Η αξία των Λατινικών στην εκπαίδευση

Ζούμε σε ταραγμένους καιρούς, που μεταξύ άλλων χαρακτηρίζονται από ραγδαίες αλλαγές. Μία από αυτές τις αλλαγές που έχει ξεκινήσει εδώ και πολλά χρόνια – για την ακρίβεια τα πρώτα βήματα αυτής της αμφισβήτησης ξεκίνησαν μετά τον Μάη του ’68 – είναι η απαξίωση των Κλασικών Επιστημών (Κλασική Φιλολογία, Κλασική Αρχαιολογία, Αρχαία Ιστορία).

Η κατάπτωση των αξιών των Κλασικών Επιστημών (της Altertumswissenschaft, όπως έγινε γνωστή στην Γερμανία) δεν είναι γεγονός σημερινό ούτε και μόνο Ελληνικό. Ξεκίνησε εδώ και αρκετά χρόνια, όταν οι Κλασικές Σπουδές άρχισαν να φθίνουν έναντι των Τεχνολογικών & Οικονομικών, όταν ο άνθρωπος άρχισε να μην εμπιστεύεται τα στέρεα θεμέλια της Αρχαιότητας, αλλά θέλησε να αντικαταστήσει τα ισχυρά θεμέλια του Αρχαίου Κόσμου με τα σαθρά θεμέλια της Τεχνολογίας και του εύκολου χρήματος.

Είναι γεγονός πως ούτε και στην Ευρώπη τα Classics δεν κατέχουν σήμερα την επιβλητική θέση που κατείχαν κάποτε, ωστόσο στην Ελλάδα η κατάσταση είναι χειρότερη, επειδή η χώρα μας ποτέ δεν απέκτησε κάποια πνευματική παράδοση λόγω της Τουρκοκρατίας, της οικογενειοκρατίας και της ρουσφετοκρατίας, που επικράτησαν από το 1453 και σε μεγάλο βαθμό συνεχίζουν να ταλανίζουν το μικρό νεοελληνικό κράτος.

Όμως
ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Το 1983 αποφασίζεται πως μία σημαντική
τομή θα συμβεί στο μάθημα των Λατινικών. Ενώ δηλ. ως τότε οι μαθητές καλούνταν
να απαντήσουν κάποιες γραμματικές και συντακτικές παρατηρήσεις, μεταφράζοντας
ταυτόχρονα ένα λατινικό κείμενο 8-10 γραμμών, ανακοινώνεται πως το αδίδακτο
κείμενο θα αντικατασταθεί από ένα corpus 50 μικρών κειμένων, όπου στόχος τους θα είναι ο
μαθητής να εξοικειωθεί με την δομή της λατινικής γλώσσας μέσα από κείμενα
κατάλληλα διαμορφωμένα, ώστε στο καθένα από αυτά να παρουσιάζεται το αντίστοιχο
γραμματικό ή συντακτικό φαινόμενο. Επίσης το βιβλίο, περιλαμβάνοντας κάποια
σύντομα εισαγωγικά σημειώματα, θα έδινε μερικές πληροφορίες για το τι ‘πράγμα’
ήσαν αυτοί οι Ρωμαίοι. Όπως κάθε πράγμα στην Ελλάδα κατά την εφαρμογή του
διαστρεβλώνεται, το ίδιο συνέβη και με το βιβλίο αυτό:

Τα εισαγωγικά σημειώματα δεν χρησιμοποιήθηκαν ποτέ στην πράξη, με αποτέλεσμα το μάθημα να παραμείνει στην πραγματικότητα μια γραμματικο-συντακτική προσέγγιση των Λατινικών. Οι ετυμολογικές παρατηρήσεις, που ήταν σημειωμένες σε κάθε μάθημα και είχαν ως σκοπό να παρουσιάσουν την συγγένεια Λατινικής και Ελληνικής γλώσσας, δεν χρησιμοποιήθηκαν ποτέ. Τέλος, η προτεινόμενη βιβλιογραφία, που είχε το βιβλίο του καθηγητή σε κάθε κεφάλαιο, ομοίως ποτέ δεν χρησιμοποιήθηκε, ώστε οι μαθητές να έρθουν κοντύτερα με την ρωμαϊκή λογοτεχνία και τον ρωμαϊκό πολιτισμό.

Επομένως σε τι ωφέλησε η αλλαγή αυτή; Τι άλλαξε; Όπως και με τις περισσότερες ‘μεταρρυθμίσεις’ στην ελληνική εκπαίδευση, σχεδόν τίποτα. Το μάθημα συνέχισε να εξετάζεται σε φορμαλιστικό και βερμπαλιστικό επίπεδο και η προσέγγιση ήταν καθαρά γραμματικο-συντακτική. Συνέβη όμως και κάτι πολύ χειρότερο: ενώ ως τότε οι μαθητές εξασκούνταν σε πάρα πολλά κείμενα και μάθαιναν έναν αξιόλογο αριθμό λέξεων, αποκτώντας τουλάχιστον μια γλωσσική παιδεία, τώρα οι μαθητές αρκούνταν πλέον στην παπαγαλία της μετάφρασης 45 κειμένων. Δεν μάθαιναν καν το λεξιλόγιο από την στιγμή που το κείμενο της μετάφρασης ήταν συγκεκριμένο. Επομένως μπορούμε να πούμε πως από 1983 και εξής ξεκίνησε για τους μαθητές βαθμηδόν η καταστροφή της γλωσσικής λατινικής τους παιδείας, χωρίς ωστόσο να επιτευχθεί κάποια βελτίωση στην γνώση που είχαν για τον ρωμαϊκό πολιτισμό ή την λατινική κουλτούρα. Από το 2000 μάλιστα και εξής, οπότε συντελείται νέα αλλαγή στο εκπαιδευτικό σύστημα (αύξηση θέσεων των εισακτέων στα Πανεπιστήμια, επέκταση των εξεταζομένων μαθημάτων στην Γ΄ Λυκείου από 4 σε 10, χαλάρωση των ζητουμένων των εξετάσεων), το αποτέλεσμα είναι μία τεράστια πτώση της βαθμολογικής κλίμακας στα Λατινικά. Δηλ. εκεί που το 18 ως το 2000 εθεωρείτο ‘αποτυχία’ στα Λατινικά, ξαφνικά έγινε ένας ‘πολύ καλός’ βαθμός και σύντομα επρόκειτο να γίνει ένας προνομιούχος βαθμός. Αυτό σήμαινε απλά πως η επίδοση των μαθητών στο μάθημα κάθε χρόνο και χειροτέρευε.

Τα
τελευταία χρόνια το Υπουργείο Παιδείας πραγματοποίησε εκ νέου αλλαγές στο
μάθημα των Λατινικών. Παρατηρώντας οι γραφιάδες του Υπουργείου τα ‘νούμερα’,
δηλ. την ‘κατηφόρα’ των βαθμών, δρώντας ως καναλάρχες που θέλουν να ανεβάσουν
τα νούμερά τους, αντί να ενσκήψουν και να αφουγκραστούν το πρόβλημα, αντί να
επισκεφθούν οι σχολικοί σύμβουλοι τα σχολεία, ώστε να διαπιστώσουν την αιτία
του προβλήματος και αντί να συναντήσουν τους πανεπιστημιακούς Δασκάλους, ώστε
να συζητήσουν μαζί τους για την ίαση της ασθένειας, προτίμησαν πιο απλές, πιο
γρήγορες και πιο ‘ωραίες’ (για τους μαθητές) λύσεις: την περικοπή και την
μείωση της ύλης. Έτσι τα 45 κείμενα της Γ΄ Λυκείου, που στο μεταξύ από το 2000
είχαν γίνει 44 (20 κείμενα διδάσκονταν και εξετάζονταν πανελλήνια στην Β΄
Λυκείου και άλλα 24 στην Γ΄) έγιναν 24, αφού οι εξετάσεις της Β΄ Λυκείου
καταργήθηκαν. Τα αποτελέσματα τραγικά. Στο Πανεπιστήμιο διαπίστωνε εύκολα
κανείς πως οι μαθητές δεν γνώριζαν πλέον σχεδόν τίποτε από την ύλη της Β΄
Λυκείου. Αυτό για να διασκεδάσουμε λίγο με την ρήση του υπουργού και των παρὰ τῷ ὑπουργῷ πως το μάθημα δεν
καταργείται, απλά αφαιρείται από τις Πανελλήνιες. Στην Ελλάδα ό,τι αφαιρείται
από τις Πανελλήνιες, οβελίζεται από την ύλη της σχολικής αίθουσας! Τα 24
κείμενα σύντομα επρόκειτο να περικοπούν κι άλλο κι έγιναν 22, μόνο που αυτά τα
22 δεν ανταποκρίνονταν στο βιβλίο της Γ΄ Λυκείου, που ήταν μεγαλύτερα σε έκταση,
αλλά επιλέχθηκαν κάποιο από το βιβλίο της Β΄ Λυκείου, τα οποία έτσι κι αλλιώς
ήσαν τόσο εύκολα, γιατί αποσκοπούσαν πιο πολύ στην γνωριμία των μαθητών με την
γλώσσα και όχι στη εξέταση. Έτσι λοιπόν 9 κείμενα από την Β΄ Λυκείου και 13
κείμενα από την Γ΄, στο σύνολο 22 κείμενα. Τώρα πια αφαιρούνται και ολόκληρα
τμήματα σύνταξης: αφαιρείται τμήμα των προτάσεων, αφαιρείται η γερουνδιακή έλξη
και ο Πλάγιος Λόγος! Ναι καλά ακούσατε! Vae victis!

Όμως
τα βάσανα από την κατακρεούργηση του μαθήματος όχι μόνο δεν τελείωσαν αλλά θα
μπορούσαμε να πούμε πως τώρα θα κορυφώνονταν: καθώς μειωνόταν η ύλη, άρχισαν να
αυξάνονται οι παράλογες απαιτήσεις των Πανελληνίων: οι μετατροπές δίνουν και
παίρνουν: ανάλυση μετοχής σε δευτερεύουσα πρόταση, σύμπτυξη δευτερεύουσας
πρότασης σε ισοδύναμη μετοχή, αντικατάσταση ειδικού απαρεμφάτου από
κατηγορηματική μετοχή, αντικατάσταση βουλητική πρότασης από τελικό απαρέμφατο
και το αντίστροφο, πειραματισμοί με την ακολουθία των χρόνων, ανάλυση παράθεσης
ή επιθετικού προσδιορισμού σε δευτερεύουσα αναφορική πρόταση και άλλα πολλά
τερατουργήματα. Η εξέταση των Λατινικών έμοιαζε πλέον με το Θαυμαστικό εντός
του Τριγώνου στον δρόμο, όπου λέει «ΠΡΟΣΟΧΗ ΚΙΝΔΥΝΟΣ», χωρίς να ξέρεις τι
είδους κίνδυνος υπάρχει. Με λίγα λόγια δεν ήξερες τι θα ζητηθεί και τι θα ‘σου
ξημερώσει’. Incredibile
auditu et visu!

Εφόσον
λοιπόν έγιναν όλα αυτά, η Κυβέρνηση μάς ανακοινώνει πως εξαιτίας της
στειρότητας του μαθήματος είναι καλύτερο να εκλείψει από τα Πανελλαδικώς
εξεταζόμενα μαθήματα, αφού μάλιστα δεν έγινε και καμία προσπάθεια αλλαγής ή
εξυγίανσης! Μέγα λάθος και μέγα ψέμα!

Τον
Δεκέμβρη του 2002 σε συνέδριο που έλαβε χώρα στην Αθήνα συζητήθηκε εκτενώς το
πρόβλημα των Λατινικών και έγιναν κάποιες προτάσεις. Συγκεκριμένα, το ισχύον
εγχειρίδιο θα παρέμενε σε χρήση, ώστε οι μαθητές από αυτό να διδάσκονταν την
δομή της λατινικής γλώσσας (γραμματική, σύνταξη). Παράλληλα θα δημιουργείτο ένα
νέο βιβλίο με ανθολογημένα κείμενα της ρωμαϊκής λογοτεχνίας, συνοδευόμενα από
εισαγωγικά σημειώματα και από ερμηνευτικά σχόλια, ώστε οι μαθητές να έρχονταν
σε άμεση επαφή με τον ρωμαϊκό πολιτισμό. Η εξέταση θα περιλάμβανε διδαγμένο και
αδίδακτο κείμενο, όπου από το διδαγμένο οι μαθητές θα εξετάζονταν σε
ερμηνευτικές παρατηρήσεις, εισαγωγή και ετυμολογία, ενώ από το αδίδακτο θα
εξετάζονταν σε μετάφραση, γραμματική και σύνταξη. Καταπληκτικό σχέδιο μόνο που
έμεινε στα χαρτιά και πήγε στις Καλένδες!

Το
2006 εκδίδεται στην σειρά «ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΣΙΑ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΟΓΛΩΣΣΙΑ ΣΤΗΝ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ
ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ» από τον Καθηγητή Λατινικής Φιλολογίας του Α.Π.Θ. το βιβλίο Η ΡΩΜΗ ΚΑΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ. Το βιβλίο
αποσκοπεί στο να εισαγάγει ομαλά τους μαθητές του Γυμνασίου στην Ρώμη και στον
κόσμο της. Το βιβλίο θα κοπεί από την ηγεσία του τότε Υπουργείου και δεν θα
μπει ποτέ στα σχολεία.

Τέλος
το 2015 εκδίδονται στο πρόγραμμα ΚΑΛΛΙΠΠΟΣ κάποια διδακτικά εγχειρίδια. Δεν εκδόθηκαν
με σκοπό να μπουν στην Δευτεροβάθμια, όμως αυτό δεν αναιρεί την αξία τους. Οι
συντάκτες τους είναι διδάσκοντες στο Πανεπιστήμιο με λαμπρή μόρφωση και άρτια
γνώση της λατινικής λογοτεχνίας: Α. Μιχαλόπουλος – Χ. Μιχαλόπουλος, Ρωμαϊκή Λυρική Ποίηση: Οράτιος, Carmina, Αθήνα 2015· Α.
Μιχαλόπουλος – Χ. Μιχαλόπουλος, Ρωμαϊκή
Επική Ποίηση: Βεργίλιος, Αινειάδα – Οβίδιος, Μεταμορφώσεις
, Αθήνα 2015· Χ.
Μιχαλόπουλος – Α. Μιχαλόπουλος, Η Ρωμαϊκή
Ερωτική Ελεγεία
, Αθήνα 2015· Θ. Αντωνιάδης, Ανθολόγιο Ρωμαϊκής Ελεγείας: Από τον Κάτουλλο στον Οβίδιο, Αθήνα
2015· Β. Φυντίκογλου – Χρ. Τσίτσιου-Χελιδόνη, Lingua Latina, Αθήνα 2015. Τα παραπάνω διδακτικά εγχειρίδια με μία
κατάλληλη τροποποίηση θα μπορούσαν να αποτελέσουν το στέρεο υπόβαθρο για ένα
νέο βιβλίο ικανό να ανταποκριθεί στις νέες απαιτήσεις των καιρών, αρκεί να
υπήρχε καλή θέληση και πολιτική βούληση – κάτι που όμως δεν υπήρξε.

Τον
Ιούνιο του 2003 στα Ιωάννινα έλαβε χώρα ένα συνέδριο με θέμα «ΓΛΩΣΣΑ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
ΣΤΗΝ ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ». Κι εδώ ο Καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας του
Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Δ. Κ. Ράιος, έδειξε με ομιλία του τα σφάλματα και τις
αδυναμίες του σχολικού βιβλίου. Το ότι έχει σφάλματα, αβλεψίες και αδυναμίες το
σχολικό βιβλίο το ξέραμε και το βλέπαμε καθημερινά στην πράξη όσοι διδάσκαμε το
μάθημα. Όμως πρέπει να ξεκαθαρίσουμε το εξής: κάθε βιβλίο όταν γράφεται
ανταποκρίνεται σε συγκεκριμένους μαθητές, σε συγκεκριμένη εποχή και σε
συγκεκριμένες οδηγίες διδασκαλίας. Θυμίζω πως σε όλες τις ξένες γλώσσες που
μαθαίνουμε οι μέθοδοι αλλάζουν κάθε πέντε χρόνια κι εμείς είχαμε μια ‘μέθοδο’
34 ετών – κάτι που μεταξύ άλλων αποδεικνύει τα έτη φωτός που μας χωρίζουν από
τις παιδαγωγικές μεθόδους της Ευρώπης! Το μεγαλύτερο πρόβλημα λοιπόν
δημιουργήθηκε όχι τόσο από τα λάθη ή τις ατέλειες αλλά από το γεγονός πως οι
οδηγίες διδασκαλίας δεν συνάδουν πλέον με την φιλοσοφία του βιβλίου. Αυτά για
να αποδίδουμε τα του Καίσαρος τῷ Καίσαρι.

Κι
ερχόμαστε πια στο κύριο μέρος του άρθρου μας: Γιατί τα Λατινικά λοιπόν; Γιατί
κρίνουμε τόσο απαραίτητη την συνέχιση της διδασκαλίας και της εξέτασης των
Λατινικών στην Μέση Εκπαίδευση; Είναι ζήτημα εξουσίας; Θέλουμε να κρατήσουμε τα
σκήπτρα μας εμείς οι Κλασικοί και να ασκούμε το Imperium πάνω στην
Κοινωνιολογία και τις νέες Επιστήμες. Σε καμία περίπτωση. Αν και κατηγορούμαστε
πως όσοι παλεύουμε για την υπεράσπιση των αρχαίων γλωσσών, θέλουμε να τις
καταστήσουμε υποχρεωτικές για όλους, απαντάμε «Δεν παλεύουμε για την
εγκαθίδρυση του εξαναγκασμού αλλά για την αποκατάσταση της ελευθερίας». Τόσο τα
Ελληνικά όσο και τα Λατινικά είναι γλώσσες με κλίσεις, όπως λένε οι ειδικοί της
γραμματικής, δηλ. οι λέξεις έχουν διαφορετικές καταλήξεις, ανάλογα με την χρήση
τους μέσα στην φράση. Μαθαίνοντας την πολύπλοκη δομή των δύο γλωσσών και πώς να
τα αναγνωρίζουμε όλα αυτά και μαθαίνοντάς τα μέσα στην τάξη, όντας νέοι ακόμη,
αναπτύσσουμε στο έπακρο τις ικανότητες ανάλυσης και συγκέντρωσης: ο εντοπισμός
του λάθους και η ανακάλυψη της σωστής ερμηνείας γίνεται παιχνίδι, και αυτό
είναι ακόμη σημαντικότερο, επειδή τα Ελληνικά και τα Λατινικά είναι αρκετά
διαφορετικά από τα Νέα Ελληνικά ή τις σύγχρονες δυτικοευρωπαϊκές γλώσσες, ώστε
να προκαλούν την προσοχή μας, αλλά και αρκετά κοντά γιατί είναι οι καταβολές
της γλώσσας μας. Κάθε ερμηνεία λατινικού κειμένου, που γίνεται στην τάξη, με
τις οδηγίες του καθηγητή, είναι μια άσκηση ανάλυσης και οξυδέρκειας.

Πού
έγκειται όμως η αξία των Λατινικών; Έχουν κάτι να μάς πουν εμάς σήμερα; Κι αν
ναι, τι; Αν όχι, είναι μια άχρηστη και νεκρή γλώσσα;

Κατ’
αρχάς, η Λατινική είναι η δίδυμη αδελφή γλώσσα και λογοτεχνία της Ελληνικής. Με
κοινή καταγωγή από την Ινδοευρωπαϊκή γλωσσική οικογένεια έχουν πολλά κοινά
σημεία λεξιλογίου, γραμματικής, σύνταξης. Πράγματι η Λατινική παρέμενε μια
άξεστη και βάρβαρη γλώσσα. Όμως, όταν συναντήθηκαν οι δρόμοι της με της
Ελληνικής, ήξερε πολύ καλά αυτό που κληρονομούσε να το καλλιεργήσει και να το
φέρει σε εκπληκτικά ύψη. Για να δούμε μερικά παραδείγματα. Όλοι ξέρουμε τα
δράματα του William Shakespeare. Όμως αυτά δεν
αντλήθηκαν από τις αρχαίες ελληνικές τραγωδίες, καθώς η Ελληνική Αρχαιότητα
άργησε πολύ να ανακαλυφθεί από τους Ευρωπαίους, αλλά από τον Σενέκα. Ομοίως και
για τα έργα του Μολιέρου, ο οποίος αντλεί από τον Πλαύτο και όχι από τον
Αριστοφάνη. Το λογοτεχνικό είδος που έμελλε να κυριαρχήσει στον σύγχρονό μας
κόσμο είναι το Μυθιστόρημα. Όμως, παρόλο που υπήρξαν και ελληνικά μυθιστορήματα,
το λατινικό μυθιστόρημα επισκίασε τα αρχαία Ελληνικά. Παρόλο που διαθέτουμε
μόνο δύο λατινικά μυθιστορήματα: τα Σατυρικά
του Πετρώνιου και τις Μεταμορφώσεις
του Απουλήιου (το πρώτο μάλιστα αποσπασματικά σωζόμενο), η επίδραση που θα
ασκήσουν στη νεότερη Ευρώπη υπήρξε καταλυτική και αποφασιστικής σημασίας. Ένας
Ρωμαίος ρητοροδιδάσκαλος θα πει “Tota satura nostra est”,
υπερηφανευόμενος για την ρωμαϊκότητα της σάτιρας. Η ιστοριογραφία θα αναπτυχθεί
επιπλέον από τους Ρωμαίους. Και φτάνουμε σε δύο είδη, που από την Αρχαιότητα
βρέθηκαν σε οξεία αντιπαράθεση μεταξύ τους, αλλά επίσης είναι δύο είδη που
διατηρήθηκαν μέσα στους αιώνες κι έφτασαν ως εμάς σήμερα: η Φιλοσοφία και η
Ρητορική. Περνώντας από τους ρωμαϊκούς δρόμους η Φιλοσοφία γνώρισε νέες
ιδεολογίες, ενώ η Ρητορική έστω και περιοριζόμενη με την πάροδο του χρόνου στο
πανηγυρικό είδος, έφτασε ως τις μέρες μας, αφού αναγνωρίζεται παντού στους
πολιτικούς λόγους αλλά ταυτόχρονα μήπως δεν αποτελεί την μητέρα του μαθήματος
της Έκθεσης (Essay); Η Ρητορική
μέσα από την ώθηση της Δεύτερης Σοφιστικής και μέσα από την ρωμαϊκή εμπειρία θα
ανανεωθεί και θα κατορθώσει να διασωθεί αλώβητη.

Τέλος,
υπάρχει μία ακόμη περιοχή που οι Ρωμαίοι παρέλαβαν ελάχιστα, αλλά έφτασαν στην
κορυφή: το Δίκαιο. Ολόκληρο το Δίκαιο τόσο των Ευρωπαϊκών Κρατών όσο και των
ΗΠΑ αλλά και της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι βασισμένο στο Ρωμαϊκό Δίκαιο, έτσι
όπως αυτό κωδικοποιήθηκε στην Ρώμη. Μετά την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας
οι Γερμανοί παρέλαβαν το διοικητικό σύστημα των Ρωμαίων αλλά και το Δίκαιο σε
όλες του τις εκφάνσεις. Ακόμη και το βυζαντινό δίκαιο ως βάση του είχε το
ρωμαϊκό δίκαιο παρά τις αλλαγές που έγιναν. Επομένως από την στιγμή που η
Ελλάδα έχει υιοθετήσει το βυζαντινο-ρωμαϊκό δίκαιο ήδη η οφειλή της στην Ρώμη
είναι τεράστια.

Η
προσφορά των Λατινικών, ωστόσο, δεν σταματά εκεί. Είναι αυτοί που διέσωσαν τα
Ελληνικά γράμματα. Οι Λατίνοι μελετούν τους Έλληνες, τους διαβάζουν, αρχικά
τούς μιμούνται και στην συνέχεια θα μπουν σε μια διαδικασία να τους ξεπεράσουν,
πράγμα που θα γίνει σε αρκετούς τομείς. Πρέπει να κατανοήσουμε λοιπόν πως χωρίς
τους Λατίνους τίποτε από τα Ελληνικά που έχουμε σήμερα δεν θα είχε διασωθεί.
Και μόνο και μόνο γι’ αυτό οφείλουμε να τούς επαινούμε.

Για
όλους εμάς που ασχολούμαστε και μελετούμε την Κλασική Αρχαιότητα, θεωρώντας την
ως μία και ενιαία και αδιαίρετη, για όλους εμάς που μάθαμε να βλέπουμε τον
ελληνικό και τον ρωμαϊκό κόσμο ως ένα σύνολο αξεδιάλυτο μεταξύ του, είναι
αδύνατον να διανοηθούμε και να επιτρέψουμε μία ‘μεταρρύθμιση’ που θα αποκόψει
από την νεοελληνική κοινωνία την μισή της παράδοση. Γιατί είτε το θέλουν
κάποιοι είτε δεν το θέλουν η ελληνική λογοτεχνία και ο ελληνικός πολιτισμός –
μαζί και ο βυζαντινός – είναι άρρηκτα συνδεδεμένος και επηρεασμένος από τον
ρωμαϊκό πολιτισμό, και οποιαδήποτε απόπειρα να εξεταστεί ο ένας πολιτισμός
δίχως τον άλλο είναι ή αισχρό ψέμα ή πολιτική προπαγάνδα. Η καλύτερη απόδειξη
της συνύπαρξης αυτών των δύο πολιτισμών είναι η περιοχής της Καμπανίας και της
Πομπηίας, όπου Έλληνες και Ρωμαίοι συνυπήρχαν με εντονότατα τα στοιχεία του
ελληνικού, του ρωμαϊκού αλλά και του ετρουσκικού πολιτισμού!

Στις μέρες μας
οι δύο κλασικές γλώσσες μελετώνται πολύ από λίγους, διδάσκονται λίγο σε πολλούς
και γράφονται γενικώς ελάχιστα. Η ‘γραφομένη Λατινική’ περιορίζεται πλέον
σχεδόν αποκλειστικά στους προλόγους και στον apparatus criticus των κριτικών
εκδόσεων των αρχαίων συγγραφέων – κι εκεί όχι πάντα, καθώς επιχειρείται πλέον
να αντικατασταθεί η Praefatio με την Preface – και η ΑΕ στα ολοένα και σπανιότερα πεζά ή ποιητικά
γυμνάσματα ευάριθμων κλασικών φιλολόγων. Επιγραφές στη μια ή την άλλη γλώσσα
προτιμώνται κάποτε ακόμη, για να κοσμήσουν προτομές και δημόσια κτήρια, προς
θαυμασμό και αμηχανία του κοινού. Καλλωπιστικά φυτά θερμοκηπίου. Η δημιουργική
αναπαραγωγή του αρχαίου λόγου, ελληνικού και λατινικού, πεζού ή ποιητικού,
αργοσβήνει τόσο στην Δύση όσο και στη χώρα μας, όπου το λεγόμενο αντίστροφο,
όπου υπάρχει ακόμη, παρά τη συνεχή επί ενάμιση αιώνα διδασκαλία του, αναιμικές
μόνο ρίζες έχει καταφέρει να πιάσει, γιατί στη ΝΕ Μέση Εκπαίδευση, αντίθετα με
το Βρετανικό και Γερμανικό μοντέλο, σοβαρή παράδοση γραφής δεν απέκτησαν ούτε
καν οι νεώτερες γλώσσες. Ιδιαίτερα καταστροφική υπήρξε η παρατεταμένη εύνοια
της καθαρεύουσας εις βάρος της πανταχού παρούσας και δραστήριας δημοτικής. Και
μάλιστα αξίζει να σημειωθεί πως, ενώ στην Ευρώπη η δημώδης Λατινική αποτέλεσε
την βάση για την ανάπτυξη των νεολατινικών και σύγχρονων ευρωπαϊκών γλωσσών,
στην Ελλάδα έγιναν τεράστια άλματα προς το παρελθόν, τα οποία έφτασαν ως και
την αττική διάλεκτο!

Η ευκαιριακή διδασκαλία
των Λατινικών στο Λύκειο και η αντιμετώπισή τους στο ελληνικό Πανεπιστήμιο ως
υποδεέστερη της Ελληνικής, ως η ‘φτωχή της αδελφή’ δεν συμβολίζει μόνο την
αλαζονεία των Ελλήνων αλλά αποδεικνύει πέραν πάσης αμφιβολίας πως η Ελλάδα ποτέ
δεν θέλησε πραγματικά να ανήκει στην Δύση, ήθελε να ανήκει στην Ανατολή ή απλά
στην Ελλάδα, αλλά να απολαμβάνει τα πλεονεκτήματα του να είναι οι πολίτες της
Ευρωπαίοι. Η προσδοκία για απευθείας τάχα, χωρίς την Ευρώπη και το Λάτιο,
παλιννόστηση και προκοπή των ΑΕ στον τόπο μας αποτελεί ευσεβή πόθο, που
προδίδει άγνοια και περιφρόνηση προς την ιστορία. Τέτοιες απόπειρες υπό την πίεση
εσωστρεφών ταλαντεύσεων που τροφοδοτήθηκαν από πολιτικές ατυχίες και την
οικονομική δυσπραγία, παρουσιάστηκαν περιοδικά στην Ελλάδα και όχι μόνο μέσα
στον 19ο αι. Εφόσον απορριφθεί η ευρωπαϊκή διαμεσολάβηση, αξιόπιστη και βιώσιμη
εναλλακτική δίοδο προς την Αρχαιότητα δεν προσφέρει σ’ εμάς ούτε το Βυζάντιο,
γιατί και αυτού η εικόνα παραμένει εν πολλοίς εισαγόμενη από την Δύση. Κατά
συνέπεια μεγάλο μέρος της ευθύνης για την αποτυχία της ουσιαστικής διείσδυσης
των ΑΕ στην εκπαίδευση και στην παιδεία μας βαρύνει όσους εισηγήθηκαν και
επέβαλαν τον ουσιαστικό παραγκωνισμό των Λατινικών από τα σχολεία και τα
Πανεπιστήμιά μας, εξέλιξη ολέθρια εφόσον έφραξε τον αναγεννησιακό και τον
ευρωπαϊκό δρόμο.

Τι
εμποδίζει λοιπόν σήμερα τη χρήση της γέφυρας εκείνης από την λέξη στο λόγο, την
οποία θεμελίωσαν με τον σκληρό και επίπονο μόχθο τους τόσες γενιές ουμανιστών
με μεγάλα οράματα και αντιλήψεις προδρομικές, και που στερέωσαν άλλες τόσες
γενιές φιλολόγων με απίστευτη ενεργητικότητα και διεισδυτική ματιά; Πόσο
αναπόφευκτο είναι άραγε μέσα στο σημερινό σχολείο οι μεγάλοι διανοητές να
καταντούν στην καλύτερη περίπτωση κήρυκες σωφρονιστικών αποφθεγμάτων και στη
χειρότερη τα δεκανίκια και οι ‘κλακαδόροι’ μιας τραγελαφικής γλώσσας του
κράτους και της εκπαίδευσης;

Μόνο
αν έρθουν σε επαφή οι μαθητές μας με τον ρωμαϊκό πολιτισμό, θα μπορέσουν να αντιληφθούν
πόσο όμοιοι είμαστε οι δύο μεσογειακοί λαοί. Γιατί οι Ρωμαίοι δεν ήσαν μόνο
στρατιώτες, όπως θέλει η νεοελληνική εκπαίδευση να μάς τούς παρουσιάζει. Ήταν
και ποιητές. Είχαν κι αυτοί τις ευαισθησίες τους. Μάλιστα θα μπορούσαμε να
πούμε πως η μεγαλύτερη προσφορά της Ρώμης ήταν πως είναι η πρώτη λογοτεχνία που
στο κέντρο της έχει τον απλό καθημερινό άνθρωπο. Ολόκληρη η Αρχαία Ελληνική
λογοτεχνία είναι γραμμένη από τους ἀγαθούς
και για λογαριασμό των ἀγαθῶν (‘αριστοκρατών’),
πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Αντίθετα η ρωμαϊκή λογοτεχνία μάς μιλά για τον απλό
άνθρωπο: στις ρωμαϊκές κωμωδίες του Πλαύτου και του Τερέντιου απουσιάζουν οι
μεγάλοι πολιτικοί και στρατιωτικοί της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, τους οποίους
σατιρίζει ο Αριστοφάνης. Στην τραγωδία του Σενέκα είναι σαν να ακούμε κάποιον
άνθρωπο της δικής μας εποχής. Τέλος οι Ρωμαίοι ελεγειακοί ποιητές αρνήθηκαν
σθεναρά να υπηρετήσουν την πολιτική του Αυγούστου, γιατί προτίμησαν να γράψουν
το όνομα ROMA ανάποδα AMOR, υπηρετώντας
έτσι τον έρωτα.

Από
τις συνέπειες της υποτίμησης της Λατινικής έναντι της ΑΕ τι να πρωτοξεχωρίσει
κανείς; Την άγνοια που έχουν οι Νεοέλληνες των βασικών ρωμαϊκών αρετών και
επιτευγμάτων, η μετάδοση των οποίων μέσα στο σχολείο θα μπορούσε να συμπληρώσει
το φάσμα των παραδοσιακών ελληνικών αρετών και να λειτουργήσει διορθωτικά για
κάποιες μονιμότερες, όπως φαίνεται, ελληνικές αδυναμίες; Μήπως λιγότερο
σημαντική ζημία προέκυψε από το γεγονός ότι η υποβαθμισμένη λατινομάθεια των
φοιτητών μας, ματαίωσε την ευκαιρία μιας ομαλής σύνδεσης της μορφωμένης
κοινωνίας μας με τη μακρά παράδοση των αντιστοίχων επιστημών στην Ευρώπη;»

Αλλά και η
νεοελληνική λογοτεχνία δεν ξεπήδησε και αυτή μόνη της ούτε και κατευθείαν από
την αρχαία Ελλάδα, μα ήταν έντονα επηρεασμένη από την ευρωπαϊκή λογοτεχνία, η
οποία δε νοείται χωρίς τη ρωμαϊκή, εκείνη δηλ. που όρισε τον humanismus και έθεσε τις
βάσεις ολόκληρου του σύγχρονου δυτικοευρωπαϊκού πολιτισμού. Δομές της σύγχρονης
Ευρώπης, όπως η ελεύθερη διακίνηση ανθρώπων και αγαθών εντός της Ευρωπαϊκής
Ένωσης, το δικαίωμα του Ευρωπαίου πολίτη, τα ίσα δικαιώματα όλων των πολιτών
της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήσαν στοιχεία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, όταν παραχώρησε
το δικαίωμα του Ρωμαίου πολίτη αρχικά σε όλη την Ιταλία και στην συνέχεια σε
πολλούς κατακτημένους λαούς.

Αυτή
την λατινική ή λατινοκεντρική παράδοση είναι που δεν ευτυχήσαμε να γνωρίσουμε
και να αξιοποιήσουμε δημιουργικά στην Ελλάδα, και θα ήταν μεγάλο λάθος, κατά
την γνώμη μας, να βλέπουμε τις απώλειές μας περιορισμένες στην στενή περιοχή
της Μέσης Εκπαίδευσης και της πανεπιστημιακής φιλολογικής παιδείας. Διότι
πρόκειται για απώλειες με καταστρεπτικά ολέθριες συνέπειες για το έθνος μας και
για την συνέχειά του στο ιστορικό γίγνεσθαι.

Ένας Έλληνας
δάσκαλος στα 1834 έγραφε στον πρόλογο της Λατινικής Γραμματικής του: Χωρὶς τὴν εἴδησιν τῆς Λατινικῆς γλώσσης ἢ
πλανᾶται ἢ σκοπὸν ἔχει νὰ πλανᾷ, ὅστις φαντάζεται ὅτι εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποκτήσῃ
τῆς Ἑλληνικῆς ἐντελεστάτην εἴδησιν
.

Αυτοί
που υποστηρίζουν σήμερα ότι τα Λατινικά δεν χρησιμεύουν σε τίποτα, αύριο θα
υποστηρίξουν το ίδιο και για τα Ελληνικά, και μεθαύριο για την Λογοτεχνία, την
Ιστορία (το έχουν ήδη υποστηρίξει), την Φιλοσοφία, το Δίκαιο, ως και για την
Κοινωνιολογία, και όλες εν γένει τις θεωρητικές και ανθρωπιστικές επιστήμες.
Γιατί εκείνο που δεν καταλαβαίνουν οι Κοινωνιολόγοι είναι πως απλά τώρα
χρησιμοποιούνται στον βωμό του συμφέροντος ως ο Δούρειος Ίππος, πως δεν είναι
το τέλος αλλά το μέσον, αλλά όταν ο στόχος θα επιτευχθεί, θα έχουν κι αυτοί την
ίδια τύχη. Έχει ειπωθεί από τους ‘τεχνοκράτες’ πως δεν παράγουμε προϊόν και
επομένως δεν χρειαζόμαστε. Έχει υποστηριχθεί πως δεν είμαστε μοντέρνα επιστήμη
και το πιθανότερο είναι πως πολλοί ίσως να σκέφτονται «τι τη θέλουμε μια νεκρή
γλώσσα;». Δεν είναι καθόλου έτσι. Πρώτα απ’ όλα, από την στιγμή που η Λατινική
έχει αποτελέσει την βάση όλων των σύγχρονων γλωσσών του δυτικοευρωπαϊκού κόσμου,
δηλ. του μεγαλύτερου μέρους της ανθρωπότητας, σε καμία περίπτωση δεν είναι
‘νεκρή’ γλώσσα. Έπειτα πολλές λέξεις των λατινικών τις χρησιμοποιούμε ακόμη και
σήμερα είτε στην καθημερινότητά μας είτε ως ορολογία. Επίσης, δεν είναι
αλήθεια, πως είναι μια περιττή επιστήμη. Μαζί με τα Ελληνικά αποτελεί την βάση
των ανθρωπιστικών σπουδών και της κλασικής φιλολογίας, που ήταν και παραμένει η
κορωνίδα των επιστημών, διότι πολύ απλά δεν υπάρχει κανένας κλάδος σύγχρονος
της επιστήμης, που να μην συμπεριλαμβάνεται στην Ρωμαϊκή Λογοτεχνία. Αν θέλουμε
να ανήκουμε στην Ευρώπη, είναι υποχρέωσή μας να δώσουμε στα Λατινικά την θέση
που τούς αξίζουν, και αυτή δεν είναι άλλη από μια ισότιμη θέση δίπλα στα
Ελληνικά. Δεν είναι για εμάς τους φιλολόγους, αλλά για τα παιδιά μας και το
μέλλον της χώρας μας, αν θέλουμε κάποτε να εξέλθουμε από την υπανάπτυξη και την
κρίση, που δεν είναι οικονομική, αλλά πολιτισμική, ηθική, κρίση αξιών!

Gratias ago
maximas.

Ανδρέας Γ. Πανουτσόπουλος

Υποψήφιος Διδάκτωρ Λατινικής Φιλολογίας Πανεπιστημίου Γλασκώβης