Βασίλης Φάμελλος: Ο νεκρός Πυργιώτης της εξέγερσης του Πολυτεχνείου

Ο Ηλείος Βασίλης Φάμελλος, συμπεριλαμβάνεται στη λίστα των θυμάτων της Χούντας από τα χτυπήματα και τους πυροβολισμούς των σωμάτων ασφαλείας κατά την εξέγερση του Πολυτεχνείου τα ξημερώματα της 17ης Νοέμβρη του 1973.

Ο Βασίλης Φάμελλος γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Πύργο, ήταν το μεγαλύτερο παιδί του Παναγιώτη και της Θεοδώρας, μιας πολύτεκνης οικογένειας με έξι παιδιά. Στην ηλικία των 20 ετών θα αφήσει τον Πύργο για την Αθήνα όπου θα αναζητήσει ένα καλύτερο μέλλον. Εκεί θα ασχοληθεί με τα λογιστικά και θα εργαστεί στον ιδιωτικό τομέα.

Όπως ανέφεραν στην εφ.«Πατρίς» φίλοι και συγγενείς του , ήταν ένα παιδί χαμηλών τόνων, αγωνιστής στην ζωή του και πολιτικοποιημένος ενάντια στο δικτατορικό καθεστώς των Απριλιανών του ’67.

Την νύχτα της 16ης Νοεμβρίου του ’73 βρισκόταν στις διαδηλώσεις γύρω από το Πολυτεχνείο, όπου μια σφαίρα της φρουράς του Υπουργείο Δημόσιας Τάξεως θα τον βρει και θα τον τραυματίσει θανάσιμα στο κεφάλι. Κηδεύτηκε την Κυριακή 18-11-1973 στον Πύργο, κάτω από αστυνομικά μέτρα αλλά με πλήθος κόσμου. Έκτοτε κάθε χρόνο η σύζυγός του και η οικογένειά του τελούν κάθε χρόνο επιμνημόσυνη δέηση στο Κοιμητήριο του Καταραχίου.

Το πόρισμα του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών για τον θάνατό του:

Βασίλειος Φάμελλος του Παναγιώτη, 26 ετών, ιδιωτικός υπάλληλος, από τον Πύργο Ηλείας, κάτοικος Κάσου 1, Κυψέλη, Αθήνα. Στις 16.11.1973, γύρω στις 23.30, τραυματίστηκε θανάσιμα στο κεφάλι από πυρά της φρουράς του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως. Μεταφέρθηκε από διαδηλωτές στο Σταθμό Πρώτων Βοηθειών του Ε.Ε.Σ. και από εκεί, νεκρός πλέον, στο Ρυθμιστικό Κέντρο Αθηνών (το σημερινό Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο).

Ο αείμνηστος αντιστασιακός Λάμπης Αλεξανδρόπουλος, είχε περιγράψει στον Γιώργο Μαρκόπουλο το κλίμα της κηδείας του Βασίλη Φάμελλου με τα ακόλουθα λόγια:

«Εκείνο το διάστημα είχα επιστρέψει στον Πύργο. Μάθαμε τα γεγονότα.  Όπως μετά από λίγο μάθαμε για το θάνατο του Βασίλη Φάμελλου. Πήγα στο σπίτι του που ήταν κάτω από το Επαρχείο. Σε όλα τα στενά υπήρχαν χωροφύλακες. Ήρθε ο νεκρός.  Όλα τα έσκιαζε ο φόβος. Πήραμε το παλικάρι στον ώμο και τον πήγαμε στο Καταράχι. Η νεκρώσιμος ακολουθία έγινε στα σύντομα. Θυμάμαι τον παπά που έτρεμε. Ενταφιάσαμε το νεκρό μας και φύγαμε…».