Σαν σήμερα 17 Σεπτεμβρίου: Σίγησε η φωνή του Μάνου Λοΐζου

Σαν σήμερα 17 Σεπτεμβρίου έσβησε η μεγάλη φωνή του Μάνου Λοΐζου, του οποίου η φωνή λείπει σήμερα από το ελληνικό τραγούδι. Ένας ανήσυχος δημιουργός γεμάτος ανησυχίες, βλέποντας την μουσική ως διέξοδο να εκφράσει τους προβληματισμούς και τα συναισθήματά του.

Υπήρξε από τους κορυφαίους δημιουργούς του νεοελληνικούτραγουδιού και έδειξε την ευαισθησία του για τις αδύναμες κοινωνικές ομάδες.

Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου στις 22 Οκτώβρη 1937. Από μικρός έδειξε την κλίση του στη μουσική και άρχισε μαθήματα κιθάρας, πιάνου και βιολιού.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’50 ήρθε στην Αθήνα για σπουδές, στην αρχή στη Φαρμακευτική Σχολή και αργότερα στην Εμπορική. Όμως η μουσική έχει «κλέψει» την ευαίσθητη ψυχή του. Παρατάει τις σπουδές του και αφιερώνεται στην περιπέτειά της.

Το «Τραγούδι του Δρόμου» του Λόρκα, που το βρίσκει στο περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης» (σε μετάφραση του Νίκου Γκάτσου), τον εμπνέει. Το μελοποιεί και στις αρχές του ’62, με ερμηνευτή τον Γιώργο Μούτσιο, θα κυκλοφορήσει τον πρώτο του (μικρό) δίσκο.

Οι αγώνες του ’64-’65 δεν τον αφήνουν αδιάφορο και τα τραγούδια που γράφει εκείνη την περίοδο είναι εμπνευσμένα από αυτούς. Ο «Δρόμος», το «Ακορντεόν», ο «Τρίτος Παγκόσμιος».

Τον Απρίλη του 1967, δύο μέρες πριν το φασιστικό πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, παρουσιάζει τα «Νέγρικα» σε στίχους Γιάννη Νεγρεπόντη. Αποτελούν κορυφαία στιγμή τόσο για τον Λοΐζο όσο και για το ελληνικό πολιτικό τραγούδι.

Τα τραγούδια αυτά, που αναφέρονται στον αγώνα επιβίωσης των μαύρων της Αμερικής, θα κυκλοφορήσουν σε δίσκο πολύ αργότερα, το 1975, καθώς «μπήκαν» στις μαύρες λίστες της δικτατορίας και απαγορεύτηκαν.

Στις 21 Απριλίου 1967 οι στρατιωτικοί βάζουν την Ελλάδα «στον γύψο»

«λόγω της εκρύθμου καταστάσεως ο στρατός ανέλαβε την διακυβέρνησιν της χώρας».

Ο Λοΐζος φεύγει από την Ελλάδα για να μη συλληφθεί, όμως, μετά από έξι μήνες στην Αγγλία, στις αρχές του ’68, επιστρέφει στην Αθήνα.

Μέσα στην εφταετία γράφει τραγούδια που γίνονται επιτυχίες, με ερμηνευτές κυρίως τους Γ. Νταλάρα και Γ. Καλατζή.

Κυκλοφορεί τους δίσκους «Ο Σταθμός», «Θαλασσογραφίες», «Ευδοκία», «Να ‘χαμε τι να ‘χαμε». Παράλληλα, συνθέτει τραγούδια που τραγουδά σε φίλους. Τραγούδια που, όπως έλεγε ο ίδιος, δεν ακούγονταν «έξω από τους τέσσερις τοίχους μιας κάμαρας». Ο θρυλικός «Τσε», ο «Μέρμηγκας», τα «Συρματοπλέγματα», το αντιπολεμικό «Μη με ρωτάς».

Στην περίοδο ’74-’76, ακολουθούν οι κύκλοι «Καλημέρα ήλιε», «Τα τραγούδια του δρόμου», «Τα τραγούδια μας» σε στίχους Φώντα Λάδη, με τραγούδια όπως το «Πάγωσε η τσιμινιέρα» που έντυσε (και ντύνει) με μουσική και στίχο σκληρές ταξικές αναμετρήσεις.

Το 1979 κυκλοφόρησαν τα «Τραγούδια της Χαρούλας», σε στίχους του Μανώλη Ρασούλη (τρία του Πυθαγόρα): «Τίποτα δεν πάει χαμένο», «Μες το πλήθος», «Όλα σε θυμίζουν», «Γύφτισσα τον εβύζαξε» κ.ά.

Ακολουθούν ο τελευταίος του δίσκος «Για μια μέρα ζωής» και μετά το θάνατό του τα «Γράμματα στην αγαπημένη», σε ποίηση Ναζίμ Χικμέτ.