Βάσω Κοσμίδου: «Η ποίηση είναι ένα καταφύγιο που όλοι χωράμε»…

Η ποιήτρια Βάσω Κοσμίδου, το γένος Ιορδάνου, κόρη του Κωνσταντίνου και της Μαρίας Αργυρίου, γεννήθηκε στον Πύργο. Οι ρίζες των γονέων της είναι Μικρασιάτικες (σ.σ. από την Σπάρτη ή Ισπάρτα και Αττάλεια). Ζει και εργάζεται στην Αθήνα όπου και δημιούργησε οικογένεια με δύο παιδιά (σ.σ. σύζυγός της ήταν ο σκηνοθέτης και κατασκευαστής ενδυμάτων Βασίλης Κοσμίδης)…

Είναι μέλος της Πανελλήνιας Εταιρείας Λόγου και Τέχνης και όπως η ίδια ομολογεί, στην «Εν Οίκω» συζήτηση που είχαμε μαζί της, από το δημοτικό της άρεσε να γράφει ποιήματα, εξωτερικεύοντας με αυτό το τρόπο τις ευαισθησίες της…

Γεννηθήκατε και μεγαλώσατε στον Πύργο… ποιες οι αναμνήσεις που «κουβαλάτε» στο πέρασμα του χρόνου από την πόλη και την Ηλεία γενικότερα;

Οδός Πατρών, κοντά στο Στάδιο. Εκεί είναι το πατρικό μου. Έζησα εκεί, σχεδόν μέχρι τα 19 μου. Παιδικά και μαθητικά χρόνια, της μπλε ποδιάς… Κουβαλώ, όπως καταλαβαίνετε, τις πιο ανέμελες στιγμές μου! Τα πρώτα όνειρά μου. Αυτά που καθόρισαν την εξέλιξή μου. Κουβαλώ το άρωμα και τη ζεστασιά της πολύτεκνης οικογένειας μου. Τα παιγνίδια με τα αδέλφια μου. Τα πρώτα τραύματα στα γόνατά μου, εκεί έξω στη μεγάλη αυλή μας. Τα χρώματα του κήπου της μητέρας μου. Το άρωμα των νόστιμων φαγητών της. Τη κούραση της κουβαλώ μέσα μου, να τα προλάβει όλα. Τη τεράστια μπουγάδα που άπλωνε και μοσχοβολούσε σαπούνι και αγάπη. Αχ αυτή η αγάπη της, όμορφο φορτίο μέσα μου. Στη μνήμη μου κουβαλώ και το πατέρα μου, να γυρίζει κουρασμένος από την οικοδομή, τον μισό Πύργο, νομίζω έχτισε… Ακόμα τον βλέπω να κουβαλά αμέτρητες τσάντες με ψώνια και εμείς τα παιδιά να τρέχουμε να ξεφορτώνουμε. Κουβαλώ, τις βόλτες μου στα κτήματά μας λίγο έξω από το Πύργο, αλλά και εκείνες στο Επαρχείο. Τις αίθουσες των σχολείων που φοίτησα, συμμαθήτριες, συμμαθητές και αυστηρούς δασκάλους. Πάντα θα κουβαλώ τις εκδρομές, Αρχαία Ολυμπία, Κατάκολο, Καϊάφα…Οι θάλασσες της Ηλείας μέσα μου κυματίζουν! Έγιναν εμπνεύσεις μου! Δεν θέλω να χαθεί τίποτα από το ιερό «φορτίο» των 19 αυτών χρόνων μου.

 

Πως θα αυτοχαρακτηριζόσασταν σε κάποιον που δεν σας γνωρίζει;

Δύσκολη η απάντηση… πάντα ήθελα, οι άλλοι να με χαρακτηρίζουν, από τα έργα μου και όχι από τα λόγια. Αφήνω άλλωστε τον άλλον να με γνωρίζει γρήγορα, γιατί δεν φορώ μάσκα. Θα πω μόνο αυτό το δύσκολο επάγγελμα μου (Διοίκηση αρκετά μεγάλων επιχειρήσεων και η διαχείριση πολλών ατόμων με διαφορετικές αντιλήψεις), καθώς και ότι χρειάστηκε ξαφνικά να παίξω το ρόλο μητέρας και πατέρα, παρότι ευαίσθητο άτομο, με δυνάμωσαν. Ναι μπορώ να πω είμαι δυνατή, όταν η ζωή το απαιτεί. Πολιτικοποιημένη και με κοινωνικές ευαισθησίες. Πάντα στα δύσκολα βρίσκω τον τρόπο να πηγαίνω ένα βήμα μπροστά. Αυτά μπορώ να πω…

 

Τι αντιπροσωπεύει η ποίηση για εσάς;

Το μέσα της Ψυχής μου. Τα πανιά σε μια βαρκούλα, για να διασχίσει ωκεανούς. Το αγκίστρι της Ψυχής μου, για ωκεάνια συναισθήματα… «Εγώ τώρα πια έγινα μια θάλασσα/ Έκλεισα μέσα μου πολλή σιωπή/ Μα πως να σιωπήσει μια θάλασσα;/ Αχ, πόσα θέλω να φωνάξω»…

Τη φωνή μου λοιπόν αντιπροσωπεύει. Την επικοινωνία μου με τους γύρω μου. Επικοινωνία όμως Ψυχών.

 

Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας συγγραφείς;

Θα πω αυθόρμητα ορισμένους, είναι πολλοί… Λουντέμης, Καβάφης, Ρίτσος, Ελύτης, Αναγνωστάκης, Καζαντζάκης, Σεφέρης, Έλλη Παπά, Μαρία Ιορδανίδου, Σαμαράκης, Δίδω Σωτηρίου. Οι «δικοί μας», Τάκης Δόξας, Σινόπουλος, Διονύσης Κόκκινος, Γιώργης Παυλόπουλος… Κοέλιο, Κούντερα, Ντοστογιέφσκι, Σαίξπηρ, Φλωμπέρ, Άντερσεν. Μα είναι πολλοί, που μου έδωσαν και πολλά. Να μη ξεχάσω και τον Όμηρο. Θα χρειαστώ σελίδα, για όλους που αγαπώ και το γιατί…

 

Ποιο ήταν ερέθισμα για να ξεκινήσετε να γράφετε;

Τα ίδια τα βιώματά μου. Οι εικόνες της κοινωνίας μας. Ο πλανήτης μας. Η χώρα μου, η αγάπη, ο έρωτας, οι δήθεν έρωτες, οι ανισότητες, η προσφυγιά, πρόσφυγες και οι γονείς μου, Μικρασιάτες, η θάλασσα, η καταστροφή της φύσης, το ψέμα, η προδοσία, οι πόλεμοι, ο πόνος ο ανθρώπινος μα πιο πολύ των παιδιών… η χαρά, η γέννηση, το λουλούδι, το γέλιο, το κλάμα, η Ζωή. Ότι έβλεπα ή άκουγα μπορεί να ήταν και ένα ερέθισμα, να πιάσω μολύβι και χαρτί. Θυμάμαι το πρώτο ποίημα που έγραψα ήταν στο Γυμνάσιο, με τα γεγονότα του Πολυτεχνείου.

 

Τι θέλετε να προσφέρετε με τα ποιήματα σας στους αναγνώστες σας;

Μη σας φανεί παράξενο… αφύπνιση για αληθινή ζωή. Να τον κάνω να δει το μέσα του. Να δει τα δικά του θέλω. Να δει τον συνάνθρωπό του, να επικοινωνήσει μαζί του χωρίς μάσκες…

«Φίλοι Συνταξιδιώτες Μιλήστε Μια γλώσσα Να συνεννοηθούμε… Της Αλήθειας!»…

Να ζήσει… «Ενταφιάζεις/ Εντός σου/ Τη ζωή/ Και ελπίζεις/ Μ’ ένα/ «Ζωή δεύρο έξω»…/ Θα της δώσεις πίσω/ Τη χαμένη της Ψυχή;…» Να αναρωτηθεί, να προβληματιστεί.

 

Ποιο το νόημα της λέξης στην ποίηση; Μια απλή μορφή έκφρασης ή ένα ψυχικό αποτύπωμα;

Η λέξη αν δεν αφήσει το αποτύπωμά της στη ψυχή, δεν θα βρει το στόχο της. «Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις. Να μην τις παίρνει ο άνεμος»… Θα συμφωνήσω με τον Μανόλη Αναγνωστάκη.

 

Αποτελεί  η ποίηση το καταφύγιο του ανθρώπου;

«Η ποίηση είναι το καταφύγιο που φθονούμε»… λέει ο Καρυωτάκης. Η ποίηση είναι ένα καταφύγιο που όλοι χωράμε. Αρκεί να το θέλουμε. Αρκεί η πυξίδα της καρδιάς μας, σε αυτό να μας οδηγήσει.

 

Οι καιροί που διανύουμε είναι βάρβαροι… χωράει κάπου η λογοτεχνία;

Βάρβαροι καιροί, θα συμφωνήσω. Πάντα σε βάρβαρους καιρούς, αν γυρίσουμε προς τα πίσω, η ποίηση χωρούσε, γιατί να μην χώρα και σήμερα; Χωρά, γιατί βοηθά, να σταθεί ορθή η ψυχή μας. Χωρά γιατί βρίσκει διόδους, να εισχωρεί μέσα στις ζωές μας. Χωρά γιατί οι άνθρωποι, στα δύσκολα ψάχνουν μορφές να επικοινωνήσουν. Η ποίηση είναι μια μορφή επικοινωνίας. Το ζω μέσα από εκδηλώσεις Ποίησης, μας τις ζητά ο ίδιος ο κόσμος! Το βλέπω στη καθημερινή επαφή μας! Χωρά λοιπόν!

 

Υπάρχει μια αγαπημένη ώρα, μια στιγμή της ημέρας ή μια εποχή που νιώθετε πιο φιλικά στο να γράψετε;

Όχι δεν υπάρχει. Γιατί τη στιγμή του ερεθίσματος, δεν τη δημιουργούν οι ώρες αλλά τα γεγονότα και τα συναισθήματα… που έρχονται συνήθως ξαφνικά. Ο ποιητής έχει χαρτί και μολύβι πάντα επάνω του. Θυμάμαι ποιητές που σημείωναν, πάνω σε ένα πακέτο τσιγάρων, πάνω σε χαρτοπετσέτα… έσω έτοιμος, ανά πάσα στιγμή, μπορεί να σηκωθείς το βράδυ να πιείς ένα ποτήρι νερό και να βρεθείς να γράφεις. Να ακούσεις το γέλιο ενός παιδιού ή το κλάμα του και να γράψεις… Όχι, όχι δεν υπάρχουν αγαπημένες και συγκεκριμένες στιγμές, που θα πεις, τώρα θα γράψω… Εγώ τουλάχιστον δεν λειτουργώ έτσι, η έμπνευση δεν έχει ώρα.

 

Η σχέση σας με το διαδίκτυο ποια είναι;

Αρκετά καλή. Εργαλείο καθημερινής επικοινωνίας, σε σωστές βάσεις. Το εμπιστεύτηκα στα πρώτα ποιητικά βήματά μου!

 

Αν έπρεπε να επιλέξετε ανάμεσα στο έντυπο ή στο ηλεκτρονικό βιβλίο, εσείς ποιο θα επιλέγατε;

Άλλο άρωμα έχει το έντυπο βιβλίο.

 

Μιλήστε μου για το τελευταίο σας πόνημα, το «Δραπετεύουσες Σκέψεις» (Εκδόσεις «Κοροντζή»)… ο τίτλος πως προέκυψε;

«Δραπετεύουσες Σκέψεις» είναι οι σιωπές μου, που γίνονται σκέψεις! Μέσα μας πρώτα ανθίζει η Ποίηση και δραπετεύει για να πιάσει από το χέρι και τον αναγνώστη. Έτσι, έδωσα αυτό το τίτλο στο δεύτερο βιβλίο μου. Που αποτελείται από 123 ποιήματα. Ξεκινώ με τα ερωτικά ποιήματά μου, συνεχίζω με εποχές και μήνες, περιέχει και σατιρικά, περνά σε κοινωνικά θέματα, φαινόμενα της σύγχρονης εποχής, γυάλινοι έρωτες, ψεύτικο εγώ, μάσκες. Μιλά για χιονισμένες Ιθάκες, για ταξίδι γυρισμού που ονειρεύεται η ακέφαλη Νίκη της Σαμοθράκης, για τη πρόληψη, για τα παιδιά των φαναριών, για τα παιδιά που ψάχνουν πατρίδες να ριζώσουν, για τα λευκά αρχαία μάρμαρα, για ήρωες που ζητούν να μη ξεχαστούν, ακόμα και για τις πρόσφατες πυρκαγιές. Η κραυγή του δέντρου, εμπνευσμένο από τη φωτιά στη Ζάκυνθο το καλοκαίρι του 2017. Άλλο από τη φωτιά στο Μάτι και την Ηλεία. Πολλές οι θεματικές και κάθε ποίημα πραγματικά για μια εσωτερική μελέτη. Δραπετεύοντα συναισθήματα…

 

Ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια στο χώρο της λογοτεχνίας;

Η επόμενη έκδοσή με τίτλο «Να ακούς τις Σιωπές των Αγαλμάτων» δεν θα αργήσει…  κάθε ποίημα και ένα γνωστό άγαλμα. Θα ακολουθήσουν το «‘Ορθή Πορεία Ψυχής» (κείμενα και ποίηση), καθώς και τα «Άτιτλα Μικρά» (Νέου κύκλου, ποιητικά αποστάγματα και αποφθέγματα). Ελπίζω αυτές οι εκδόσεις να ολοκληρωθούν μέχρι το τέλος του 2019. Συμμετέχω επίσης σε αγγλόφωνες ανθολογίες και ελληνικές. Παράλληλα έχω ξεκινήσει ένα διήγημα, βασισμένο μάλιστα σε αληθινό γεγονός στον Πύργο. Στην αρχή σαν σενάριο, δυστυχώς δύσκολη πια η εποχή για κάτι τέτοιο, έτσι θα γίνει βιβλίο. Αρθογραφώ στο διαδίκτυο. Συζητώ και για μια παρουσίαση του έργου μου στον Πύργο.