Βασίλης Αλεξάκης: «Ένας Έλληνας στο Παρίσι»

Αν παραλληλίζαμε την λογοτεχνία με σκοτεινό δωμάτιο, κι εκείνον με ένα έπιπλο εντός του, θα μιλούσαμε το δίχως άλλο, για μια ξύλινη κουνιστή πολυθρόνα, της οποίας το τρίξιμο της κίνησης ταράζει την αγριεμένη σιωπή του ερέβους. Όλοι τον ξέρουμε αυτόν τον ήχο. Να και τώρα που μιλάμε, τον φέρνουμε στο νου μας. Και συμφωνούμε στο πόσο χαρακτηριστικός είναι. Άπαξ και τον αφουγκραστείς μια φορά, αδύνατο μετά να τον ξεχάσεις. Συχνά μάλιστα, πιάνεις τον εαυτό σου να τρομοκρατείται από τον οξύ του τόνο. Τον ακούς τις νύχτες και ξέρεις από πού έρχεται. Τον ακούς κάποια πρωινά που ορκίζεσαι πως φτιάχνεις καφέ μονάχα για τον εαυτό σου και ανατριχιάζεις. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει με τα βιβλία του. Διαθέτουν μια δίγλωσση και ανήσυχη ψυχή που σε καθηλώνει στις πρώτες κιόλας γραμμές της αφήγησής της. Στους πρώτους παφλασμούς της μυθοπλαστικής της εμβέλειας. Ο άντρας με τις δύο πατρίδες, το δημοσιογραφικό δαιμόνιο και την ανεπτυγμένη συγγραφική διανοητικότητα που είδε το φως του κόσμου στις 25 Δεκέμβρη 1943, έμελλε να αφήσει το προσωπικό του στίγμα τόσο στην εγχώρια όσο και την διεθνή Τέχνη του Λόγου, και δεν θα μπορούσε να είναι άλλος από τον Βασίλη Αλεξάκη.

Γιος του Έλληνα ηθοποιού, Γιάννη Αλεξάκη, στην ηλικία των 17, λαμβάνει υποτροφία και φεύγει για την Λιλ της Γαλλίας για σπουδές δημοσιογραφίας στην σχολή ESJ. Ταυτόχρονα δουλεύει ως σερβιτόρος σε εστιατόριο, ώστε να καταφέρει να ανταποκριθεί στις ανάγκες της νέας του ζωής, και ενώ μια ξένη χώρα θα μπορούσε άνετα να φοβερίσει ένα νέο παιδί που ζει μόνο του στα σπλάχνα της, ο Αλεξάκης δεν ένιωσε, παρά το χάδι της. Ίσως επειδή ήταν από τους ατρόμητους εκείνους τύπους που πιστεύουν στα όνειρά τους, και με τα πολλά θα τα υλοποιήσουν. Είχε ταλέντο για να το κάνει. Είχε υπομονή και επιμονή, άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Τρία χρόνια μετά, επιστρέφει στη μήτρα του Μεσογειακού ήλιου, την Ελλάδα, για να υπηρετήσει την στρατιωτική θητεία του και το 1968 εγκαθίσταται στο Παρίσι, χωρίς όμως να παραλείπει τα ταξίδια – αστραπή στη χώρα που τον γέννησε. Στη γενέτειρα των Προυστ και Μπαλζάκ, θα εργαστεί ως δημοσιογράφος, αλλά και ως κριτικός Λογοτεχνίας στην εφημερίδα Le Monde. Παρόλα αυτά, θα έρθει σύντομα η στιγμή που θα εισάγει τον σπιρτόζικο τρόπο γραφής του στις παρθενικές του συγγραφικές προσεγγίσεις, ενώ την ίδια περίοδο ασχολείται με τα χιουμοριστικά σκίτσα και τον κινηματογράφο.

Ο άνθρωπος που όταν έπεσε η χούντα, βρισκόταν στην πόλη του Φωτός, και στον γαλλικό Μάη ήταν ντυμένος στα χακί, ο άνθρωπος που το ΄χει παράπονο το ότι λείπει από τα μεγάλα γεγονότα της Ελλάδας ή της Γαλλίας τις πιο καίριες στιγμές, αντιμετωπίζει την Λογοτεχνία σαν εκείνο το απαραίτητο για το μνημονικό μας, χάπι που μάς βοηθά να θυμηθούμε όσα ακούσια ή εκούσια λησμονούμε, και αυτή τον ανταμείβει.

Δημιουργός έργων όπως το «Τάλγκο» (1982), «Παρίσι – Αθήνα» (1993), «Πριν» (1994),  «Η Μητρική Γλώσσα» (1995), «Η καρδιάς της Μαργαρίτας» (1999), «Η τελευταία νύχτα του αιώνα» (1999), «Θα σε ξεχνάω κάθε μέρα» (2005), «Το κεφάλι της γάτας» (2006), «Μ.Χ» (2007), «Το κλαρινέτο» (2016) κ.α, ο Βασίλης Αλεξάκης μοιάζει να είναι το αγαπημένο παιδί των μεγάλων διακρίσεων. Ο πιο Γάλλος από τους Έλληνες συγγραφείς, όπως αρέσκονται να τον αποκαλούν όσοι νεύουν στον ήλιο κάτω από την Αψίδα του θριάμβου, έχει τιμηθεί με τα εξής βραβεία: Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος 2007 για το βιβλίο «Οι Ξένες Λέξεις», Βραβείο Medicis για την «Μητρική Γλώσσα», Βραβείο Alber Camus για το «Πριν», Βραβείο διηγήματος Γαλλικής Ακαδημίας για το «Μπαμπά», Μεγάλο Βραβείο Μυθιστορήματος 2007 για το «Μ.Χ», ενώ μια επιπλέον πρόσφατη διάκρισή του ήταν το Βραβείο Γαλλικής Γλώσσας 2012. Μυθιστορήματά του κυκλοφορούν στην Ισπανία, την Ιταλία, τη Γερμανία, την Αμερική, την Αρμενία και την Τουρκία, ενώ η ενασχόλησή του με την έβδομη Τέχνη δεν τον άφησε διόλου παραπονεμένο. Ούτε όμως και τους αποδέκτες των έργων του, καθώς η ταινία του, «Αθηναίοι», απέσπασε διθυραμβικές κριτικές χαρίζοντάς του το Α’ βραβείο στο Διεθνές Φεστιβάλ κωμωδίας του Σανρούς. Ταυτόχρονα, το Βραβείο φεστιβάλ Τουρ και Κινηματογράφου απονέμεται στη μικρού μήκους ταινία «Είμαι κουρασμένος», την οποία έχει σκηνοθετήσει, ενώ η υψηλής στάθμης συμβολή του στα Γαλλικά Γράμματα και το πολιτισμικό κύρος, θα παρακινήσει τους Γάλλους να συμπεριλάβουν το όνομά του στο Λεξικό των εθνικών τους συγγραφέων.

Έτσι συμβαίνει όταν η στρόφιγγα του πνεύματος είναι μέρα νύχτα ανοιχτή. Όταν κάνεις κάτι σωστά. Με πάθος κι απόλυτη επίγνωση. Σε υπολογίζουν. Είναι πολλοί οι λόγοι που ο Βασίλης Αλεξάκης διαφέρει από τους λοιπούς ομότεχνούς του, μα ο βασικός είναι αυτός: χάρη στη λεπτή ειρωνεία, την εύληπτη έκφραση και την ακούραστη στοχαστική διάθεσή του, εκλαμβάνει τον Λόγο ως τολμηρή περιπέτεια. Ρίχνει στην απέραντη θάλασσα της νόησης ποιοτικά δολώματα μυθοπλασίας και πιάνει με ευκολία τις μεγαλύτερες ψαριές. Δεν περιμένει πολύ για να τσιμπήσουν, μια και το χρυσό παραγάδι της έμπνευσης αρνείται να τον εγκαταλείψει.

Ο συγγραφέας που στα έργα του επικεντρώνεται στο πώς των πραγμάτων και το γιατί των ανθρώπων, ξέρει πως η Λογοτεχνία δεν είναι ένα απλό αποτύπωμα. Η Λογοτεχνία είναι αυτό που φυλάει ό,τι πιο σημαντικό από τις βαθύτερες ελπίδες μας κι ό,τι πιο σκοτεινό από τους μεγαλύτερούς μας φόβους. Γράφοντας βρίσκει κι επινοεί τον εαυτό του. Αγγίζει τις χορδές των συνειδητοποιημένων αναγνωστικών ψυχών. Ο άντρας που συνεχίζει παρά τις επιταγές των καιρών, να αρπάζει το μολύβι του και να απαρνείται απροκάλυπτα τον υπολογιστή, αμφιβάλλει διαρκώς, διερωτάται και μετά απευθύνει ερωτήσεις στους άλλους. Εξερευνά τον κόσμο. Ανυψώνεται πάνω από τις ιδέες της εποχής του. Είναι ένα αερόστατο φαντασίας, πείρας και συγγραφικής μαεστρίας που διασχίζει τους ουρανούς τις αυγές, όταν οι πιο πολλοί αρνούνται να στρέψουν ψηλά έστω το βλέμμα. Έτσι απλά. Με οδηγό, συνοδοιπόρο και προορισμό την αληθινή Τέχνη.

 

 

Πηγή: culturenow.gr