Πολίτες και νομοθετήματα – Άρθρο του Λεωνίδα Ελ. Βαρουξή

Του ΛΕΩΝΙΔΑ ΕΛ. ΒΑΡΟΥΞΗ

H πρόσφατη ψήφιση του Ποινικού Νόμου, με τον οποίο τροποποιείται ο Ποινικός Κώδικας και θεσπίζεται το άρθρο που «ποινικοποιεί» το ρουσφέτι, αλλά και η προεκλογική περίοδος των Βουλευτικών εκλογών την οποία διερχόμαστε, έφεραν το θέμα του ρουσφετιού στην επικαιρότητα.

Άραγε αυτό θα φέρει το τέλος της εποχής του ρουσφετιού;

Μακάρι να είμαστε όλοι καλά και να ζήσουμε, μια καραμπινάτη τέτοια υπόθεση, που θα προσαχθεί σε δικαστήριο.

Εκφράζοντας πάντως επιφυλάξεις και προβληματισμούς, δεν αμφισβητώ, με οποιοδήποτε τρόπο, την αναγκαιότητα της θέσπισης αυτού του Νόμου.

Εκείνο που αμφισβητώ είναι τις πιθανότητες να αποδειχθεί τελεσφόρος  στην πραγματική έκταση αυτού του εθνικού προβλήματος.

Το ρουσφέτι, με την έννοια της προσφοράς εκδούλευσης σ’ ένα πολίτη, είτε άμεσα είτε έμμεσα, για να εξασφαλίσει μια ευνοϊκή μεταχείριση στις επαφές ή συναλλαγές του με το κράτος, αποτελεί τη βασική γενεσιουργό αιτία της κρίσης θεσμών και αξιών την οποία διέρχεται ο τόπος μας, αλλά -το πλέον σημαντικό-  την αιτία της σαθρής επάνδρωσης του ιδίου του κράτους.

Το ρουσφέτι όλοι το αναθεματίζουν, αλλά ελάχιστοι το αποφεύγουν, γιατί αποτελεί μια καθιερωμένη μέθοδο διεξαγωγής του πολιτικού παιγνιδιού, το οποίο βασίζεται στις πελατειακές σχέσεις.

Όταν μιλούμε για ρουσφέτι, ο νους μας  πηγαίνει  στην αναξιοκρατική, ή ευνοιοκρατική επιλογή κάποιου σε μια θέση στο δημόσιο τομέα. Όμως, το ρουσφέτι.. επεκτείνεται  και σε άλλες περιπτώσεις επαφών πολιτών με το κράτος. Δεν χρειάζεται να αναφερθώ αναλυτικά, καθώς όλοι θα έχετε κάποια τέτοια περίπτωση στο μυαλό σας.

Κανονικά, η επικράτηση της αξιοκρατίας θα έπρεπε να είναι το κύριο μέλημα κάθε κυβέρνησης, αφού η στράτευση των άξιων θα ενισχύσει την παραγωγικότητα της κρατικής μηχανής και έτσι θα συντελέσει στην επιτυχία του έργου της, που είναι η επιτυχής διακυβέρνηση του τόπου μας.

Εξ’ άλλου η εύνοια σε κάποιο ανάξιο δεν εξασφαλίζει και την υποστήριξή του. Κατά κανόνα, οι ανάξιοι είναι και αγνώμονες και σπεύδουν να χειροκροτούν τους εκάστοτε κρατούντες. Είναι αρκετά εύγλωττη η ρήση του Ταλεϋράνδου: «Όταν διορίζω κάποιον σε μια θέση, δημιουργώ ένα αχάριστο και εκατό δυσαρεστημένους».

Το ρουσφέτι δυστυχώς όχι μόνο υπάρχει, αλλά δεσπόζει στο δημόσιο βίο του τόπου. Γιατί, το ρουσφέτι είναι μια νοοτροπία βαθειά ριζωμένη μέσα μας, εδώ και αιώνες, που δεν μπορεί να εξαλειφθεί από τη μια μέρα στην άλλη. Απαιτείται μια πολύχρονη διεργασία και διαρκής παιδεία των πολιτών για να καλλιεργηθούν νέες νοοτροπίες και συμπεριφορές.

Στην επιτάχυνση αυτής της διεργασίας συμβάλλει, οπωσδήποτε, η θεσμοθέτηση μέτρων που αποβλέπουν στην καθιέρωση αντικειμενικών και μετρήσιμων κριτηρίων για τις προσλήψεις, προαγωγές και μεταθέσεις υπαλλήλων του δημόσιου τομέα και διαφανών διαδικασιών κατά την εξέταση αιτήσεων και κατακύρωση προσφορών και στην ενίσχυση των θεσμών ελέγχου, ώστε οι παρεμβάσεις τους να είναι πιο αποτελεσματικές.

Κανονικά, η επικράτηση της αξιοκρατίας θα έπρεπε να είναι το κύριο μέλημα κάθε κυβέρνησης, αφού η στράτευση των άξιων θα ενισχύσει την παραγωγικότητα της κρατικής μηχανής και έτσι θα συντελέσει στην επιτυχία του έργου της που είναι η επιτυχής διακυβέρνηση του τόπου.

Όμως, τα θεσμικά μέτρα δεν είναι αρκετά, χρειάζονται και οι κατάλληλοι άνθρωποι.

Και τα πιο αξιόλογα νομοθετήματα αχρηστεύονται και εξευτελίζονται στα χέρια ακατάλληλων ανθρώπων.

Και σε αυτό μεγίστη ευθύνη έχουν οι ίδιοι οι πολίτες.


Υ.Γ.

Το ρητό «Κάθε φορά που συμπληρώνω μια κενή θέση, δημιουργώ δέκα δυσαρεστημένους και έναν αχάριστο» κατά άλλους αποδίδεται στον Λουδοβίκο τον 14ο της Γαλλίας