Το Τραγούδι της Πλατιάνας και η… ιστορία του

horis_titlo.png

Από την πλούσια ιστορία και παράδοση του τόπου μας αντλήσαμε το χρονικό που ακολουθεί για μια ηρωϊκή μορφή – θρύλο, της Ανδρίτσαινας, Γεώργιο Κοντοβουνήσιο…

Ο αγωνιστής αυτός του ’21, είχε γεννηθεί στο Σκλήβα της Αρήνης. Ήταν τρομερός διώκτης των κοτσαμπάσηδων, τους οποίους θεωρούσε υπεύθυνους των ταλαιπωριών του υπόδουλου έθνους μας. Νεότατος έγινε κλέφτης, που μαζί με άλλους αγωνιστές διέτρεχε  την κεντρική Πελοπόννησο κάνοντας αρπαγές και λεηλασίες εναντίον των Τούρκων. Όταν εξερράγη η Επανάσταση του ’21 τέθηκε επικεφαλής ολιγομελούς σώματος, διακριθείς στις εναντίον του Ιμπραήμ μάχες. Επί Καποδίστρια διορίσθηκε υποπολιτάρχης  στον Πύργο και επί αντιβασιλείας χρησιμοποιήθηκε στην Δημόσια Ασφάλεια. Ήρθε σε σύγκρουση με προστάτες της Ανδρίτσαινας. Σε μια σύγκρουση μαζί τους στη θέση «Ομορφοΐσιωμα» μεταξύ Βρύνας και Σμέρνας, Τραυματίστηκε στην σπονδυλική στήλη και μετά από τρεις ημέρες πέθανε (Απρίλιος 1837).

Για τον Κοντοβουνήσιο υπήρχε το παρακάτω δημοτικό τραγούδι:

Το Τραγούδι της Πλατιάνας

Τρία πουλάκια κάθουντας το κάστρο της Πλατιάνας

το ’να τηρά την Άλβαινα και τ’ άλλο την Παλούμπα

το τρίτο το καλύτερο μοιρολογά και λέει:

Σαν ήθελες (Κοντοβουνήσιε μου) να παντρευτής να πάρης την Ελένη.

 

Τα πρόβατα τι τάθελες, τα γίδια που μαζώνεις;

Tα πρόβατα τα πούλησα, τάκανα δεκανάρια

και της Λενιώς μου τάστειλα, της αρραβωνιαστικιάς

μου, πούχει της χήνας το λαιμό της πέρδικας τα

κάλλη και της οχειάς το μπίρμπιλο, τριγύρω στο λαιμό της.

 

Τα γίδια τάχω’ς το μαντρί κι όποιος γνωρίζει ας πέρνη.

Γιώργη, πουλιέται η μπάλα σου, τριακόσια κολωνάτα

πουλιούνται τα κουμπούρια σου, για πεντακόσια γρόσια.

Ε, σαμ πουλιόνται, πάρτ τα κ’ εγώ τα ξεπληρώνω

Κι’ αν δώση ο Θεός κ’ η Παναγιά’ στα νύχια να πατήσω.

 

και γιάνη και το χέρι μου, να πιάσω το σπαθί μου

Θα πάρω δίπλα τα βουνά, δίπλα τα καταράχια,

θα κάψω χώρες και χωριά, χωριά και βιλαέτια,

θα κάψω την Ανδρίτσαινα μ’ όλα τα Κανελλόπλα,

θα κάψω τους κουμπάρους μου, τους ατιμο-Γουρναίους.

 

Του Γιάννη ΝΙκολόπουλου