Ο θρήνος της Arte Povera: Πέθανε ο Γιάννης Κουνέλης

Ο Γιάννης Κουνέλλης, θεμελιωτής όχι μόνο μιας εικαστικής γλώσσας αλλά του κινήματος της Arte Povera, πέθανε σε ηλικία 81 ετών στη Ρώμη. Η απώλεια του είναι η τρίτη στο χώρο των εικαστικών τεχνών της Ελλάδας που έχασε μέσα στην ίδια εβδομάδα τον Γιώργο Ιωάννου και τον Δημήτρη Μυταρά. 

«Η δική μου γενιά έφυγε από τα σύνορα, βγήκε έξω από το κάδρο, είχε πολλά όνειρα για την ζωή και την τέχνη. Θέλαμε με τις ιδέες μας ν΄αλλάξουμε τον κόσμο. Είμαστε Ευρωπαίοι καλλιτέχνες, γαλουχημένοι με αυτή την ιδέα, και όχι την ιδέα του χρηματιστηρίου» είχε πει ο Γιάννης Κουνέλλης το 2012 σε δημόσια συζήτηση στο πλαίσιο μιας σπάνιας έκθεσης του στην Αθήνα, στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης.

Ο «Ιταλός» ελληνικής καταγωγής εικαστικός γεννήθηκε στον Πειραιά το 1936, εγκαταστάθηκε στη Ρώμη το 1956 και το όνομα του συνδέθηκε με τους καλλιτέχνες της arte povera, δημιουργούς ανοιχτούς σε πειραματισμούς.

Χρησιμοποιούσε στοιχεία όπως ατσάλι, πέτρα, λινάτσα, κάρβουνο και μαχαίρια. Αντικαθιστούσε το τελάρο με πλαίσια κρεβατιών, κάσες κουφωμάτων και κρεμάστρες παλτών. Η κλίμακα ήταν πάντα συμβατή με το ανθρώπινο σώμα: οι διαστάσεις του διπλού κρεβατιού ή ενός παραθύρου επαναλαμβάνονται σταθερά στα έργα του.

Επιστράτευε ακόμη και ζωντανά ζώα, όπως στην περίφημη εγκατάσταση με άλογα που παρουσίασε στη Ρώμη το 1969, επιχειρώντας να αμφισβητήσει το κατεστημένο καλλιτεχνικό στερέωμα.

Πένθος, Μέτρο, Κάλλος

Χρησιμοποιούσε φωτιά, χώμα και χρυσό για τον αλχημιστικό τους συμβολισμό ή καφέ και κάρβουνο ως αναφορές στο εμπόριο αλλά και ως χαρακτηριστικά στοιχεία του λιμανιού της γενέθλιας πόλης του. Ο Κουνέλλης επιστράτευσε ακόμη παλιά παπούτσια και ρούχα αλλά και αντίγραφα θραυσμάτων από αρχαία γλυπτά για να αναφερθεί στις περίπλοκες και αντιφατικές διαστρωματώσεις της ταυτότητας.

Ο διεθνής Έλληνας εικαστικός, με το ριζοσπαστικό έργο, από τα «ταπεινά» υλικά της arte povera μετέτρεψε
την ακαδημαϊκή αντίληψη του χώρου σε λαϊκό τοπίο: «Για να σωθεί σήμερα η ιδέα της τέχνης χρειάζονται ελεύθεροι καλλιτέχνες, εκτός χρηματιστηρίου, που θα πουν με θάρρος «όχι». Που θα δώσουν μια νέα ιδέα στην ποιητική δημιουργία, όπως συνέβαινε παλιά στην Μονμάρτη».

JannisKounellis

Ερωτηθείς δε για τον ουμανισμό που εκπέμπει το έργο του, ο ίδιος έχει πει: «Ο ουμανισμός τις τελευταίες δεκαετίες βρίσκεται σε κρίση. Απαιτεί πάντα ένα μέτρο, κι αυτό βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας: είναι ο Παρθενώνας. Κι αυτό είναι το μέλλον, δεν είναι το παρελθόν».

Στις ατομικές εκθέσεις του Γιάννη Κουνέλλη περιλαμβάνονται αυτές στην Ambika P3 (Λονδίνο, 2010) και το Today Art Museum του Πεκίνου το 2011, ενώ η Tate Modern του Λονδίνου τού έχει αφιερώσει ειδική αίθουσα.

Στην Ελλάδα, η πιο πρόσφατη έκθεσή του ήταν στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης το 2012, ενώ το 2004 έργα του είχαν εκτεθεί στο Μέγαρο Μουσικής σε συνεργασία με το Εθνικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης.

Το 1994 ο Κουνέλλης έστησε μια σημαντική αναδρομική εγκατάσταση της δουλειάς των 30 τελευταίων ετών στο φορτηγό πλοίο «Ιόνιον» στο λιμάνι του Πειραιά, οργανωμένη από το Ίδρυμα Ι. Φ. Κωστόπουλου. Μετείχε επίσης στην ομαδική έκθεση Outlook του 2003 στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων, σε επιμέλεια του Χ. Ιωακειμίδη. Aπό το 1976 μέχρι σήμερα το έργο του παρουσιάστηκε αρκετές φορές σε ατομικές εκθέσεις στην γκαλερί Bernier/Eliades.

Ο μεγαλόπνοος ζωγράφος και γλύπτης πέθανε χθες στην Ρώμη σε ηλικία 81 ετών. Ερωτηθείς για το που πάει με την τέχνη του καθώς πάντα επέμενε ότι «φεύγει» από το κάδρο ο Κουνέλλης είπε στο Βήμα:

«Σε ένα διαλεκτικό ταξίδι. Τα όρια του χώρου δεν παίζουν ρόλο. Σε αυτόν τον διαλεκτικό αγώνα βρίσκει κανείς πάντα επαρκή χώρο. Είτε είναι αυτός μια παλιά εκκλησία είτε ένα εγκαταλειμμένο εργοστάσιο είτε ένα παροπλισμένο πλοίο, όπως παλαιότερα στον Πειραιά… Ναι, χάρη σε αυτή την ελευθερία μπορείς να βρίσκεις παντού τον δρόμο σου».

Για τον νεοναζισμό στην χώρα που άγησ επίσω του ο Κουνέλλης πρόσθεσε: «Είναι το θλιβερό τέλος της ελληνικής κουλτούρας. Ο ναζισμός στην Ελλάδα είναι το αντίθετο του Παρθενώνα. Είναι πραγματικά για λύπηση».

«Συνήθως συναντιόμασταν τα απογεύματα στην τάξη με τον αριθμό 10»

tate kounellis

Tate

Η Μαρία Ρηγούτσου γράφει για τον Κουνέλλη με αφορμή τα 75α γενέθλιά του το φθινόπωρο του 2007. Η δημοσίευση στη Deutsche Welle είχε αφορμή τη μεγάλη έκθεση του Γιάννη Κουνέλλη στη Νeue Nationalgalerie στο Βερολίνο.

«Συνήθως συναντιόμασταν τα απογεύματα στην τάξη με τον αριθμό 10. Είχαμε δύο τάξεις στο ισόγειο της Ακαδημίας Καλών Τεχνών στο Ντίσελντορφ: το νούμερο 3 και το νούμερο 10. Η δεύτερη ήταν πολύ πιο ευρύχωρη και φωτεινή. Στο πλάι της αίθουσας στήναμε ένα μεγάλο ξύλινο τραπέζι και μαζευόμασταν γύρω από αυτό. Φτιάχναμε καφέ και περιμέναμε. Συνήθως περιμέναμε πολύ, αλλά κανείς δεν παραπονιόταν. Κάποια στιγμή ερχόταν ο Κουνέλλης, φορώντας ένα σκούρο μπλε σκούφο και το παλτό του. Καθόταν, ρωτούσε αν υπάρχει καφές και άρχιζε να παίζει με το πακέτο με τα λεπτά τσιγάρα.

Στην τάξη επικρατούσε σιωπή. Κανείς δεν μιλούσε. Νόμιζες πως αυτή η σιωπή θα κρατούσε αιώνια. Κάποια στιγμή κάποιος έλεγε κάτι, προτείνοντας συνήθως να δείξει τη δουλειά του. Ο Κουνέλλης κοίταζε με υπομονή, συγκεντρωμένα, σαν να μην υπήρχε τίποτα άλλο γύρω του που θα μπορούσε να του αποσπάσει την προσοχή.

Αργούσε να μιλήσει. Όταν άρχιζε να κάνει παρατηρήσεις, είχες την εντύπωση πως ήσουν διάφανος, πως δεν μπορούσες πια να κρύψεις τίποτα. Είχες την αίσθηση πως σε γνώριζε καλά, τόσο καλά που ούτε εσύ ο ίδιος δεν γνώριζες τον εαυτό σου. Οι παρατηρήσεις του ήταν ευθύβολες, ο τρόπος του όμως δεν ήταν διδακτικός. Κυριαρχούσε περισσότερο η αίσθηση πως κάποιοι καλλιτέχνες βρέθηκαν μαζί και ο Κουνέλλης σαν ο πλέον πεπειραμένος είχε κάτι να τους διηγηθεί.

Και μας μιλούσε, ανάμεσα σε αυτές τις ατέλειωτες σιωπές, μας μιλούσε για τον Μασάτζο, τον Καραβάτζο, τον Πόλοκ, τον Μόντριαν.

Μας μιλούσε για την ανάγκη ύπαρξης ενός κέντρου και την περιφέρεια, για την έννοια του χώρου και τη σημασία της διάταξης των έργων μέσα σε αυτόν. Μας μιλούσε σε μια γλώσσα ποιητική και δύσκολη να την κατανοήσεις στην αρχή. Δεν καταλαβαίναμε πάντα αλλά ήμασταν μέρος μιας περίεργης μυσταγωγίας.

Για πολλούς ερχόταν να προστεθεί και το εμπόδιο της γλώσσας. Ο Κουνέλλης μιλούσε στα ιταλικά κι έτσι οι περισσότεροι δεν μπορούσαν να επικοινωνήσουν απευθείας μαζί του. Ο Εντουαρντ, ο Αυστριακός μεταφραστής του, τον συνόδευε πάντοτε και μετέφραζε υπομονετικά ώρες ολόκληρες επί πολλές ημέρες.

Ο Κουνέλλης στα δέκα περίπου χρόνια που δίδαξε στο Ντίσελντορφ (1993-2002) θέλησε συνειδητά να βγάλει δυο γενιές καλλιτεχνών. Δεν ερχόταν συχνά. Δυο με τρεις φορές το χρόνο και έμενε πότε δυο εβδομάδες, πότε τρεις, πότε ένα μήνα. Δεν υπήρχαν συγκεκριμένες ώρες που συναντιόμασταν. Θα μπορούσε να ήταν Σάββατα ή Κυριακές, όλες τις ώρες της ημέρας. Η διδασκαλία του, όπως και ο ίδιος, δεν μπαίνουν σε καλούπια, δεν χωράνε σε μια καθημερινότητα.

Μιλώντας μέσα από παραβολές

Έγινε γρήγορα αγαπητός σαν δάσκαλος και η φήμη του εξαπλώθηκε μέσα στη Σχολή. Ήταν πολλοί, πάρα πολλοί αυτοί που ήθελαν να του δείξουν τη δουλειά τους και να τους πάρει στην τάξη του. Όμως δεν γινόταν. Οι κανόνες της Σχολής, τους οποίους ούτε καλογνώριζε ούτε και τον πολυαπασχολούσαν, δεν επέτρεπαν παρά ένα συγκεκριμένο αριθμό φοιτητών σε κάθε τάξη. Ο Κουνέλλης παρόλα αυτά όμως έβλεπε πάντα προσεκτικά τα έργα των επισκεπτών του, με αυτή την απίστευτη γενναιοδωρία της υπομονής και της προσήλωσης.

Οι συναντήσεις μας δεν γίνονταν μόνο στο Ντίσελντορφ. Μας έλεγε πως ήταν σημαντικό να εργαζόμαστε κάθε μέρα και να δείχνουμε τη δουλειά μας προς τα έξω. Έτσι μέσα από πρωτοβουλίες, κυρίως των μαθητών, κάναμε διάφορες εκθέσεις, όπως για παράδειγμα στη Χάγη, στη Θεσσαλονίκη, στην Κολωνία, στο Βελιγράδι, στο Μιλάνο κα. Ο Κουνέλλης μας συνόδευε πάντα. Ήταν εκεί σαν ένας σοφός συνοδοιπόρος.

Συνήθιζε να μας μιλάει μέσα από παραβολές για το έργο του καλλιτέχνη και τη στάση του απέναντι στην τέχνη. Ιστορίες γεμάτες ποίηση, όπως το τριαντάφυλλο που ζωγράφιζε κάθε μέρα ο αυστηρός κύριος Μόντριαν.

Η πιο σημαντική όμως προσφορά του απέναντι στους μαθητές του ήταν η απλόχερη αποδοχή του. Μας αποδεχόταν όπως ήμασταν, σεβόμενος τα μέσα που χρησιμοποιούσαμε. Συνυπήρχαν με έναν τρόπο αυτονόητο η ζωγραφική, η γλυπτική, τα βίντεο, οι εγκαταστάσεις. Τα πάντα και οι πάντες είχαν μια θέση στην απαλλαγμένη από συμπλέγματα και δογματισμούς αυτή τάξη. Συνυπήρχαν άνθρωποι από τη μακρινή Νότια Κορέα, την εμπόλεμη τότε πρώην Γιουγκοσλαβία αλλά και από χώρες όπως η Ελβετία, η Ιταλία, η Ισπανία, η Ολλανδία, η Ελλάδα και φυσικά η Γερμανία.

Σεβασμός στη διαφορετικότητα

Η διαφορετικότητα ήταν απολύτως σεβαστή. Αυτό δεν σημαίνει βεβαίως ότι του άρεσε ό,τι έβλεπε. Η κριτική του Κουνέλλη δεν σε προσέβαλλε, σε προέτρεπε όμως να σκεφτείς. Η βάση των παρατηρήσεων του μπορεί και να μην είχε άμεση πρακτική εφαρμογή. Κάποτε τον ρώτησα, αν για παράδειγμα δεν θα έπρεπε να διδάσκει σ’ ένα ζωγράφο τα σχετικά με τη φωτοσκίαση. Μου απάντησε ότι όποιος χρειάζεται τις σκιές θα ψάξει να τις βρει.

Ίσως να πίστευε πως αυτή η ματιά η ‘κάθετη’, για την οποία μιλούσε και την οποία διέθετε και ο ίδιος, ίσως αυτό θα ήταν το πιο δύσκολο να βρούμε και όχι η διδασκαλία της τεχνικής αρτιότητας.

Βαθιά πολιτικά και κοινωνικά σκεπτόμενος μας προσέφερε ένα καταφύγιο εντιμότητας, ποίησης και αληθινής ενασχόλησης με την τέχνη. Πράγματα που μετά τα χρόνια της Ακαδημίας δεν θα συναντούσαμε πια εύκολα.

Η καταγραφή αυτή δεν αποτελεί παρά μια προσωπική μαρτυρία και το συγκερασμό συμπερασμάτων μετά από πολλές προσωπικές συζητήσεις με ανθρώπους που είχαν την τύχη να μοιραστούν την ίδια εμπειρία. Όλοι μα όλοι θέλησαν να μιλήσουν πρόθυμα για τον Γιάννη Κουνέλλη σαν δάσκαλο.

Το κείμενο λοιπόν αυτό δεν είχε στόχο να θεωρητικοποιήσει τις βασικές αρχές διδασκαλίας του Γιάννη Κουνέλλη, αλλά να του εκφράσει τη βαθιά ευγνωμοσύνη για αυτό το παράθυρο που μας άνοιξε στον κόσμο. Ευχαριστούμε.»

 

 

Πηγή: CNN