Πώς η δομή της οικογένειας επηρεάζει συναισθηματικά το παιδί (Β`)

Την προηγούμενη Κυριακή εξετάσαμε τη συμπεριφορά των παιδιών της μέσης παιδικής ηλικίας μέσα σε οικογενειακά περιβάλλοντα στα οποία δουλεύουν και οι δύο γονείς, όπως επίσης και σε εκείνα των διαζευγμένων γονέων.  Σήμερα θα επανέλθουμε στο θέμα εξετάζοντας τη συμπεριφορά των παιδιών και σε άλλες, συνηθισμένες στις μέρες μας, οικογενειακές δομές.

Μια λοιπόν από αυτές είναι η μονογονεϊκή οικογένεια. Μιλώντας για μονογονεϊκή οικογενειακή δομή εννοούμε αυτή στην οποία το παιδί μεγαλώνει με τη φροντίδα του ενός μόνο γονέα του. Αιτία για μια τέτοια οικογένεια μπορεί να είναι ο θάνατος του ενός γονέα, το διαζύγιο ή η μητέρα που αποφάσισε να κάνει παιδί χωρίς να παντρευτεί ποτέ. Συνήθως σε μια τέτοια οικογένεια το παιδί ζει και μεγαλώνει με τη μητέρα του. Το αν το παιδί επηρεάζεται αρνητικά ή όχι ζώντας σε ένα τέτοιο περιβάλλον εξαρτάται από πλήθος παραγόντων που επιδρούν  στη συμπεριφορά του και σαφώς από την αιτία που δημιούργησε τη μονογονεϊκή οικογένεια. Για παράδειγμα έχει πολύ μεγάλη σημασία αν το παιδί γνώρισε και έζησε ποτέ με τον άλλο του γονέα, όπως επίσης και η σχέση που είχε μαζί του.  Το ίδιο σημαντικό είναι η χρονική διάρκεια και η ποιότητα του χρόνου που περνά ο γονέας με το παιδί, ο βαθμός του στρες που υπάρχει στην οικογένεια, καθώς και το οικονομικό επίπεδο της οικογένειας, αφού συνήθως αυτό είναι πιο χαμηλό μιας τυπικής οικογένειας με δύο γονείς.  Αυτό πάντως που τείνει να εκλείψει στις μέρες μας είναι το κοινωνικό στίγμα και τα στερεότυπα άλλων εποχών, αφού η εικόνα της μονογονεϊκής οικογένειας είναι πια κάτι αρκετά συνηθισμένο.

Το ίδιο όμως συνηθισμένο είναι και το γεγονός όπου ένας από τους διαζευγμένους γονείς παντρεύεται ξανά, δημιουργώντας έτσι έναν άλλο τύπο οικογένειας τη λεγόμενη μεικτή οικογένεια. Στη μεικτή οικογένεια η προσαρμογή του παιδιού εξαρτάται πολύ από την ηλικία του, μιας και φαίνεται να είναι  αρκετά πιο εύκολη στις μικρές ηλικίες απ’ ότι στις μεγαλύτερες (π.χ. στην εφηβεία). Εδώ οι δυσκολίες που έχει να αντιμετωπίσει το παιδί έχουν να κάνουν περισσότερο με την ασάφεια ρόλων που δημιουργούνται πολλές φορές σε αυτές τις οικογένειες. Δε γνωρίζει, για παράδειγμα, πώς να συμπεριφερθεί – κάποιες φορές και πώς να αποκαλέσει – τον/την σύντροφο του γονέα του, δυσκολεύεται να διαμορφώσει σχέσεις με τα πιθανά «νέα» του αδέρφια, αποφεύγει να αναλάβει ευθύνες και να πάρει αποφάσεις, έρχεται σε διλήμματα του τύπου «με ποιον από τους γονείς μου να περάσω τις αργίες ή τις διακοπές μου;» και κάποιες φορές θα πρέπει να διαχειριστεί τις αντικρουόμενες συμβουλές που δέχεται από το θετό και το βιολογικό του γονέα ώστε να κάνει τη σωστή επιλογή. Το ίδιο δύσκολο  είναι για το παιδί να βλέπει το δικό του γονέα να προσπαθεί να μοιράσει την αγάπη και τη φροντίδα του και στα άλλα «αδέρφια» της οικογένειας. Πάντως τις περισσότερες φορές το παιδί θα βρεθεί μέσα σε ένα  οικονομικά σαφώς πιο βελτιωμένο οικογενειακό περιβάλλον, που θα επιδράσει θετικά επάνω του, με περισσότερα μέλη, που θα του δώσουν την ευκαιρία να αναπτύξει τις κοινωνικές του δεξιότητες και αλληλεπιδράσεις, αρκεί οι γονείς να δώσουν μεγάλη βαρύτητα στην ενίσχυση  της αυτοεκτίμησης και του κλίματος  εμπιστοσύνης και οικειότητας ανάμεσα σε όλα τα μέλη της νέας οικογένειας.

Στα χρόνια της κρίσης που διανύουμε έχουν πάλι κάνει την εμφάνιση τους και οι πατροπαράδοτες πολυγενεακές οικογένειες όπως επίσης και οι οικογένειες που βρίσκονται σε ένδεια. Στις πρώτες τα παιδιά, εκτός των γονέων τους,  ζουν παρέα με τους παππούδες και τις γιαγιάδες, κυρίως για λόγους οικονομικούς. Σε μια τέτοια οικογένεια το παιδί αναμφίβολα απολαμβάνει τα οφέλη που προσφέρει η μεγάλη εμπειρία και η αγάπη των παππούδων, ωστόσο πολλές φορές δε λείπουν και οι συγκρούσεις ανάμεσα στους ενήλικες κυρίως για τον τρόπο διαπαιδαγώγησης των παιδιών.  Οι παππούδες, για παράδειγμα, τις περισσότερες φορές απαιτούν μεγαλύτερη πειθαρχία από τα παιδιά ή τους κάνουν πιο εύκολα τα  χατίρια, με αποτέλεσμα την έντονη αντιπαράθεση με τους γονείς, την οποία όμως τα παιδιά φροντίζουν να εκμεταλλεύονται κάθε φορά δεόντως για δικό τους συμφέρον.  Στο δεύτερο πάλι τύπο οικογένειας, αυτόν σε ένδεια, η οικονομική ασφυξία και το άγχος που επικρατεί μεταφέρεται εύκολα στα παιδιά, αφού συχνά υποχρεώνονται να αλλάξουν τόπο διαμονής, είδος ή μέγεθος κατοικίας και φυσικά σχολικό περιβάλλον. Αν εδώ η συνοχή της οικογένειας δεν είναι δυνατή το παιδί ενδέχεται να αναπτύξει προβλήματα διαγωγής και ψυχικής υγείας, υψηλή επιθετικότητα και βέβαια χαμηλές σχολικές επιδόσεις.

Ένας ακόμα πρόσφατα εμφανιζόμενος τύπος οικογενειακής δομής που αξίζει ίσως να αναφέρουμε είναι αυτός των ομοφυλοφιλικών ζευγαριών που, ιδιαίτερα στο εξωτερικό, κάνει όλο και πιο συχνή την παρουσία του. Όσο κι αν διαφωνεί ή συμφωνεί κανείς με την παραπάνω οικογενειακή δομή το γεγονός της ύπαρξής της παραμένει και σίγουρα θα απασχολήσει σοβαρά την έρευνα σε διεθνές επίπεδο στα χρόνια που έρχονται.  Για την ώρα πάντως οι υπάρχουσες έρευνες, κυρίως στις ΗΠΑ, δείχνουν πως τα παιδιά που αναπτύσσονται σε μια ομοφυλοφιλική οικογένεια κινδυνεύουν περισσότερο να γίνουν θύματα κοινωνικών προκαταλήψεων και λιγότερο να επηρεαστούν από τις σεξουαλικές προτιμήσεις των γονιών τους.

Όπως και να ‘χει δεν είναι εύκολο να εξασφαλίσουμε μια ιδανική οικογενειακή δομή μέσα στην οποία θα αναπτύσσεται με ιδανικό τρόπο ένα παιδί. Άλλωστε ποτέ και σε καμιά κοινωνία δεν υπήρχε κάτι τέτοιο. Χωρίς να παραβλέπουμε τα οφέλη που έχει ένα παιδί μεγαλώνοντας σε μια παραδοσιακά τυπική οικογένεια, το σίγουρο είναι ότι οφείλουμε να προσαρμοστούμε στα δεδομένα που δημιουργούν οι σύγχρονες κοινωνίες και να αποδεχτούμε το γεγονός ότι έτσι κι αλλιώς θα υπάρχουν όλοι οι τύποι των οικογενειακών δομών μέσα στις οποίες θα είναι αναγκασμένο να μεγαλώνει ένα παιδί. Εκείνο που δε θα πρέπει  ποτέ να ξεχνάμε είναι ότι σε κάθε περίπτωση αυτό που απαραίτητα χρειάζεται κάθε παιδί για να αναπτυχθεί «φυσιολογικά» είναι η αίσθηση της αγάπης και της ασφάλειας που  πρέπει να του παρέχουμε μέσα σε οποιαδήποτε οικογενειακή δομή κι αν αυτό αναπτύσσεται.

Στασινοπούλου  Τζωρτζίνα