Το «δουκάτο» του Κατακόλου

antonopoylos.jpg

Ο Διονύσης Σαββόπουλος στην εμπνευσμένη μπαλάντα του «Κωλοέλληνες» συμπεριέλαβε το στίχο «δεν υπάρχει ελπίς, στην Ελλάδα ζεις».

Αν είχε υπόψη του την Ηλεία, την εσχατιά δηλαδή της Ελλάδας, ίσως να έγραφε: «δεν υπάρχει ελπίς στην Ηλεία ζεις».

Και συμβολικά θα έδινε την πρώτη συναυλία του, με κύριο θέμα αυτό ειδικά το τραγούδι (που αλλού;) στο Κατάκολο!!! Στον τόπο δηλαδή που κυριαρχεί η αντίδραση, η ματαίωση, και η ακύρωση.

Αντίδραση σε οτιδήποτε καινοτόμο και προοδευτικό.

Ματαίωση κάθε σχεδίου, που θίγει τα μικροσυμφέροντα του κάθε τοπικού «παράγοντα».

Ακύρωση κάθε εγχειρήματος που κοντράρει την αρπαχτή και το βόλεμα.

Γιατί το Κατάκολο δεν είναι το χωριό που γνωρίσαμε από μικροί. Ούτε η «πύλη» της Ηλείας, όπως αυτοδιαφημίζεται. Είναι το Ελντοράντο που πούλησε αμετάκλητα την ψυχή του στο χρυσάφι. Ο τόπος όπου βασιλεύουν οι μακρυχέρηδες πιστοί του κερδώου Ερμή. Είναι ο τόπος που αντιμετωπίζει την υπόλοιπη, πενόμενη Ηλεία, με τον κυνισμό του νεόπλουτου και την υπεροψία του ημιμαθούς.

Ένας τόπος που ζει για να περιμένει το επόμενο κρουαζιερόπλοιο. Όταν αυτό καταπλεύσει, ξαφνικά η παγωμένη εικόνα  ζωντανεύει. Ζωντανεύουν τα αλογάκια, κινούνται τα τρενάκια, σηκώνονται οι γκαραζόπορτες και τα ρολά των εμπορικών, ενεργοποιούνται οι τελάληδες και οι κράχτες, καταλαμβάνονται τα πεζοδρόμια και όλα θυμίζουν ανατολίτικο παζάρι.

Ο τουρίστας – λάφυρο, αφού υποστεί το ισχυρό πολιτισμικό σοκ, παραλύει και παραδίδεται στις διαθέσεις των επιτηδείων, αγόμενος και φερόμενος, εποχούμενος και ευωχούμενος, οιονεί κρατούμενος εκείνων που επιτακτικά του προσφέρουν «υπηρεσίες» και «προϊόντα». Όταν το κρουαζερόπλοιο αποπλεύσει, το Κατάκολο νεκρώνει ξανά. Κατεβαίνουν οι γκαραζόπορτες και τα ρολά, επανασταβλίζονται τα αλογάκια, ακινητοποιούνται τα τρενάκια, αποθηκεύονται τα τσολιαδάκια και η εικόνα παγώνει για μια ακόμη φορά.

Ο «Μίδας» αποσύρεται στα ενδότερα, προκειμένου να καταμετρήσει και να καταχωνιάσει τα εισπραχθέντα αργύριά του. Μαζί του αποσύρονται ησύχως και με «διακριτικότητα» οι αργυρόφρονες οπαδοί του.

Η οχλοβοή παύει δια μιάς και δίνει τη θέση της στη σιωπή και στην ερημιά.

Το Κατάκολο μοιάζει με σκηνικό του Χόλλυγουντ, που, μετά το γύρισμα της ταινίας, χάσκει βουβό, περίλυπο και νεκρωμένο χωρίς παλμό, χωρίς σφυγμό και κυρίως χωρίς ρόλο.

Εντούτοις, μέσα σε αυτόν τον παραλογισμό υπάρχουν άνθρωποι που ανθίστανται. Άνθρωποι που δεν ανέχονται ένα τέτοιο Κατάκολο. Ένα Κατάκολο εγκλωβισμένο στη λογικη της τρίωρης ή έστω της τετράωρης αρπαχτής, την οποία επέβαλαν όσοι το εποίκισαν τα τελευταία χρόνια. Ένα Κατάκολο αυτοματοποιημένο και ρυθμισμένο να βιώνει την στρεβλή πραγματικότητα, στην οποία το καταδίκασαν να ζει, αυτοί που οι αξίες τους έχουν τις διαστάσεις του πουγγιού τους.

Υπάρχουν ευτυχώς αυτόχθονες Κατακολίσιοι, υπάρχουν ευτυχώς αυτόφωτοι Πυργιώτες και υπάρχουν ευτυχώς σημαντικοί Ηλείοι που θέλουν να βλέπουν το Κατάκολο να ζει και να αναπνέει μέσα στην κοινωνική, πολιτιστική και οικονομική κανονικότητα για την οποία έχει προορισθεί και όχι μέσα στην γκετοποίηση που του έχουν επιβάλει κάποιες περίεργες συντεχνίες, που βλέπουν το Κατάκολο μόνο μέσα από τη διόπτρα της «κονόμας» και της ρευστοποίησης των πάντων, είτε πρόκειται για υλικές είτε για άυλες αξίες.

Υπάρχουν ευτυχώς πολιτες που δεν ανέχονται να πηγαίνουν στο Κατάκολο όταν δεν υπάρχει αγκυροβολημένο κρουαζιερόπλοιο και να αντικρύζουν με πόνο ψυχής, όχι ένα κανονικό επίνειο, αλλά, στη θέση του, ένα τουριστικό εργοτάξιο, με κατεβασμένες μάλιστα τις μπάρες. Δηλαδή ένα τοπίο αφιλόξενο, απρόσωπο και θλιβερό.

Αυτοί οι πολίτες, που αποτελούν και τη συντριπτική πλειοψηφία, αγαπούν το Κατάκολο και δεν το αντιμετωπίζουν σαν «επιχείρηση». Επιθυμούν ένα Κατάκολο που θα έχει ζωή και αναπνοή σε όλες τις ώρες της ημέρας και σε όλες τις ημέρες της εβδομάδας και όχι μόνο όταν δεήσει να καταπλεύσει το επόμενο κρουαζιερόπλοιο.

Ανάμεσα σε αυτούς τους πολίτες είναι και εκείνοι που ενισχύουν σθεναρά και συμμετέχουν στις δρατηριότητες του «φάρου» που είναι ένας πολιτιστικός σύλλογος – κόσμημα, όχι μόνο για το Κατάκολο αλλά και την ευρύτερη περιοχή.

Ανάμεσα σε αυτούς είναι και οι λίγοι επαγγελματίες του Κατακόλου, που εις πείσμα της επικρατούσας αντίληψης, κρατούν τις επιχειρήσεις τους ανοιχτές, ακόμη και όταν δεν υπάρχει κρουαζιερόπλοιο. Αντιλαμβανόμενοι ότι το Κατάκολο δεν είναι μόνο ένας, ίσως περιστασιακός, τουριστικός προορισμός, αλλά, κυρίως, ότι είναι ένα αναπόσπαστο οργανικό κομμάτι του τόπου μας, πάνω στο οποίο έχουν δικαιώματα όλοι οι Ηλείοι και όχι μόνο κάποιοι αποθησαυρίζοντες «επιχειρηματίες» με στενή αντίληψη και ευρύχωρη τσέπη.

Ήρθε η ώρα αυτοί οι τελευταίοι να κατανοήσουν ότι η κοινωνία, τόσο του Κατακόλου, όσο και ευρύτερα της Ηλείας, δεν θα ανεχθεί την ιδιοκτησιακή τους αντίληψη για το Κατάκολο. Ότι η υπεραξία  την οποία σήμερα καρπώνονται, δεν οφείλεται στις επιτυχημένες δήθεν επενδυτικές τους επιλογές, αλλά στο Κατάκολο καθ’ εαυτό και κυρίως στην προνομιακή γεωγραφική του θέση και στην ιδιαίτερη μορφολογική εικόνα που διαθέτει.

Η πρόσφατη ακύρωση της έκθεσης ΟLYMPIC PORT MARKET που θα γινόνταν στον χερσαιο χώρο του λιμανιού και που θα ωθούσε χιλιάδες κόσμου να συρρεύσουν στο Κατάκολο, με ό,τι θετικά αυτό συνεπάγεται για την οικονομία και τη δυναμική της περιοχής, οφείλεται σε αυτήν ακριβώς την διαστροφική, ιδιοκτησιακή αντίληψη, που οδηγεί στην στασιμότητα και στον μαρασμό εν ονόματι της διατήρησης των «κεκτημένων» των ολίγων. Εκείνων, που προτάσσοντας τον «μπαμπούλα» του ΣΔΟΕ, της ΔΟΥ, του ΙΚΑ, της Επιθεώρησης Εργασίας, της Αστυνομίας και όποιας άλλης πιθανής και απίθανης υπηρεσία «κυνήγησαν» τους εκθέτες, οι οποίοι βέβαια τράβηξαν για «άλλες πολιτείες». Για εκείνες τις πολιτείες που ξέρουν να αρπάζουν και να εκμεταλλεύονται τις ευκαιρίες τη στιγμή που εμείς, επί σειρά ετών, παραμένουμε καθηλωμένοι, εσωστρεφείς και απαθείς.

Το ζήτημα βέβαια είναι ότι μαζί με τους εκθέτες οι «εμπνευσμένοι» συντεχνίτες κυνήγησαν και τον κόσμο, που ήταν διατεθειμένος να προστρέξει στο Κατάκολο, τονώνοντας την αγορά και δημιουργώντας ζωή, δράση και κίνηση, ανεξάρτητη από το «τρίωρο» των κρουαζιεροπλοίων.

Αυτός ο κόσμος τώρα, μάλλον δικαίως, θα απαιτήσει η «νομιμότητα» που επικαλέστηκαν οι συντεχνιακοί παράγοντες για να ματαιώσουν την έκθεση, να τηρηθεί πρωτίστως και απαρεγκλίτως και για τους ίδιους, με πρώτο ίσως βήμα τον αγόγγυστο έλεγχό τους από τις υπηρεσίες στις οποίες προσέφυγαν. Και με δεύτερο βήμα, το υποχρεωτικό άνοιγμα των πάσης φύσης καταστημάτων του Κατακόλου σε όλες τις προβλεπόμενες από το νόμο ημέρες και ώρες.

Σε αυτές δηλαδή που ισχύουν για όλους ανεξαιρέτως τους επαγγελματίες της Ηλείας και οι οποίες έχουν ξεχαστεί σκανδαλωδώς για το «Δουκάτο» του Κατακόλου.

Άρθρο του Θοδωρή Αντωνόπουλου