβεις».[2]

«Τα προγράμματα των τριών κομμάτων, του αγγλικού, του ρωσικού και του γαλλικού, δεν αντανακλούσαν παρά την πολιτική των τριών προστάτιδων δυνάμεων στην Ελλάδα, που είχαν υπό την προστασία τους τα κόμματα αυτά με τα οποία συνδέονταν τα συμφέροντά τους. Οι ραδιουργίες των πρεσβευτών των τριών δυνάμεων, όπου αναμιγνύονταν οι αντιβασιλείς και οι αρχηγοί των κομμάτων, σημαδεύουν την πολιτική ζωή της Ελλάδας στη διάρκεια των πρώτων χρόνων της Μοναρχίας».[3]

Μία συνιστώσα για τη διαμόρφωση και τη σταθεροποίηση των «κομμάτων», ήταν η ισχυρή διακυβέρνηση του Καποδίστρια, η οποία λόγω της δημοτικότητάς της του επέτρεψε να συγκροτήσει ένα καλά οργανωμένο κόμμα με δυνατή λαϊκή υποστήριξη.

Μία δεύτερη συνιστώσα ήταν η παρουσία των αντιπρέσβεων και των ξένων ναυάρχων. Επρόκειτο για μία σημαντική ξένη δύναμη, στην οποία απευθύνονταν όλοι όσοι βρίσκονταν στο πολιτικό προσκήνιο, με αποτέλεσμα να αποτελεί κατευθυντήρια δύναμη των πολιτικών καταστάσεων στην Ελλάδα.

Η Τρίτη συνιστώσα ήταν η οδύνη του εμφύλιου σπαραγμού, του Διχασμού, που σημάδευσε την πολιτική ζωή της χώρας μετά τη δολοφονία του Ι. Καποδίστρια. Ο Διχασμός του 1832 είχε δημιουργήσει έντονη πικρία ανάμεσα στο αγγλικό και το γαλλικό κόμμα, με απότοκο να ενισχυθεί η εσωτερική συνοχή τους και εν συνεχεία να καταστεί σαφέστερη η διάκριση των οπαδών του ενός κόμματος από του άλλου.[4]

Οι συγκεκριμένες λοιπόν πολιτικές ζυμώσεις μετέβαλαν το σκοπό του Αγώνα για τη δημιουργία ενός φιλελεύθερου κράτους, καθώς επέβαλαν την επικράτηση της ξένης μοναρχίας.

[1] John A. Petropulos, «Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο(1833-1843), τόμ. Α,  Μορφωτικό ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1997, σ.155-156.

[2] John A. Petropulos, «Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο(1833-1843), τόμ. Α,  Μορφωτικό ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1997, σ. 162.

[3] Ν. Γ. Σβορώνος, «Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας», Ιστορική Βιβλιοθήκη, Εκδόσεις Θεμέλιο , Αθήνα 1994, σ.79.

[4] John A. Petropulos, «Πολιτική και συγκρότηση κράτους στο ελληνικό βασίλειο(1833-1843), τόμ. Α,  Μορφωτικό ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1997, σ.163.