Πώς η δομή της οικογένειας επηρεάζει συναισθηματικά το παιδί (Α`)

Σίγουρα όλοι έχουμε αντιληφθεί ότι τις τελευταίες δεκαετίες η δομή της οικογένειας είναι εντελώς διαφορετική από αυτή των προηγούμενων δεκαετιών τόσο σε ελληνικό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο. Στις μέρες μας μπορούμε να συναντήσουμε οπουδήποτε γύρω μας οικογένειες με έναν ή δύο εργαζόμενους γονείς,  μονογονεϊκές οικογένειες,  διαζευγμένες  ή μεικτές οικογένειες (όπου ο ένας από τους δύο γονείς έχει πάλι παντρευτεί), άνεργες οικογένειες, οικογένειες σε ένδεια, ομοφυλοφιλικές οικογένειες ή πολυπολιτισμικές οικογένειες. Οι τόσο διαφορετικές αυτές δομές της οικογένειας δημιουργούν στα νέα παιδιά του 21ου αιώνα οικογενειακά περιβάλλοντα πολύ διαφορετικά μεταξύ τους, με αποτέλεσμα να επηρεάζουν  και πολύ διαφορετικά τη συμπεριφορά και την αναπτυξιακή τους πορεία, αφού κατά τη διάρκεια της μέσης παιδικής ηλικίας οι γονείς παραμένουν η κύρια πηγή επίδρασης στη ζωή των παιδιών τους.

Πολλοί  ισχυρίζονται ότι όταν δουλεύουν και οι δύο γονείς τα παιδιά συχνά αντιμετωπίζουν συναισθηματικά ιδίως προβλήματα, γιατί  είναι αναγκασμένα να περνούν πολλές ώρες χωρίς τους γονείς τους παρέα μάλιστα με κάποιον άλλον ενήλικα που αναλαμβάνει τη φροντίδα τους. Ερευνητικά όμως κάτι τέτοιο δεν αποδεικνύεται στην περίπτωση που οι γονείς φροντίζουν να αναπληρώνουν το χαμένο χρόνο ποιοτικά, καλύπτοντας με στοργή και φροντίδα τις συναισθηματικές ανάγκες των παιδιών τους. Εκείνο που εδώ παίζει το σημαντικότερο ρόλο  είναι το κατά πόσο η εργασία της μητέρας προσφέρει στην ίδια ικανοποίηση ή όχι. Γιατί αν η μητέρα είναι ικανοποιημένη από τις επιλογές της, εργάζεται εκεί που πραγματικά επιθυμεί και νιώθει  δημιουργική,  είναι σε θέση να προσφέρει και την ανάλογη συναισθηματική υποστήριξη και στα παιδιά της, όντας πιο τρυφερή και δοτική.  Άλλωστε, σε αντίθεση με ό,τι  θα περίμενε ίσως κανείς, έρευνες έχουν δείξει ότι τα παιδιά των οποίων εργάζονται και οι δύο γονείς περνούν μαζί τους τον ίδιο ελεύθερο χρόνο που περνούν και τα παιδιά των οποίων η μητέρα ή ο πατέρας δεν εργάζεται και παραμένει στο σπίτι. Αρκεί να σκεφτεί κάποιος ότι κατά τη διάρκεια του εικοσιτετραώρου ένα παιδί σχολικής ηλικίας περνά τον περισσότερο χρόνο του στο σχολείο και … στον ύπνο. Ακολουθούν σε χρονική διάρκεια η ενασχόληση με την τηλεόραση και τα πάσης φύσεως παιχνίδια, η προσωπική φροντίδα και το φαγητό. Έτσι λοιπόν ο ελεύθερος χρόνος που τα παιδιά περνούν μαζί με τους γονείς τους είναι ο ίδιος είτε οι γονείς είναι και οι δύο εργαζόμενοι είτε όχι. Και αν αναλογιστούμε ότι στις αρχές της δεκαετίας  του 1980 ο ελεύθερος χρόνος ενός παιδιού σχολικής ηλικίας αποτελούσε το 40% της ημέρας του ενώ στα τέλη της δεκαετίας του 1990 είχε μειωθεί στο 25% , κατανοούμε φαντάζομαι ότι εκείνο που έχει τελικά καθοριστική σημασία  είναι η ποιότητα του χρόνου που περνούν οι γονείς με τα παιδιά τους. Αυτό όμως που συχνά προβληματίζει τους γονείς, όταν αυτοί εργάζονται και οι δύο, είναι τι γίνεται με τα παιδιά τους όταν επιστρέφουν από το σχολείο και είναι μόνα, χωρίς επίβλεψη, στο σπίτι.  Στην περίπτωση αυτή σημαντικό ρόλο παίζουν η ηλικία του παιδιού, αν το παιδί πηγαίνει ή όχι στο ολοήμερο σχολείο και πόσο χρόνο παραμένει μόνο του μέχρι να επιστρέψουν οι γονείς του. Πάντως παλαιότερες απόψεις που μιλούσαν για το συναισθηματικό κόστος της μοναξιάς δείχνουν να  μην επιβεβαιώνονται πια, αφού αυτά τα παιδιά δε φαίνεται να πληγώνονται συναισθηματικά. Υπάρχουν μάλιστα και αυτοί που ισχυρίζονται ότι αυτός ο λίγος χρόνος μοναξιάς, όταν είναι εκ των προτέρων συμφωνημένος και οργανωμένος,  βοηθά  το παιδί να μειώσει την ένταση της σχολικής ημέρας και του δίνει την ευκαιρία να αναπτύξει μια αίσθηση αυτονομίας, ανεξαρτησίας και επάρκειας που αφενός θα ενδυναμώσουν την αυτοεκτίμησή του και αφετέρου θα το κάνουν να αισθανθεί ότι συνεισφέρει με τον τρόπο του στον οικογενειακό προγραμματισμό.

Ένα επίσης πολύ συνηθισμένο στις μέρες μας οικογενειακό περιβάλλον είναι αυτό των χωρισμένων γονέων. Στις περιπτώσεις χωρισμού τα ψυχολογικά προβλήματα που μπορεί να εμφανίσει ένα παιδί είναι εξάρτηση πολλών παραγόντων και διαρκούν συνήθως από έξι μήνες ως και δύο χρόνια. Τέτοια ψυχολογικά προβλήματα μπορεί να είναι το άγχος, η κατάθλιψη, οι διαταραχές ύπνου ή οι φοβίες. Επίσης στις μικρές ηλικίες ένα παιδί μπορεί να αισθανθεί υπαίτιο για το χωρισμό των γονιών του ενώ στις μεγαλύτερες νιώθει να μοιράζεται στα δύο, γιατί έχει την αίσθηση ότι πρέπει να διαλέξει έναν από τους δύο γονείς του προκειμένου να μείνει μαζί του. Οι οικογενειακές επίσης συγκρούσεις παίζουν σημαντικό ρόλο στη συμπεριφορά του παιδιού πριν και μετά το διαζύγιο. Συνήθως αν αυτές ήταν έντονες και προβληματικές  πριν από το διαζύγιο, η ηρεμία που θα επέλθει μετά το χωρισμό θα έχει ευεργετικές συνέπειες στη συμπεριφορά του. Στατιστικά πάντως στο 70% των περιπτώσεων διαζυγίου οι οικογενειακές συγκρούσεις πριν από το διαζύγιο δεν είναι ιδιαίτερα υψηλές, οπότε ο κίνδυνος για δυσκολότερη προσαρμογή των παιδιών αυτών στα νέα δεδομένα αυξάνεται.  Ένας άλλος πάλι σημαντικός παράγοντας που μπορεί να επηρεάσει το παιδί στην περίπτωση του διαζυγίου είναι και ο οικονομικός, μιας και είναι πολύ πιθανό το διαζύγιο να προκαλέσει πτώση του βιοτικού  επιπέδου στο νέο οικογενειακό περιβάλλον στο οποίο θα ζει το παιδί με ό,τι αυτό συνεπάγεται.  Σε όλα τούτα δε θα πρέπει να ξεχνάμε βεβαίως ότι, σύμφωνα με έρευνες, τα παιδιά χωρισμένων γονέων έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να επαναλάβουν και τα ίδια το παράδειγμα των γονιών τους ως ενήλικες.

Την ερχόμενη Κυριακή θα εξετάσουμε το συναισθηματικό κόσμο των παιδιών και στους άλλους τύπους οικογενειακού περιβάλλοντος.

Στασινοπούλου Τζωρτζίνα