Παιδιά με εναντιωματική προκλητική διαταραχή

diataraxi.jpg

Η εναντιωματική προκλητική διαταραχή χαρακτηρίζεται από αρνητισμό, έλλειψη συνεργατικής διάθεσης, έλλειψη υπακοής, προκλητική και αντιδραστική συμπεριφορά.

Τα παιδιά που παρουσιάζουν συμπτώματα της διαταραχής αυτής αρνούνται να συμμορφωθούν με τις απαιτήσεις ή τους κανόνες των ενηλίκων. Χάνουν εύκολα την ψυχραιμία τους και εμπλέκονται σε καυγάδες. Λένε συχνά ψέματα, κατηγορούν τους άλλους για τα δικά τους λάθη ή για τη δική τους κακή συμπεριφορά και είναι σχεδόν πάντα θυμωμένα. Ακόμη είναι εύθικτα, διαφωνούν με άτομα εξουσίας, αγνοούν σκόπιμα τους άλλους, είναι εκδικητικά και συχνά μνησίκακα. Σε πολλά παιδιά η εναντιωματική προκλητική διαταραχή μπορεί να συνυπάρχει και με άλλες διαταραχές όπως διαταραχή ελλειμματικής προσοχής – υπερκινητικότητα (ΔΕΠ-Υ), μαθησιακές δυσκολίες, διαταραχές διαγωγής, κατάθλιψη και διπολική διαταραχή.

Οι γονείς που χρησιμοποιούν πιο έντονους τρόπους έκφρασης και επιβολής της γνώμης τους μπορεί να συνεισφέρουν στην ανάπτυξη χρόνιων διαφωνιών με τα παιδιά τους και αυτό το πρότυπο να επαναλαμβάνεται και στη συνέχεια με άλλα άτομα εξουσίας (π.χ. δάσκαλος, διευθυντής κ.λ.π.). Πολλοί ψυχολόγοι θεωρούν ότι η εναντιωματικότητα είναι μια ενισχυμένη συμπεριφορά μέσω της οποίας το παιδί ασκεί έλεγχο προς τα άτομα εξουσίας (π.χ. οι γονείς ζητούν από το παιδί μια ανεπιθύμητη γι’ αυτό πράξη κι εκείνο με μια έκρηξη θυμού τους αναγκάζει να υπαναχωρήσουν).  Έτσι η αναζήτηση της αιτιολογίας για τη συγκεκριμένη διαταραχή επικεντρώνεται κυρίως στην ποιότητα της αλληλεπίδρασης του παιδιού με τα άτομα του οικείου του περιβάλλοντος.

Ως εκ τούτου η κύρια θεραπεία είναι η παρέμβαση στην οικογένεια με άμεση εκπαίδευση των γονέων στον τρόπο χειρισμού των ικανοτήτων του παιδιού και προσεκτική εκτίμηση των σχέσεων στην οικογένεια. Η συγκρουσιακή σχέση γονιού – παιδιού προδιαθέτει για προβλήματα διαγωγής, αφού τα πρότυπα σκληρής σωματικής και λεκτικής τιμωρίας προκαλούν την εμφάνιση επιθετικότητας στα παιδιά. Επομένως η παρέμβαση στην οικογένεια στοχεύει στην τροποποίηση αυτών των γονεϊκών συμπεριφορών με την ενίσχυση των θετικών οικογενειακών στάσεων μέσα κυρίως από την επιβράβευση της κατάλληλης συμπεριφοράς και την αδιαφορία της ανεπιθύμητης.

Στο σχολείο ο δάσκαλος προκειμένου να διαχειριστεί το παιδί με εναντιωματική προκλητική διαταραχή θα πρέπει να το επαινεί όποτε κάνει καλό και να του υπενθυμίζει τα θετικά στοιχεία του χαρακτήρα του, να επιβραβεύει την κοινωνικά αποδεκτή συμπεριφορά, να βρίσκει χρόνο να μιλάει με το παιδί για τα προβλήματά του, να διαμορφώνει ευκαιρίες ώστε να συναναστρέφεται με τα παιδιά που το αποδέχονται, να έχει συχνή επικοινωνία με τους γονείς για την πρόοδο, τη συμπεριφορά και τις ιδιαίτερες επιτυχίες του, να του προσφέρει τη βοήθειά του ακόμη και αν δεν του τη ζητάει όποτε το παιδί εναντιώνεται ή αρνείται τις οδηγίες του, να το έχει κοντά στην έδρα έχοντας συχνή βλεμματική επαφή μαζί του, να μην έρχεται σε αντιπαράθεση με το παιδί όταν τον προκαλεί με την ενοχλητική συμπεριφορά του και αν δεν ηρεμεί να του επιτρέπει να πάει μια βόλτα για λίγα λεπτά.

Εκείνο πάντως που πρέπει να γίνει κατανοητό είναι πως η προσωπικότητα του κάθε παιδιού διαμορφώνεται από την αλληλεπίδραση των προσωπικών του χαρακτηριστικών με το περιβάλλον. Το πώς θα αντιμετωπισθεί από τους ανθρώπους του περιβάλλοντός του θα καθορίσει το πώς το παιδί βλέπει τον εαυτό του και τον κόσμο γύρω του. Η ικανότητά του να εκφράζει τη γνώμη του και να διαφωνεί με αυτή των άλλων είναι σημαντική για τη φυσιολογική του ανάπτυξη, αφού αποτελεί πορεία προς την αυτονομία, τη δημιουργία της ταυτότητας εαυτού και τη διαμόρφωση εσωτερικών κανόνων και  ελέγχου. Έτσι ο ρόλος των γονιών, των δασκάλων (των σημαντικών «άλλων»), αλλά και του ευρύτερου περιβάλλοντος είναι καθοριστικός για τη διαδικασία της  ομαλής αναπτυξιακής πορείας που καλείται το παιδί να διανύσει.

Στασινοπούλου Τζωρτζίνα

Δασκάλα Ειδικής Αγωγής