Πανηγυρίζοντες

Όλοι σε μια πλατεία τούτες τις μέρες κερδισμένοι και χαμένοι των εκλογών, μαζί οι κακοί και οι χειρότεροι, αλλά ταυτόχρονα οι καλοί και οι καλύτεροι, όλοι πανηγυρίζοντες, ταυτόχρονα και με θόρυβο μάλιστα, για να γίνουν διακριτοί στο πλήθος , που και αυτό συμμετέχει στην απολαβή της πρόσκαιρης δημοσιότητας, αλλά κυρίως στο μοίρασμα των ρόλων που θα πρέπει να παίξουν για την επιτυχία του πανηγυριού.

Είναι φυσικά από τις λίγες φορές που νικητές και ηττημένοι συμπανηγυρίζουν, μπερδεμένοι και χαμένοι μεταξύ των κακών και των χειρότερων, αλλά και των καλών και των καλύτερων, χωρίς δυνατότητα διαχωρισμού, αλλά μόνον αυτοπροσδιορισμού και προσδιορισμού, αν και το πιο σίγουρο θα ήταν ο αυτοπροσδιορισμός.

Ποιος τολμάει όμως να αυτοπροσδιοριστεί  ως καλός ή καλύτερος και πολύ περισσότερο ως κακός ή χειρότερος και αν κάποιος έχει τόσο ανεπτυγμένο το αίσθημα της αυτογνωσίας, πως είναι δυνατόν να στερήσει την δυνατότητα αυτή  από τους αυτοπροσδιορισμένους ως ειδικούς επί των προσδιορισμών και χαρακτηρισμών.

Ποιος τολμάει να εναντιωθεί στο πλήθος των κακών και των χειρότερων, αλλά και των καλών και των καλύτερων, είναι δυνατόν να συμβεί κάτι τέτοιο, με κίνδυνο μάλιστα να διακοπεί το πανηγύρι άδοξα, χωρίς έστω να παιχτούν τα πανηγυριώτικα εμβατήρια, να αρχίσουν οι χοροί και να βγουν στην πίστα οι χορευτές και οι χειροκροτητές τους, άδοντες και αλαλάζοντες εν χορώ και εν οργάνοις;

Μάλιστα όσο περισσότερο κρατήσει αυτό το πανηγύρι των κερδισμένων και των χαμένων, τόσο καλύτερα γνωρίζονται και μεταξύ τους οι πανηγυριστές, βγάζουν τα εσώψυχά τους, αφτιασίδωτα και απροκάλυπτα, μέσα στην μέθη της  έντασης των στιγμών και με εντονότερους ρυθμούς πανηγυρίζουν κάτω απ τα φώτα της αναζητούμενης δημοσιότητας και εμφάνισης στο προσκήνιο της χωνεύτρας πλατείας.

Πολλοί μάλιστα αναπωλούν παλιές καλές η κακές εποχές και ταυτίζονται με τα όνειρα και τις ελπίδες που τους ενέπνευσαν οι εμπνευστές του είδους, που λένε και ξελένε, ποτέ όμως δεν φτάνουν στην κατάσταση του πράττειν, διαψεύδονται από τα γεγονότα και προδίδονται από τις πράξεις τους και κυρίως από τις ανύπαρκτες πράξεις που συνιστούν μόνον αδράνεια και απάθεια.

Και συνεχίζουμε μέσα στον όχλο των υπηκόων, που τους είχαν πει ότι θα τους μετατρέψουν σε πολίτες της πόλης, αλλά περιμένουν και καθυστερούν, γιατί λένε τώρα και επιμένουν πως πρέπει πρώτα να φτιάξουν την πόλη και κατόπιν τους πολίτες που θα την κατοικήσουν και μέχρι τότε δεν μπορούν να αποκαλούνται και να θεωρούνται πολίτες χωρίς πόλη.

Και αυτοί, οι πολίτες χωρίς πόλη, βρίσκουν όλο αυτό  ως το  ιδανικό, που θα τους οδηγήσει στην ιδανική πόλη και πολιτεία, αφού ‘όπως τους επαναλαμβάνουν συνέχεια φτιαχτεί πρώτα η πόλη κι αν κάποιοι τολμήσουν να έχουν διαφορετική άποψη, λένε πως θα τους αποκλείσουν από την νέα πόλη, αυτή με υπηκόους μόνο, μέχρι να εκπαιδευτούν και να τους αποδοθεί ο τίτλος του πολίτη.

Και μέχρι τότε, μέχρι όποτε συμβεί αυτό, θα συνεχίζεται το πανηγύρι, το χειροκρότημα, οι μουσικές και οι χοροί απ όλους τους κακούς και τους χειρότερους αντάμα με τους καλούς και τους καλύτερους, όπως τους προσδιορίζουν και τους ορίζουν οι αυτοπροσδιοριζόμενοι ως ειδικοί.-