Ποιον να ψηφίσω;

Απογοητευμένος ήταν ο φίλος μας χθες το μεσημέρι στην καθιερωμένη συνάντησή μας στο καφενείο στην γωνία της πλατείας, έσταζε φαρμάκι, μονολογούσε και σιγοψιθύριζε σαν να τα είχε με τον εαυτό του και πραγματικά με τον εαυτό του γκρίνιαζε, γιατί πιάστηκε κορόϊδο, ύστερα από πολύ καιρό και παρακολούθησε στην TV πολιτική συζήτηση.

Ήθελε λέει να ενημερωθεί από τους υποψήφιους ευρωβουλευτές για την πορεία και τις προοπτικές της Ευρώπης των λαών και περίμενε τέλος πάντων να ακούσει τις θέσεις των κομμάτων, ελληνικών και ευρωπαϊκών, πως τέλος πάντων θα γίνει η μεταστροφή και η αλλαγή της πορείας από την Ευρώπη των κρατών στην Ευρώπη των λαών.

Φυσικά παραμένει ο φίλος μας στο παλαιό, όπως συνηθίζεται να αποκαλούν σήμερα το παρελθόν, λες και κατά το παρελθόν δεν έχουν γραφτεί και λαμπρές σελίδες στα ελληνικά και στα ευρωπαϊκά ζητήματα, με λάθη και παραλήψεις βέβαια, αλλά μ άλλον λαμπρότερες απ τις σημερινές που μπορεί και να μην τις αναφέρει καθόλου ο ιστορικός του μέλλοντος.

Δηλώνει «αμετανόητος» ΠΑΣΟΚος και ας τον αποκαλούν καλαιοκομματικό και ξεπερασμένο οι νεόκοποι αριστεροί σοσιαλιστές που συνέχεια αναπροσαρμόζονται μπας και μπορέσουν να ακούσουν τον κόσμο, μέχρι που πολλές φορές ξεφεύγουν πολύ δεξιά και δεν διστάζουν να συγκυβερνούν κιόλας και πως αλήθεια γίνεται να γεφυρώνεται ο σοσιαλισμός με τον νεοφιλελευθερισμό;

Ο φίλος μας ο Αμερικανοέλληνας λοιπόν περίμενε να ενημερωθεί στο βραδινό ενημερωτικό δήθεν του διαλόγου, αλλά δεν κατέστη δυνατό, αφού οι δύο εκπρόσωποι του δίπολου, μάλλον ήταν άσχετοι  για τα ευρωπαϊκά και  ελληνοευρωπαϊκά ζητήματα, απέφυγαν  να μιλήσουν για αυτά, παρά την επιμονή του δημοσιογράφου και εν τέλει πήγαν την συζήτηση στο πουθενά.

Γιατί τελικά πουθενά είναι  μία συζήτηση, που ενώ  πρέπει να μιλάμε για την Ευρώπη των λαών και των ενωμένων  πολιτειών-κρατών, αυτοί ξέφυγαν και μίλησαν για τα αγαπημένα τους, μάλιστα διακόπτοντες ο ένας τον άλλον και προσπαθώντας με κραυγές και λογοπαίγνια να επιβληθούν αλλήλους, αγνοώντας προκλητικά, ότι κάποιοι άνθρωποι και πιθανοί ψηφοφόροι τους περίμεναν να ακούσουν πολιτικό λόγο.

Μίλησαν για σκάνδαλα, ή υποψίες σκανδάλων, για προστατευόμενους μάρτυρες, για το παλιό που παραμένει παλιό και το καινούργιο που έγινε παλιό, για την πρωτιά τους ο καθένας και πως αλήθεια θα γίνει να βγουν και οι δύο πρώτοι, μίλησαν, μίλησαν, δεν σταμάτησαν καθόλου, μίλησαν για τίποτα και το χειρότερο και οι δύο μονομάχοι, έδειχναν πολύ θυμωμένοι και τσαντισμένοι.

Αλήθεια γιατί τάχα θυμωμένοι με ποιον τα έβαλαν πάλι, μήπως για τον λαό που δεν τους καταλαβαίνει, ή μήπως βρέθηκαν σε κατάσταση περισυλλογής και αυτογνωσίας και κατάλαβαν επιτέλους ότι η ξύλινη γλώσσα επικοινωνίας που χρησιμοποιούν δεν προάγει την επικοινωνία, τους απομονώνει και τους αποξενώνει από τον πραγματικό κόσμο, οδηγώντας τους στον δικό τους φανταστικό και ψεύτικο.

Δεν γίνεται φίλοι μου λέει ο Αμερικανοέλληνας, να βιώνουμε σε μία χώρα σε απόλυτη φτωχοποίηση, με τον κύριο όγκο των πολιτών της  να ζούνε με επιδόματα διαφόρων ειδών και προελεύσεων, δεν γίνεται να επιδοτείται η αεργία αντί της εργασίας, με δανεικά και μνημόνια και εσείς που θέλετε να γίνεται αντιπρόσωποί μας, να μην χαμπαριάζετε τίποτα.

Για πείτε μου λοιπόν φίλοι μου με τέτοιες συνθήκες, ποιον να ψηφίσω;