Θουκυδίδης: Ο πατέρας της ιστορίας

Ο Θουκυδίδης ήταν Αθηναίος Ιστορικός. Η ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου αναπαριστά τον πόλεμο του 5ου αιώνα π.Χ. μεταξύ Σπάρτης και Αθήνας μέχρι το έτος 411 π.Χ.

Ο Θουκυδίδης ονομάστηκε πατέρας της «Επιστημονικής Ιστορίας» και είναι από εκείνους που δέχονται τους ισχυρισμούς, ότι έχουν εφαρμόσει αυστηρά πρότυπα αμεροληψίας και συγκέντρωσης αποδεικτικών στοιχείων και ανάλυσης αιτίας και αποτελέσματος, χωρίς αναφορά στην παρέμβαση των θεοτήτων, όπως περιγράφεται στην εισαγωγή της έρευνάς του[1].

Ονομάστηκε επίσης ο πατέρας της σχολής του πολιτικού ρεαλισμού, ο οποίος βλέπει την πολιτική συμπεριφορά των ατόμων και τα επακόλουθα αποτελέσματα των σχέσεων μεταξύ των κρατών, όπως τελικά μεσολαβούν και κατασκευάζονται από τα συναισθήματα του φόβου και του συμφέροντος. Το κείμενό του εξακολουθεί να μελετάται σε Πανεπιστήμια και Στρατιωτικά Κολέγια παγκοσμίως[2].

Ο διάλογος του Μελιανού θεωρείται ως πρωταρχικό έργο της θεωρίας των διεθνών σχέσεων, ενώ η εκδοχή της κηδείας του Περικλή μελετάται ευρέως από πολιτικούς, θεωρητικούς, ιστορικούς και μαθητές των κλασικών.

Γενικότερα ο Θουκυδίδης ανέπτυξε την κατανόηση της ανθρώπινης φύσης, για να εξηγήσει τη συμπεριφορά της σε κρίσιμες στιγμές, όπως είναι οι πληγές, οι σφαγές και ο εμφύλιος πόλεμος.

Παρά το ανάστημά του ως ιστορικός, οι σύγχρονοί του γνωρίζουν ελάχιστα για το βίο του Θουκυδίδη. Οι πιο αξιόπιστες πληροφορίες προέρχονται από τη δική του ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου, η οποία εξηγεί την εθνικότητά του, την πατρότητά του και την πατρίδα του.

Ο Θουκυδίδης αναφέρει, ότι πολέμησε στον πόλεμο, καθώς και πώς εξορίστηκε από τη δημοκρατία.

Χαρακτηρίζεται ως Αθηναίος, λέγοντας πώς ο πατέρας του ονομαζόταν Ολόρος. Επισημαίνει ακόμα πώς διέθετε ορυχεία χρυσού στην παράκτια περιοχή της Θράκης, απέναντι από το νησί της Θάσου.

Η Αμφίπολη είχε σημαντική στρατηγική σημασία και η είδηση της πτώσης της προκάλεσε μεγάλη καταστροφή στην Αθήνα. Κατηγορήθηκε για την αποτυχία του να σώσει την Αμφίπολη και εξορίστηκε, αν και ο ίδιος ισχυρίστηκε με σθένος πώς δεν ήταν δικό του λάθος μα πώς δεν πρόλαβε να φθάσει εγκαίρως.

«Έζησα ολόκληρο το γεγονός όταν ήμουν σε μία εποχή που μπορούσα να κατανοήσω τα γεγονότα και έδινα την προσοχή μου σε αυτά για να μάθω την ακριβή αλήθεια. Ήταν επίσης η μοίρα μου να είμαι εξόριστος από τη χώρα μου για είκοσι χρόνια, μετά την αποστολή μου στην Αμφίπολη. Και ήμουν παρών και στα δύο μέρη και ειδικότερα προς τους Πελοποννησίους, λόγω της εξορίας μου, είχα την ευκαιρία να παρατηρήσω κάπως τις υποθέσεις…»

Χρησιμοποιώντας λοιπόν την ιδιότητά του ως εξόριστος από την Αθήνα, ταξίδευσε ελεύθερα στους Πελοποννησιακούς συμμάχους, Κατάφερε να δει τον πόλεμο από την οπτική γωνία και των δύο πλευρών. Μάλιστα ισχυρίστηκε ότι άρχισε να γράφει την ιστορία του αμέσως μόλις ξέσπασε ο πόλεμος, επειδή κατανόησε, ότι θα ήταν ένας από τους μεγαλύτερους πολέμους που διεξήχθησαν μεταξύ των Ελλήνων και ο πιο άξιος σε σχέση με ό,τι είχε προηγηθεί.[1]

Συνδυάζοντας λοιπόν όλα τα αποσπασματικά διαθέσιμα στοιχεία, φαίνεται πώς η οικογένειά του είχε στην ιδιοκτησία της ένα μεγάλο κτήμα στη Θράκη, το οποίο περιείχε χρυσά ορυχεία και το οποίο επέτρεπε στην οικογένειά του σημαντική και διαρκή ευημερία. Η ασφάλεια και η συνεχιζόμενη ευημερία του πλούσιου κτήματος επέτρεπε να είχαν επιβάλει επίσημους δεσμούς με τους τοπικούς βασιλιάδες ή τους οπλαρχηγούς, γεγονός που εξηγεί την υιοθέτηση εκ της οικογενείας του, του Θεοκεντρικού βασιλικού ονόματος Oloros.

Μόλις τον εξόρισαν, ο Θουκυδίδης έγινε μόνιμος κάτοικος στο κτήμα του και λόγω του άφθονου εισοδήματός του από τα ορυχεία χρυσού, μπόρεσε να αφιερωθεί στην ιστορική γραφή και έρευνα, ενώ παράλληλα στράφηκε προς τα ταξίδια της διερεύνησης.

Ουσιαστικά, ήταν ένας κύριος σημαντικών πόρων, ο οποίος μετά την εκούσια αποχώρησή του από την πολιτική, αποφάσισε να διαθέσει τους πόρους του στις δικές του ιστορικές έρευνες.

O ιστορικός J. B. Bury γράφει ότι το έργο του Θουκυδίδη «σηματοδοτεί το μακρύτερο και αποφασιστικότερο βήμα που έχει κάνει ποτέ ένας άνθρωπος για να διαμορφώσει την ιστορία του σήμερα[1].

Ο ιστορικός H.D. Kitto θεωρεί, ότι ο Θουκυδίδης έγραψε για τον Πελοποννησιακό Πόλεμο όχι επειδή ήταν ο σημαντικότερος πόλεμος στην αρχαιότητα, αλλά επειδή προκάλεσε τα περισσότερα βάσανα. Πράγματι, πολλά αποσπάσματα του βιβλίου του Θουκυδίδη γράφονται «με ένταση αισθήματος που δεν ξεπερνιέται και από την ίδια τη Σαπφώ»[2].

Στο βιβλίο του «Η ανοιχτή κοινωνία και οι εχθροί του», ο Karl Popper γράφει ότι ο Θουκυδίδης ήταν «ο μεγαλύτερος ιστορικός, ίσως, που έζησε ποτέ». Το έργο του Θουκυδίδη σύμφωνα με τον Popper αντιπροσωπεύει μια ερμηνεία, μια άποψη. Στον πόλεμο μεταξύ της αθηναϊκής δημοκρατίας και της « συλληφθείσης ολιγαρχικής φυλετικής τάξης της Σπάρτης», δεν πρέπει ποτέ να ξεχάσουμε την «ακούσια προκατάληψη» του Θουκυδίδη και ότι η καρδιά του δεν ήταν με την Αθήνα, την πατρίδα του.

Παρόλο που προφανώς δεν ανήκε στην ακραία πτέρυγα των αθηναϊκών ολιγαρχικών συλλόγων που συνωμότησαν καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου με τον εχθρό, ήταν σίγουρα μέλος του ολιγαρχικού κόμματος και όχι φίλος του αθηναϊκού λαού και της ιμπεριαλιστικής πολιτικής του[3].

Εν κατακλείδι διαπιστώνεται πώς ο Θουκυδίδης υπήρξε ένας μεγάλος πολιτικός νους. Ο πρώτος που αντιμετώπισε με επιστημονικά κριτήρια το πολιτικό φαινόμενο. Πάντα όμως από ιστορική πλευρά, καθώς σε αντίθεση με πολλούς μεταγενέστερους του δεν εκμεταλλεύτηκε την ιστορία για να στηρίξει μία πολιτική θέση, αλλά αξιοποίησε την πολιτική για να συγγράψει ιστορία.

                  Κυριακοπούλου Άννα

[1] Bury, J. B. (1958). The Ancient Greek Historians. New York: Dover Publications. P.147.

[2] Bowker, Stan (1966). “Kitto At BC”. The Heights.XLVI (16).

[3] Popper, Karl Raimund (2013). The Open Society and Its Enemies. Princeton University Press. p.169.

[1] “Thucydides, The Peloponnesian War, book 1, chapter 1, section 1”. Data. Perseus. Org. Retrieved 2018-03-07.

[1] Cochrane, Charles Norris (1929). Thucydides and the Science of History. Oxford University Press. p 179

[2] Zagorin, Perez. Thucydides. (Princeton University Press, 2015), p 9.