Σαν ξένος…

Βρήκα τη δύναμη κάποια στιγμή

αν και τα πόδια τρέμανε κι η καρδιά φτεροκοπούσε

κι ήρθα να σε δω χώμα μου, σπίτι μου πατρικό·

οπού ’σαι στην Κερήνεια, τώρα, σε ξένα χέρια.

Στάθηκα ώρα πολλή, απ’ έξω, και σε θωρούσα.

Σαν άλογα τα δάκρυα, τρέχανε αλαφιασμένα

κι οι μνήμες σεργιάνι βγαίνανε, με τη μάνα και τον πατέρα μου

στα γνώριμα, κλεμμένα μονοπάτια.

Έτσι, το πήρα απόφαση και χτύπησα την πόρτα.

Ζευγάρι Άγγλων άνοιξε και ρώτησε τι θέλω.

Αλυσοδέθηκε η φωνή και άρχισε να τρέμει,

μα ο πόνος κι η αγανάκτηση σπάσανε τα δεσμά της:

 

«Αυτό, ήταν το σπίτι μου,

ώσπου εισβάλανε πρώτοι αυτοί, και δεύτεροι εσείς,

που αγοράσατε τα κλεμμένα».

 

Η ενοχή τους, έμεινε βουβή. Σκύψανε τα κεφάλια.

Μπήκαν στο σπίτι γρήγορα, σφαλίζοντας την πόρτα

κι έμεινα έξω απ’ το πατρικό, που πια δεν μου ανήκει.

Τα γόνατα λυγίσανε, τα μάτια γινήκαν ποτάμια!

Ω! που ’ναι το πλοίο «Κυρήνεια»

οπού επήγαιναν μ’ αυτό, οι μετανάστες στην Αυστραλία;

Οπού ταξίδευε μαζί του κι ο θαλασσινός ποιητής!

Πάρε κι εμέ «Κυρήνεια» σε τόπους μακρινούς,

γιατί με λένε ξένο σε τούτα  τα χώματα.

Με διώξαν απ’ το σπίτι Μου, σκότωσαν τους δικούς μου.

Στις πέτρες του τις ιερές, φωλιά έχτισε το τούρκικο έγκλημα,

που χρόνους και χρόνους, ατιμώρητο κουρνιάζει

και το δίκιο βαριαναστενάζει…

 

*Ηρώ Παλαιολόγου (Αφιερωμένο στη μνήμη του Τάσου Ισαάκ και του Σολωμού Σολωμού και σε όλους, όσους ξεριζώθηκαν από τα χώματά τους).

(Συγκλονισμένη μετά από ένα κείμενο, που βρήκα στο διαδίκτυο, της Μαρίας Γιαχνάκη, που μιλάει για την ιστορία του Χρήστου, όταν πήγε μαζί με άλλους Ελληνοκύπριους να επισκεφτεί το πατρικό του σπίτι στην Κυρήνεια, λίγα χρόνια μετά την εισβολή).