Το στίγμα της εβδομάδας

Γράφει η Γιούλη Ηλιοπούλου

Αρκετά συχνά -τουλάχιστον συχνότερα από όσο θα έπρεπε- έρχομαι «αντιμέτωπη» με τη φράση «φτάνει με την κριτική, έχεις να κάνεις καμιά πρόταση?» και νιώθω σαν τον κρεοπώλη που του ζητούν ένα κιλό …φασολάκια. Γιατί η δουλειά μου δεν είναι ούτε προτάσεις να κάνω, ούτε λύσεις να βρίσκω. Αυτή είναι η δουλειά των πολιτικών. Η δικιά μου η δουλειά είναι η περιγραφή και η ερμηνεία της πραγματικότητας και όχι η επινόηση των τρόπων με τους οποίους  θα αλλάξει. Αυτή είναι η πρώτη …ανάγνωση.

Η δεύτερη και πιο ουσιαστική (ανάγνωση) λέει ότι η Ελλάδα είναι σε τόσο κακή κατάσταση και τα προβλήματα τόσο προφανή που καθιστούν προφανείς και τις λύσεις τους. Κι έτσι σκέφτομαι ότι έχω να κάνω προτάσεις. Προτάσεις …ψήφου.  Γιατί στις δημοκρατίες αυτός είναι ο τρόπος που κάτι γίνεται από σκέψη πράξη, αλλά και επειδή ζούμε σε μια τόσο κακή εποχή που δεν αντέχω να βγάλω την ουρίτσα μου απ΄ έξω και να παραστήσω τον επικριτικό Πόντιο Πιλάτο.

Ζούμε σε μια τόσο κακή εποχή που δεν δικαιολογεί την αφ’ υψηλού κριτική και φοβάμαι ότι επιβάλει τη θέση. Τουλάχιστον για όσους μιλούν δημόσια.  Για αρχή να πω πως το μεγαλύτερο λάθος σε μια εκλογική διαδικασία είναι η στάση «εγώ δεν ψηφίζω, γιατί κανείς δεν με εκφράζει». Είναι στάση ανωριμότητας. Ακόμα κι αν δεν ψηφίσεις κανέναν, οι βουλευτές θα εκλεγούν. Θα αναδείξουν κυβέρνηση με ή χωρίς την ψήφο σου. Και ο μόνος τρόπος να έρθει μια στιγμή που θα μπορείς την ψήφο αυτή να τη ρίχνεις με επιθυμία και όχι με βαριά καρδιά δεν είναι να μην περιμένεις με κάποιο μαγικό τρόπο να εμφανιστεί η καλή επιλογή, αλλά να τη φέρνεις εσύ πιο κοντά σε κάθε εκλογική αναμέτρηση επιλέγοντας κάθε φορά τη λιγότερο κακή. Και χωρίς ποτέ να ξεχνάς ότι θα ήταν κάπως δύσκολο να συμφωνείς σε όλα με ένα κόμμα όταν είναι σχεδόν αδύνατο να συμφωνείς σε όλα ακόμα και με έναν άνθρωπο.

Έχοντας αυτά κατά νου, θα πάω σε λίγο να ψηφίσω ελπίζοντας οι άνθρωποι που θα ψηφίσω να καταλαβαίνουν ότι δεν απέκτησαν έναν καλό φίλο, αλλά μάλλον το αντίθετο.

Όσοι με ξέρουν, υποψήφιοι και μη, γνωρίζουν ότι η επιθυμία μου να μην κρυφτώ πίσω από το δάχτυλο μου με υποχρεώνει να είμαι πολύ «αυστηρή» μαζί τους.

Ας πρόσεχαν κι ας μην με έπειθαν να τους ψηφίσω.