Θέατρο Φλόκα: Συνταρακτικός Οιδίποδας ο Λιγνάδης

«Κανένας άνθρωπος ποτέ δεν θα ζήσει πιο μεγάλη τραγωδία από τη δική σου». Με αυτή τη μέγιστη συλλογική επίγνωση που διατυπώνεται (από τον Τειρεσία) εν μέσω του κειμένου, ο Σοφοκλής θεμελιώνει το τελειότερο δείγμα αρχαίου δράματος. Ένα έργο που ξεκινά με διαρκή, αμείλικτα ερωτήματα (ποιος θα δώσει λύση στα θεϊκά αδιέξοδα, ποιο είναι το μίασμα που μολύνει την πόλη, ποιος είναι ο φονιάς του βασιλιά Λάιου, ποιοι είναι οι γονείς του Οιδίποδα, ποιος είναι ο Οιδίπους) και κορυφώνεται σε, απόλυτης οδύνης, απαντήσεις. «Είμαι της τερατώδους γέννας ο γόνος» καταλήγει αποκαμωμένος, κενός από τα ανελέητα χτυπήματα της μοίρας, ο Οιδίπους.

Πράγματι, η τραγωδία του Οιδίποδα είναι ανεπανάληπτη. Ο βασιλιάς της Θήβας, οι πολίτες της οποίας τον τιμούν, ο ευτυχής , κάτω από την οικογενειακή βασιλική στέγη και την κλίνη της Ιοκάστης, καλείται να λύσει το αίνιγμα που αποδεκατίζει την πόλη για ν’ απαντήσει τελικά στο κορυφαίο υπαρξιακό ερώτημα: «Ποιος είμαι;». «Και της μητέρας που τον γέννησε σύζυγος και γιος. Και του πατέρα που τον γέννησε ομόσπορος και φονιάς. Και των παιδιών του πατέρας κι αδελφός». Όλου του κόσμου τα ερωτήματα συστρέφονται σε ένα και μοναδικό, που κάθε ζωντανό και έλλογο πλάσμα, έχει ανάγκη να απαντήσει.

Η παράσταση

Μπαίνω στο Θέατρο κι αντικρίζω μια σκηνή εντελώς άδεια από σκηνογραφία. Μα που είναι τα σκηνικά;

Τα ανάκτορα, τα τείχη, οι κοιλότητες του τοπίου όπου συντελείται το δράμα του Οιδίποδα Τυράννου έχουν αντικατασταθεί από τα ίδια τα σώματα των ανδρών του Χορού, που συσπειρώνονται, κυκλώνουν, μεγεθύνουν.

Είναι σπάνιες οι φορές που μια τόσο λιτή σκηνογραφική λύση, είναι ταυτόχρονα και τόσο επιδραστική στη λειτουργία (και στο διαχρονικό αισθητικό αποτύπωμα) μιας παράστασης.

Μια κενή ορχήστρα που θα «σπαρθεί» στη συνέχεια με ομοιώματα πήλινων βρεφών που στρέφουν παρακλητικά τα χέρια προς τον ουρανό.

Η απόφαση δικαιολογείται διπλά: Κατά την έναρξη της παράστασης είναι «τα βρέφη που καταγής σκορπούν ανελέητα το θάνατο», τα θύματα του ανεξήγητου λιμού που πλήττει την πόλη της Θήβας. Όσο πλησιάζει το τέλος της, όμως, συμπυκνώνουν όλα τη μορφή του αταυτοποίητου βρέφους που εγκαταλείφθηκε με δεμένα τα πόδια στην κορυφή του Κιθαιρώνα.

Ευφυής και  η χάραξη της υδάτινης σπείρας στο χώμα – που βρίθει συμβολισμών και αναγνώσεων (η σπείρα ως μήτρα, η συστρέφουσα, κυκλική αναζήτηση του εαυτού, η γη ως μάνα γη του δράματος)

Και όλο σφίγγει ο κλοιός στην ορχήστρα. Οι άντρες του χορού γράφουν κύκλους, σημαδεύοντας με νερό από ένα λαγήνι, διαγραμμίζοντας έναν ατέρμονα κοχλία που εκείνους τους βγάζει έξω, ενώ αφήνει στο κέντρο και στο απροσδιόριστο βάθος-σκότος τον ήρωα.

Η κίνηση του ηθοποιού στην ορχήστρα, η αγωνία του να βρει την αλήθεια που ήταν της μοίρας του να τον κυνηγάει πριν ακόμα γεννηθεί, το φως και το σκοτάδι του, όλα χωρίς ανάσα δόθηκαν, συγκίνησαν, μας έβαλαν στο κλίμα.

Το λαχάνιασμά του πέρασε στον χορό στην ορχήστρα και από την ορχήστρα στους θεατές.

Δεν είναι λεπτομέρεια ότι η παράσταση αρχίζει και τελειώνει με το Δημήτρη Λιγνάδη να μιμείται το λάλημα του γκιώνη.

Ένα νταούλι δίνει τον παλμό, η μελωδία ενός ακορντεόν ένρινη σκαρφαλώνει στις κερκίδες και ο Δημήτρης Λιγνάδης ξεκινά αυτή τη διάρκειας 100 περίπου λεπτών καταβύθιση από την αγέρωχη στιγμή ενός τυράννου συμπαγούς και ένδοξου σαν μαρμάρινη προτομή, στην ψυχολογία ενός ανθρώπου που θρυμματίζεται εσωτερικά, που παραπαίει, που χάνει το κέντρο του, αφού η ταυτότητά του σεισμικά δονείται πριν αποκαλυφθεί η αλήθεια: είναι ο γιος του Λάιου τον οποίο δολοφόνησε σε ένα τρίστρατο. Είναι ο γιος και ο σύζυγος της Ιοκάστης, πατέρας και αδελφός των παιδιών του.

Βασίλισσα και γυναίκα εύθραυστη η Ιοκάστη της Αμαλίας Μουτούση, υπήρξε μια φιγούρα με έντονη τη θνητότητα της και το χτύπημα της μοίρας που την διαπέρασαν. Διαφανής μπροστά στα μάτια μας, μια φιγούρα εξωπραγματική τη στιγμή που διαπιστώνει ότι είναι μάνα του νυμφίου της.

Φεύγεις με την επίγνωση της φθαρτότητας, την επίγνωση ότι η μοίρα, η τύχη είναι οι τύραννοι εξουσιαστές σου. Και με τον λόγο του Σοφοκλή να σε κατοικεί, δίνοντάς του ερμηνείες που σε αφορούν. «Ω φως, για τελευταία φορά τώρα σε βλέπω. Αποκαλύφθηκα».