«Το τραγούδι της γιαγιάς» της Λίνας Μπένου

totragoudithsgiagias.jpg

Το μυθιστόρημα αυτό εμπεριέχει πολλά πραγματικά και βιωματικά γεγονότα. Βασισμένο σε προσωπικές μαρτυρίες και εμπειρικές καταστάσεις, «σκύβει» με τρυφερότητα και συγκίνηση πάνω στην υπεράνθρωπη προσπάθεια επιβίωσης των προσφύγων του 1922 μετά την Μικρασιατική καταστροφή. Γυρίζοντας το ρολόι του χρόνου πίσω, η συγγραφέας μας παραπέμπει στο πλέον τραγικό χρονικό του αιώνα. Ένα ρεαλιστικό ψυχογράφημα, που φέρει το βαρύ φορτίο της μικρασιατικής καταγωγής να δηλώνει αλλά και να συστήνει στον αναγνώστη ένα περιβάλλον όπου ριζώνει το προσωπικό βίωμα. Τόσο η εξιστόρηση με εμφανή στοιχεία ηθογραφικά και κοινωνιολογικά όσο και η απόδοση λαογραφικών παραστάσεων και γεγονότων, τα οποία κινούνται με μεθόδευση στο χωροχρόνο, σκιαγραφούν το γίγνεσθαι των προσφύγων, τον αγώνα της επιβίωσής τους, μέσα από την αποφράδα μέρα του χαμού, της φρίκης της Σμύρνης, το χωρισμό κι αποχωρισμό, τα συντρίμμια μιας μικρής κοινωνίας επιζώντων από λιμάνι σε λιμάνι, έως το ρίζωμα σε μια παραγκούπολη της Αθήνας, το Περιστέρι. 

Ο αναγνώστης καλείται να ανακαλύψει ως επινενοημένη αντίληψη την κίνηση-ελιγμό και εξέλιξη της ιστορίας σε μια φόρμουλα εσωτερικής εστίασης και εξωτερίκευσης. Το αφηγηματικό αυτό οδοιπορικό προσδίδει συγκίνηση, ο ρυθμός και το μέτρο συμβάλλουν στο δέσιμο των εννοιών, στο πέρασμα των πλάνων, στην απεικόνιση ψυχικών καταστάσεων, συναισθημάτων και στιγμών μιας κατά μέτωπον απολογίας που δίνει πνοή στο «εμείς». Η ζωή των χαρακτήρων και ηρώων του μύθου να διαδραματίζεται σκληρή στα χρόνια της κατοχής, της αντίστασης με το νόστο μιας επώδυνης επίγνωσης, όχι χαμένης, αλλά κλεμμένης πατρίδας. Σ’ ένα διαρκή πόλεμο αντίστασης, σ’ ένα βιολογικό ή ζωντανό θάνατο, με μια ευχή στα χείλη για «καλή πατρίδα», το όραμα-όνειρο μέσα από της καρδιάς το αειθαλές μέλημα. Ο συγγραφέας φέρνει σε εγρήγορση την κάθαρση, στην κορύφωση ενός ανατρεπτικού και ανέλπιστου τέλους. Το τραγούδι της γιαγιάς, «Ο πληγωμένος του Εσκί Σεχίρ», ο συνδετικός κρίκος των παραγράφων και ενοτήτων του κειμένου επισφραγίζει ως έννοια τον ορισμό μιας προγονικής παρακαταθήκης: από εμένα σε εσένα. Το έργο, με κατεύθυνση «εκ των έσω» (εσωτερικά κριτήρια, μυθοπλαστική γραφή), χαρακτηρίζεται από την προσπάθεια της σαφήνειας στις μαρτυρίες, την απήχηση στην αφηγηματικότητα όσο και τη συνέπεια στην πληροφόρηση και νέα γνώση. Λίγο πιο συγκεκριμένα, πρόκειται για την πορεία ζωής μιας γυναίκας, της Μαρίας Οικονόμου, η οποία βίωσε την καταστροφή της Σμύρνης σε μικρή ηλικία, είδε μπροστά στα μάτια της να σφάζουν τη μητέρα της και χωρίστηκε από τον αδελφό της. Έχοντας σαν τελευταίο ενθύμιο από την πατρίδα της τη φωτιά στα μάτια, οδηγήθηκε πρώτα στη Λέσβο για λίγες μέρες, ύστερα στον Πειραιά, έμεινε για τρία χρόνια σ’ ένα θεωρείο του Δημοτικού Θεάτρου της Αθήνας και αργότερα, στις παράγκες του Περιστερίου. Με την πολύτιμη αρωγή μιας άγνωστης αρχικά χήρας γυναίκας, που πήρε αργότερα το ρόλο της δεύτερης μάνας, καθώς τη μεγάλωσε σαν δικό της παιδί μαζί με την πραγματική της κόρη, κατάφερε να επιβιώσει και να σταθεί στα πόδια της, χωρίς ποτέ να λησμονεί την πατρίδα και την οικογένειά της. Παρακολουθούμε τη ζωή της κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1950, ως συζύγου και μητέρας ενός αγοριού, με γυρίσματα στο ερεβώδες παρελθόν του πολέμου του ’40, της κατοχής, της αντίστασης, της απελευθέρωσης. Η μοίρα, όμως, έχοντας ήδη προδιαγράψει την πορεία της ηρωίδας, την παρασύρει στη δίνη και στα παιχνίδια της. Σύμμαχός της, ένα τραγούδι, το τραγούδι της γιαγιάς, «Ο πληγωμένος του Εσκί Σεχίρ», σαν πολύτιμη παρακαταθήκη, οικογενειακή κληρονομιά και συνδετικός κρίκος της ιστορίας, να τη συντροφεύει, να της δίνει δύναμη και να την οδηγεί σταδιακά σ’ ένα αντάμωμα – κορύφωση. Οι Μικρασιάτισσες συνήθιζαν να λένε τέτοιου είδους τραγούδια για τους άντρες που πολεμούσαν στο Μέτωπο. Ο πόνος τους, για τα αδικοχαμένα παλληκάρια, αντικατοπτριζόταν σε λυπητερά τραγούδια, που αποδεικνύονταν λυτρωτικά για τον ψυχικό τους κόσμο. Η Μαρία έβρισκε διέξοδο στο τραγούδι αυτό. Ο πόνος της μαλάκωνε, ίσως επειδή, βλέποντας πως κάπου αλλού υπήρχε περισσότερη δυστυχία από τη δική της, όπως στον πληγωμένο του Εσκί Σεχίρ και στη μητέρα του, έπαιρνε κουράγιο και δύναμη ν’ αντέξει. Ένιωθε, πως υπήρχε γι’ αυτήν μια μικρή ελπίδα να τα καταφέρει. Το τραγούδι αυτό, το είχε μάθει και ο αδελφός της, ο Στέφανος, που χάθηκε στη Σμύρνη. Ή μήπως δε χάθηκε;! 

Το έργο ξεκινά με ρεαλιστικές σκηνές φρίκης στο λιμάνι της ντροπής, την καιόμενη Σμύρνη, για να τελειώσει πάλι εκεί και να οδηγήσει στη λύτρωση και στο δέσιμο της όλης πλοκής.