Πνευματικά και πολιτιστικά ρεύματα στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης

Τα δεινά του Α` Παγκόσμιου Πολέμου διέδωσαν ένα γενικότερο κλίμα απογοήτευσης και αποθάρρυνσης ως προς την προσέγγιση κάθε λογικής αντίληψης του σύμπαντος.

Η φιλοσοφική πνοή της εποχής απομακρύνθηκε από τη φύση της απόλυτης πραγματικότητας. Η αντιμεταφυσική απέρριψε την αναζήτηση του θεού και του νοήματος της ζωής. Ο Βιτγκενστάιν (Ludwig Wittgenstein, 1889-1951), ιδρυτής από κοινού με τον Άγγλο Ράσελ(Bertrand Russel, 1872-1970), της σχολής του «Λογικού Θετικισμού», στράφηκε προς την ασυμβίβαστη επιστημονική φιλοσοφία, προσεγγίζοντας αξίες και ιδανικά μέσω της επιστήμης των Μαθηματικών και της Φυσικής. Η ανακάλυψη της αλήθειας πλέον προσεγγίζεται σε πλήρη αρμονία με τα γεγονότα του φυσικού σύμπαντος. Θέτουν ερωτήματα και επικεντρώνονται στην επίλυσή τους. Η πολιτική θεωρία κρίνεται ως ιδιαίτερα βεβαρημένη με αναπόδεικτες υποθέσεις και αμφισβητήσιμα δόγματα.

Η κοινωνιολογία δρα ως αρωγός της φιλοσοφίας ως προς την άρνηση της αξίας της μεταφυσικής. Ο Γερμανός κοινωνιολόγος Βέμπερ(Max Weber, 1881-1961) στο βιβλίο του «Η προτεσταντική ηθική και το πνεύμα του καπιταλισμού»(1905), διατείνεται πως η θρησκεία πρέπει να νοηθεί ως κοινωνική δύναμη, η οποία συνετέλεσε στην προκειμένη περίπτωση στη διάδοση και επικράτηση του καπιταλισμού. Ο Βέμπερ έθιξε την προσήλωση της θρησκείας στην αρετή της εργασίας και στο αμάρτημα της αεργίας ως το έναυσμα της τροφοδότησης του καπιταλισμού. Θεωρούσε λοιπόν αναπόφευκτο τον έλεγχο των κοινωνιών του σύγχρονου κόσμου από τη δύναμη της ύλης και της εξουσίας των αυταρχικών και δυνάμει ολοκληρωτικών καθεστώτων. Δεν δίστασε να εισαγάγει και την έννοια της χαρισματικής ηγεσίας υπό τη μαγική ιδιότητα της ηρωολατρείας, η οποία εδύνατο να καταλύσει κάθε νόμιμη αρχή εξουσίας. Δυστυχώς η ίδια η ιστορική πραγματικότητα επαλήθευσε τη συγκεκριμένη του οπτική- θεώρηση, με απτά παραδείγματα τη δράση του Χίτλερ και του Μουσολίνι.

Εν συνεχεία ο Γερμανός φιλόσοφος Σπένγκλερ (Oswald Spengler, 1880-1936), εξέφρασε την πεποίθηση, πως η δημοκρατία ήταν ένα ευάλωτο σύστημα, εκδηλώνοντας παράλληλα την αντιδιανοουμανιστική του θεώρηση και τον θαυμασμό του προς τους ισχυρούς και επιθετικούς αρχηγούς.( Στην ίδια γραμμή πλεύσης κινούνταν και ο Ιταλός Φιλόσοφος Vilfredo Pareto, 1848-1923). Το έργο του Σπένγκλερ «Η παρακμή της Δύσης», αντανακλά τις ολοκληρωτικές του αντιλήψεις, ενώ το έργο του «Η ώρα της κρίσης»(1933), κεραυνοβολεί τη δημοκρατία, την ειρήνη, το διεθνισμό, τις κατώτερες τάξεις και τις μη λευκές φυλές.

Ο ψυχολόγος Γιουνγκ(Karl Jung, 1875-1961), αν και μαθητής του Φρόιντ, ήρθε σε πλήρη ρήξη με τον πνευματικό του μέντορα, εισάγοντας έναν νέο επιστημονικό όρο στο χώρο της ψυχανάλυσης, «το συλλογικό υποσυνείδητο». Πρόκειται για την ύπαρξη μίας νέας δύναμης, η οποία εδραιωνόταν πίσω από το ατομικό υποσυνείδητο, το εγώ και το υπερεγώ. Το συλλογικό υποσυνείδητο εντυπώνεται στη δομή του εγκεφάλου, που βρίσκεται στη βάση του ψυχισμού μας , αποτελώντας το θεμέλιο πάνω στο οποίο αναπτύσσεται ο ατομικός ψυχισμός. Πιο συγκεκριμένα, το συνειδητό μέρος αποτελεί την κορυφή του παγόβουνου στις αποφάσεις που παίρνουμε. Το βασικότερο όμως ρόλο, διαδραματίζει το υποσυνείδητό μας, το οποίο είναι συνεχώς ενεργό και η μητέρα του συνειδητού. Βέβαια, το υποσυνείδητο, κατά τον Γιουνγκ, έχει τη δική του αυτονομία και προϋπάρχει του συνειδητού, οργανωμένο με βάση τις αρχέγονες εικόνες, οι οποίες προέρχονται από την κοινή κληρονομιά της ανθρωπότητας. Το συλλογικό λοιπόν υποσυνείδητο καταλήγει, πως προέρχεται από την κοινή ιστορία, την κληρονομιά της ανθρωπότητας. Μάλιστα αποπειράθηκε να ερμηνεύσει τον ψυχισμό μέσα από την ανάλυση των ονείρων και της ονειροπόλησης και του ελεύθερου συνειρμού, δηλαδή τη συνειρμική σκέψη. Η διπολική σχέση εμείς και οι άλλοι αρχίζει να πρωτοστατεί στο χώρο της ψυχανάλυσης, πλάθοντας την αξία της αλληλεπίδρασης με το συλλογικό φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον.

Η λογοτεχνική πορεία εκείνης της ιστορικής περιόδου βαδίζει στα ίδια χνάρια της φιλοσοφίας. Παρόμοιες τάσεις κυριαρχούν και εδώ. Μυθιστοριογράφοι, ποιητές, θεατρικοί συγγραφείς, εκδηλώνουν αμείωτο ενδιαφέρον για τα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα της εποχής αυτής. Η αντιφατική επίδραση, της πικρίας και της απογοήτευσης από τη μία πλευρά, από τα δεινά του Α` Παγκόσμιου Πολέμου, και του ενθουσιασμού από την άλλη πλευρά, από τις επαναστατικές εξελίξεις της επιστήμης και από τις εξερευνήσεις των κρυμμένων μυστικών του νου από τη νέα επιστήμη της ψυχανάλυσης, αντικατοπτρίζεται και στις λογοτεχνικές κινήσεις. Το κλίμα του κυνισμού, της απογοήτευσης και της ματαιότητας καθρεπτίζεται στα θεατρικά έργα του Γερμανού Μπρεχτ(Bertolt Brecht, 1898-1956), μεταφέροντας τα επαναστατικά του μηνύματα στους δρόμους του Βερολίνου. Βέβαια, το πελώριο κύμα της Μεγάλης Ύφεσης συμπαρέσυρε παράλληλα και τους σκοπούς της λογοτεχνίας. Η οικονομική στασιμότητα και η απειλή του ολοκληρωτισμού χάραξε στην πορεία της λογοτεχνίας τον πολιτικό σκοπό.

Την ίδια ακριβώς διαδρομή ακολούθησε και η τέχνη. Οι εικαστικοί καλλιτέχνες εξακολουθούσαν να εξερευνούν τα αισθητικά σύνορα που ήταν απομακρυσμένα από τη συμβατική καλαισθησία των ανθρώπων εκείνης της εποχής. Εμφανίζεται νέο καλλιτεχνικό ρεύμα, ο εξπρεσιονισμός. Η τέχνη μεταβαίνει από την αστική, δηλαδή την ιμπρεσιονιστική, στη λαϊκή, την εξπρεσιονιστική. Καλλιτέχνες όπως o Cezanne, o Van Gogh, ο Georg Grosz, o Max Ernst, διερεύνησαν τις οπτικές του φωτός και του χρώματος προσπαθώντας παράλληλα να προσδώσουν στα έργα τους το πάθος και την ένταση, ούτως ώστε να αγγίξουν τα όρια της εκφραστικότητας.

Η κτηνωδία και οι καταστροφές του Μεγάλου Πολέμου ώθησαν τους καλλιτέχνες στην αμφισβήτηση των κυρίαρχων ηθικών αξιών και του ορθολογισμού και τους κατηύθυναν σε μία φυγή προς το όνειρο, τον ανορθολογισμό ή τον αισθητισμό, ως μία ύστατη προσπάθεια της τέχνης να καταγγείλει τον παραλογισμό που βασίλευε τότε στον κόσμο.

Το ρεύμα του ντανταϊσμού αν και γεννήθηκε στην Ελβετία, εντούτοις επεκτάθηκε στη Γερμανία, ως μία αγωνιώδης και ειρωνική μηδενιστική διαμαρτυρία ενάντια τον πόλεμο και στην κοινωνία που τον εκκόλαψε. Η ειρωνική διάθεση των ντανταϊστών πήρε σάρκα και οστά στο κολάζ, στο Βερολίνο, κατά το 1920.(GeorgGross, Hans Arp, Max Ernst, Kurt Schwitters.

Ως άξια αναφοράς κρίνεται και η καλλιτεχνική ομάδα Novembergruppe, η οποία, αν και ιδρύθηκε τον Δεκέμβριο του 1918, εντούτοις πήρε το όνομά της από τον προηγούμενο μήνα, το Νοέμβριο, όταν έγινε η επανάσταση στη Γερμανία. Σε αυτή την ομάδα κυριαρχούσαν τότε οι σοσιαλιστικές πεποιθήσεις, οι οποίες έβρισκαν χώρο να ριζώσουν μέσα στην τέχνη. Αυτή η καλλιτεχνική ομάδα αντιδρούσε στον ακαδημαϊσμό της Τέχνης. Πρότεινε λοιπόν, την πλήρη αναδιαμόρφωση της τέχνης και την ίδρυση μουσείων λαϊκής τέχνης, ώστε να απηχεί σε όλο το λαό και όχι μόνο σε μία ελίτ.

Το κλίμα της απογοήτευσης επηρέασε και τη μουσική. Η μουσική σύνθεση απομακρύνεται από τη ρομαντική παράδοση του Βάγκνερ απορρίπτοντας το αισθητικό ιδεώδες. Η μουσική δημιουργία αποκλίνει από την κλασσική και ρομαντική τεχνοτροπία και οδεύει προς τον εξπρεσιονισμό. Τώρα κυριαρχεί η μορφή και η αφαίρεση, η ατονικότητα(κατάργηση των μουσικών κλειδιών και κυριαρχία των ασυμφωνιών και των μουσικών αλμάτων, τα οποία είναι αδύνατον να τραγουδηθούν) και η πολυτονικότητα(συνδυασμός διαφορετικών κλειδιών με στόχο τη δημιουργία αρμονικού συστήματος κατά μεγάλο βαθμό ασύμφωνου).

Και η αρχιτεκτονική, κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, αποπειράται να αρνηθεί το συναισθηματισμό. Οι ρυθμοί στην οικοδόμηση πρέπει να εναρμονιστούν με τα δεδομένα του σύγχρονου πολιτισμού. Εκδηλώνεται λοιπόν νέο αρχιτεκτονικό κίνημα, ο φονξιοναλισμός(λειτουργισμός). Ο κυριότερος πρωτοπόρος του ήταν ο Βάγκνερ στη Γερμανία. Από το ρυθμό αυτό αποκλείονται τα διαζώματα, τα διακοσμητικά σχέδια και υιοθετείται η απλότητα και η έντιμη προσαρμογή των υλικών στην αρχή της λειτουργικότητας, υπηρετώντας την εποχή της επιστήμης και των μηχανών. Νέα υλικά πλέον χρησιμοποιούνται στη δόμηση, όπως είναι το χρώμιο γυαλιού, ο χάλυβας και το μπετόν αρμέ. Εκφραστής του λειτουργισμού στη δόμηση, ήταν και ο Γερμανός Γκρόπιους(Walter Gropius, 1833-1969), ο οποίος το 1919 ίδρυσε τη σχολή Μπάουχαους(Bauhaus) ως κέντρο της θεωρίας και πρακτικής της σύγχρονης αρχιτεκτονικής. Ως καλός φονξιοναλιστής πρέσβευε πως το αισθητικό περιεχόμενο ενός κτιρίου πρέπει να εκφράζεται με βάση τον σκοπό του.[1]

Αναμφίβολα και η τέχνη και η εκπαίδευση αποτέλεσαν τον βραχίονα της πολιτικής κατάστασης που κυριαρχούσε στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης. Ενθάρρυναν την εξάλειψη του αναλφαβητισμού, θεωρώντας απαραίτητη την ύπαρξη μίας εγγράμματης εργατικής τάξης, η οποία θα στήριζε τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης Η κατάσταση αυτή άλλαξε άρδην με την επικράτηση του Ναζισμού, ο οποίος επιζητούσε τον προσηλυτισμό της μάζας μέσω του εκπαιδευτικού και καλλιτεχνικού αγωγού. Τα βιβλία τώρα πρέπει να εκθειάζουν το Ναζισμό, τα εκπαιδευτικά προγράμματα να διδάσκουν την πειθαρχία και τη νομιμοφροσύνη, η γυμναστική να πλάθει καλογυμνασμένα σώματα ως άξιες στρατιωτικές μηχανές και οι εφημερίδες να κατευθύνουν τους δέκτες μέσω της αποτελεσματικής προπαγάνδας στη χειραγώγηση, με απώτερο στόχο την εξυπηρέτηση των οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων του Ναζισμού.