Πώς διασκέδαζαν κάποτε οι Πατρινοί το καρναβάλι τους: Από τους χορούς και τα Μπουρμπούλια, στα καφε σαντάν, τα καφε αμάν και τα χοροδιδασκαλεία

«Το Καρναβάλι της Πάτρας» του αλησμόνητου δημοσιογράφου και συγγραφέα Νίκου Ε. Πολίτη που είχε πρωτοκυκλοφορήσει πριν από  31 χρόνια, το 1986, μας χαρίζει αίθανες πληροφορίες για την πόλη, το καρναβάλι και τη διασκάδασή της. Και μιας και μιλάμε για τελετή έναρξης και ξεφάντωμα, πάμε να δού πού και πώς διασκέδαζαν κάποτε οι Πατρινοί.

ΧΟΡΟΙ ΚΑΙ ΜΠΟΥΡΜΠΟΥΛΙΑ

Η κυριότερη αποκριάτικη διασκέδαση είναι ο χορός. Στο Καρναβάλι της Πάτρας έχουμε χορούς (=χοροεσπερίδες) οικογενειακούς και χορούς δημόσιους, χορούς μεταμφιεσμένων και χορούς επίσημους, χορούς βραδινούς και χορούς απογευματινούς ή για παιδιά, χορούς για φιλανθρωπικούς σκοπούς και χορούς για την ενίσχυση σωματείων, χορούς σε θέατρα, χορούς σε ταβέρνες, χορούς στα κοσμικά κέντρα, χορούς στο ύπαιθρο (στην πλατεία Γεωργίου), χορούς, χορούς, χορούς…

Ας πούμε πρώτα–πρώτα λίγα λόγια για τις επίσημες χοροεσπερίδες, αυτές δηλαδή στις οποίες οι άνδρες ήταν υποχρεωμένοι να φορούν σμόκιν ή φράκο, ή να είναι «ευπρεπώς» μεταμφιεσμένοι, όπου η έννοια της ευπρέπειας μπερδευόταν με εκείνη της πολυτέλειας.

Οι Γάλλοι υποστηρίζουν ότι η πρώτη στην ιστορία επίσημη χοροεσπερίδα δόθηκε στην Όπερα των Παρισίων τις 31 Δεκεμβρίου 1715. Οι λεπτομέρειες είχαν καθοριστεί με βασιλικό διάταγμα που δημοσιεύτηκε δύο μέρες ενωρίτερα. Στη χώρα μας στον πρώτο επίσημο χορό που έδωσαν ο Όθων και η Αμαλία στο παλάτι, είχαν προσκληθεί 500 άτομα. Ο χορός αυτός στοίχισε στο ελληνικό δημόσιο 7.000 δρχ., ποσό όχι ευκαταφρόνητο για την εποχή εκείνη. Στην Πάτρα ο πρώτος επίσημος χορός δόθηκε το 1831 προς τιμήν του κυβερνήτου Ιω. Καποδίστρια, που είχε επισκεφθεί την πόλη. Ο χορός δόθηκε σε οίκημα της πλατείας Αγίου Γεωργίου. Προσκλήθηκαν οι αξιωματούχοι του κράτους, οι διακεκριμένοι Πατρινοί, οι ξένοι πρόξενοι και οι Αγωνιστές που κατοικούσαν στην Πάτρα. Χορεύτηκαν ελληνικοί χοροί. Όταν κάποιοι «επαΐοντες» ετόλμησαν να χορέψουν πόλκα, μόλις έφεραν δυο–τρεις βόλτες, σταμάτησαν επειδή τους ήχους της υποτυπώδους ορχήστρας εκάλυπταν οι καγχασμοί των παρισταμένων Αγωνιστών. «Τι φρουστ–φρουστ είν’ αυτό;» —έλεγαν και ξεκαρδίζονταν στα γέλια. Δύο χρόνια ενωρίτερα, το 1829, είχαν δοθεί οικογενειακοί χοροί. Το 1847 ο Όθων με ντάμα την Κα Μπογδάνου και η Αμαλία με καβαλιέρο το γέρο Μπενιζέλο Ρούφο άνοιξαν το χορό που δόθηκε προς τιμήν τους στην οικία Γερούση.

Στη διάρκεια του Καρναβαλιού στην Πάτρα οργάνωναν επίσημες χοροεσπερίδες συνήθως η Φιλαρμονική Εταιρεία, η Στρατιωτική Λέσχη και η Ένωση Συντακτών. Όπως οι κυρίες της λονδρέζικης αριστοκρατίας περίμεναν κάθε χρόνο τις ιπποδρομίες του Άσκοτ, για να επιδείξουν το καινούργιο τους καπέλο ή τον νέο εραστή τους, έτσι και οι κυρίες του λεγομένου «καλού κόσμου» των Πατρών περίμεναν τις επίσημες χοροεσπερίδες της Αποκριάς, για να επιδείξουν τις τουαλέτες που έραψαν, τα μπιζού που αγόρασαν και τα… κιλά που απέκτησαν στη διάρκεια του έτους που μεσολάβησε. Όσο για τους άνδρες, αυτοί θεωρούσαν πάντοτε σαν ένδειξη κοινωνικής αναγνωρίσεως την παρουσία τους σε τέτοιες χοροεσπερίδες. Οι λαμπυρίζουσες φαλάκρες και οι προεξέχουσες γαστέρες, καθώς στροβιλίζονταν στην πίστα του χορού, τροφοδοτούσαν ασταμάτητα το κοσμικό κους–κους. Πολλοί δε χόρευαν, αλλά τους αρκούσε να βλέπουν και να τους βλέπουν. Αυτούς, για την ακινησία τους, οι άλλοι τους έλεγαν κοροϊδευτικά «βαλίτζες». Πολλές φορές η επίσημη χοροεσπερίδα καταντούσε ανιαρή σύναξη και τ’ αναπόφευκτα χασμουρητά δεν ήταν ικανός να εμποδίσει ούτε ο ζωηρός ρυθμός των βιεννέζικων βαλς. Όταν όμως τύχαινε κάτω από τα σμόκιν και τα αστεία μερικές φορές φράκα να κτυπούν νεανικές καρδιές, φυσικά η επισημότητα παραχωρούσε τη θέση της σε μιαν απροσδόκητη ευθυμία. Και τότε, ω, πόσο απολάμβαναν το θέαμα οι κυρίες κάποιας ηλικίας, που από τα θεωρεία επεσήμαιναν με τα φασαμέν τους τα τεκταινόμενα.

Στις επίσημες χοροεσπερίδες οι Πατρινοί χόρευαν τους γνωστούς και καθιερωμένους ευρωπαϊκούς χορούς. Έφθαναν βέβαια και στην Πάτρα οι μοντέρνοι χοροί, αλλά πάντα με κάποια καθυστέρηση. Έτσι π.χ. το «λάμπεθ γουώκ» ήταν ο χορός της μόδας το 1938, χρονιά που οι Αμερικανοί που το επενόησαν το είχαν πια ξεχάσει. Οι μοντέρνοι χοροί κυριαρχούσαν στις «χορευτικές προεσπερίδες». Αυτή ήταν η αρχική και επίσημη ονομασία της πιο χαρακτηριστικής πατρινής καρναβαλικής εκδηλώσεως, που η ιδιαιτερότητά της την έκαμε γνωστή και έξω από τη χώρα μας. Έγινε αντιληπτό, νομίζω, ότι πρόκειται για το «Μπουρμπούλι». Στην κυριολεξία του ο όρος αυτός σημαίνει το κρέας που βράζει, τον μεζέ, το πρόχειρο φαγητό. Στα χρόνια του μεσοπολέμου ο θεατρώνης Ανδρέας Λοβέρδος ονόμασε μπουρμπούλια τους απογευματινούς χορούς, γιατί δεν απαιτούσαν καμία προετοιμασία, ήταν κάτι πρόχειρο σαν… μεζές από κρέας που βράζει, σαν… μπουρμπούλι.

 

ΚΑΦΕ–ΑΜΑΝ ΚΑΙ ΚΑΦΕ–ΣΑΝΤΑΝ

Μέχρι τώρα ασχοληθήκαμε με καταστήματα, στα οποία μπορούσε να συχνάζει κάθε αξιοπρεπής άνθρωπος, χωρίς κανένα φόβο. Υπήρχαν όμως και κέντρα διασκεδάσεως, στα οποία οι θαμώνες εκτός από τα λεφτά τους ξόδευαν και το καλό τους όνομα. Αυτά ήταν τα «καφωδεία» —κατά την επίσημη ονομασία τους— τα οποία διακρίνονταν σε καφέ–αμάν και καφέ–σαντάν.

Τα καφωδεία λειτουργούσαν τις νυκτερινές ώρες, από τις 10 μ.μ. και «μέχρι πρωίας». Διέθεταν μουσικά συγκροτήματα (κομπανίες), τραγουδίστριες και χορεύτριες. Προσφέρανε μόνο ποτά. Τα καφέ–αμάν οφείλουν την ονομασία τους στο είδος του ακροάματος και του θεάματος που απολάμβαναν οι πελάτες τους. Ανατολίτικη (τουρκική ή αραβική) μουσική και ανατολίτικα τραγούδια (αμανέδες) γέμιζαν το πρόγραμμά τους. Ανατολίτισσες ήταν και οι χορεύτριες. Οι θαμώνες των καφέ–αμάν, ενώ πήγαιναν —υποτίθεται— να διασκεδάσουν, κατόρθωναν τελικά να βγάνουν βαθείς αναστεναγμούς, καθώς αντίκριζαν τις ημίγυμνες καλλιτέχνιδες του χορού της κοιλιάς να επιδεικνύουν την περιστροφικότητα των γλουτών τους και να σκορπούν λάγνες ματιές. Τα περισσότερα καφέ–αμάν βρίσκονταν στην παραλιακή λεωφόρο Όθωνος–Αμαλίας ή κοντά σ’ αυτήν. Πελάτες τους ήταν κυρίως ναυτικοί, αγρότες, ταξιδιώτες που διανυκτέρευαν στην Πάτρα, φαντάροι και εργάτες.

Στα καφέ–σαντάν επικρατούσε άλλη ατμόσφαιρα. Η ορχήστρα έπαιζε ευρωπαϊκή μουσική. Ακούγονταν σκοποί από οπερέτες, ναπολιτάνικες καντσονέτες, γαλλικά ελαφρά τραγούδια κ.ά. Οι χορεύτριες ήταν ξένες, συνήθως από χώρες της κεντρικής Ευρώπης. Ψηλές, ξανθές, ροδοκόκκινες, με πληθωρικές σάρκες που δεν εμείωναν την ευκινησία τους, εντυπωσίαζαν τους γλεντζέδες και ροκάνιζαν πολλά πορτοφόλια. Πελάτες των καφέ–σαντάν ήταν πλούσιοι έμποροι, ή άλλοι ελεύθεροι επαγγελματίες, οι νεαροί βλαστοί ευπορών οικογενειών οι οποίοι διέθεταν πλούσιο χαρτζιλίκι, πολλά γεροντοπαλίκαρα που δεν επέτρεπαν να φανεί άσπρη τρίχα στους κροτάφους των κ.ά. Τα καφέ–σαντάν βρίσκονταν σε κεντρικούς δρόμους της πόλεως, ως την πλατεία Γεωργίου. Σ’ αυτήν υπήρχαν δύο. Το ένα στο ισόγειο του μεγάρου του Εισαγωγικού Συλλόγου. Το άλλο στο κάτω μέρος της πλατείας, απέναντι από το φαρμακείο Κουρλαμπά. Πάνω από το κέντρο αυτό ήταν ξενοδοχείο, στο οποίο έμεναν συνήθως οι ηθοποιοί των θιάσων που έπαιζαν στο Δημοτικό Θέατρο. Συνέβαινε μερικές φορές ένα καφέ–σαντάν να μετατραπεί σε καφέ–αμάν ή και το αντίστροφο.

ΤΑ ΧΟΡΟΔΙΔΑΣΚΑΛΕΙΑ

Από τα κέντρα διασκεδάσεως αφήσαμε τελευταία εκείνα ακριβώς που συνδέονται περισσότερο με το Καρναβάλι: Τα χοροδιδασκαλεία. Όταν το 1835 ήρθε στην Πάτρα ο περιηγητής Στόϊμπ, πρόσεξε ότι οι περισσότερες γυναίκες φορούσαν ήδη ευρωπαϊκές ενδυμασίες.

Μαζί με την ευρωπαϊκή μόδα μπήκαν στη ζωή των Πατρινών και οι ευρωπαϊκοί χοροί. Και το 1840 παρουσιάζεται ο πρώτος χοροδιδάσκαλος. Λέγεται Ξενοφών Ανέτης και αυτοδιαφημίζεται ως «διδάσκαλος τῶν χορῶν τῶν συνηθιζομένων εἰς ὅλην τήν Εὐρώπην». Στα επόμενα 40 χρόνια δεν έλειψαν ασφαλώς από την Πάτρα οι χοροδιδάσκαλοι, αλλά δεν υπάρχουν γι’ αυτούς ειδήσεις στις τοπικές εφημερίδες.

Το 1880 στον Φορολογούμενο της 15ης Φεβρουάριου αναγγέλλεται «χορός μετημφιεσμένων μετά χορευτριῶν καί ἐν τάξει εἰς τό χοροδιδασκαλεῖον Π. Διονυσίου». Λίγα χρόνια αργότερα εμφανίζεται ο ιταλικής καταγωγής Ανδρέας Αλιβίζος, ή Αλεβίζος. Ήταν εμποροράπτης και ως δεύτερο επάγγελμα ασκούσε τη διδασκαλία χορών. Ο Αλεβίζος τον Ιανουάριο 1879 εξέδωσε ένα βιβλιαράκι 32 σελίδων με τίτλο: Οδηγός του χορού. Περιγράφει σ’ αυτό πώς χορεύονται η πόλκα (απλή, πηδητή και μαζούρκα), το βαλς, οι καντρίλιες και οι λανσιέδες. Περιγράφει επίσης διάφορα χορευτικά παιγνίδια. Τις γενικές οδηγίες του αρχίζει ως εξής:

«Οἱ χοροί διαιροῦνται α) εἰς χορευομένους ἀνά ζεύγη με­μονωμένα π.χ. πόλκα, βάλσερ κ.λ.π. β) εἰς χορευομένους ἀνά ζεύγη μέτ’ ἄλλων περιπλεκόμενα. Καί εἰς μέν τούς πρώτους ὁ χορευτής ἱστάμενος ἀντικρύ τῆς χορευτρίας καί πλησίον αὐτῆς, θέτει τήν δεξιάν του παλάμην ἄνωθεν τῆς ὀσφύος αὐτῆς διαπερῶν τήν χεῖρα κάτωθεν τῆς μασχάλης, διά δέ τῆς ἀριστερᾶς του χειρός λαμβάνει τήν δεξιάν χεῖρα τῆς χορευτρίας, ἥτις τήν ἀριστεράν ἐπιθέτει ἐπί τοῦ ὤμου του. Ἡ στάσις δέ τῶν ποδῶν αὐτοῦ εἶναι εὐθεῖα πρός τά ἐμπρός, ἀπέχουσι δέ οὗτοι ἀλλήλων ἥμισυν πόδα. Εἰς δέ τούς δευτέρους ὁ χορευτής ἔχει εἰς τά δεξιά του τήν χορεύτριαν, διά δέ τῆς δεξιᾶς του χειρός κρατεῖ τήν δεξιάν της, ἐν ᾧ αἱ ἀριστεραί ἀμφοτέρων εἶναι πρός τά κάτω ἀφελῶς».

 

Πηγή: tempo24.gr