Βιβλία στο περιθώριο

Προσπαθώντας να σκιαγραφήσουμε τον χαρακτήρα της σημερινής κοινωνίας μας, διακρίνουμε ως βασικό συστατικό της την απουσία πνευματικότητας. Ο σημερινός «παθητικοποιημένος» άνθρωπος συμπο-ρευόμενος με τις επιταγές μίας χαμηλής ποιότητας ζωής και έκφρασης, έχει στερηθεί τη δυνατότητα «κάρπωσης» των αγαθών εκείνων που τον ανάγουν στις σφαίρες της εσωτερικής πληρότητας και αρμονίας. Έτσι, φαίνεται να έχει εκμηδενισθεί η επαφή του με τα γράμματα, την τέχνη και την πολιτιστική δημιουργία, πράγμα το οποίο έχει αναπόφευκτα αποπροσανατολίσει το ευρύτερο σύνολο από την προοδευτική του πορεία. Μέσα στο πλαίσιο αυτό δεν θα μπορούσε παρά να «ξεθωριάσει» η αξία του βιβλίου, το οποίο φαίνεται να έχει μείνει κυριολεκτικά στο ράφι του! Όλο και μεγαλύτερο ποσοστό ανθρώπων φαίνεται να αποστρέφεται όλο και πιο πολύ από την φιλανα-γνωσία,  αδυνατώντας να «εισπράξει» τις πολυπρισματικές εμπειρίες που αυτή προσφέρει. Οι παράγοντες εκείνοι που ευνοούν και συντηρούν το χάσμα (που δυστυχώς τείνει να παραμένει αγεφύρωτο) μεταξύ σύγχρονου ανθρώπου και βιβλίου είναι ποικίλοι και άμεσα συνυφασμένοι με τις τωρινές συνθήκες.

Πρώτον, ως βασικότερη παράμετρο δεν θα μπορούσαμε παρά να επισημάνουμε την παθολογική προσκόλλησή μας στα υλικά αγαθά. Η καταναλωτική νοοτροπία της εποχής έχει διαμορφώσει έναν «μεταλλαγμένο» κώδικα αξιών,  ο οποίος έχει ιεραρχηθεί  υπέρ της ποσότητας και έχει ταυτίσει το «είναι» με το κέρδος. Αυτή η αναγωγή του υλισμού σε κορυφαία στάση ζωής έχει θέσει το άτομο σε έναν μονόδρομο αποτρέποντας το από ευρύτερες αναζητήσεις ενώ του έχει αφήσει ελάχιστα περιθώρια για επίδοση σε δραστηριότητες γνήσιας ψυχαγωγίας. Πώς είναι δυνατόν,  λοιπόν, κάποιος που λειτουργεί με γνώμονα το «φαίνεσθαι» να καταφύγει σε κάτι τόσο ουσιαστικό όπως η μόρφωσή του;

Έμφαση πρέπει να δοθεί και στο περιεχόμενο της παρεχόμενης παιδείας , το οποίο δεν συντείνει στην πολυσχιδή καλλιέργεια του μαθητή. Η ωφελιμιστική προσέγγιση της μάθησης και η εξειδικευμένη φύση του σχολείου δεν συντελεί στην άρτια πνευματική κατάρτιση του ατόμου, η οποία έχει ως γνώρισμα της αγάπη για την μελέτη. Παράλληλα, ο παραγκωνισμός των γλωσσικών μαθημάτων όπως η Έκθεση και η Λογοτεχνία και ο εκτοπισμός τους από τις Θετικές Επιστήμες έχει σχηματίσει μονοδιάστατες τεχνοκρατικές συνειδήσεις , οι οποίες διέπονται από  «στεγνή» μαθηματοποιημένη λογική και όχι από φιλαγνωστικά ερείσματα.

Η υποκατάσταση του γραπτού λόγου από τα τεχνολογικά εργαλεία είναι ένας άλλος καθοριστικός παράγοντας. Αυτό είναι εύλογο, αρκεί να σκεφτούμε πως σήμερα τα πάντα μπορούν να επιτελεστούν με το πάτημα και μόνο ενός κουμπιού! Έτσι, η ψηφιοποίηση της εποχής έχει εγκαθιδρύσει έναν εύκολο τρόπο πρόσληψης πληροφοριών, ο οποίος δεν προάγει τον πνευματικό μόχθο, οδηγώντας με αυτόν τον τρόπο σε εξάλειψη της ανάγκης για καταφυγή στο βιβλίο. Επομένως, καθώς οι εγκυκλοπαίδειες αντικαθίστανται από τα websites,  υποσκάπτεται η διανοητική ανάπτυξη των ανθρώπων.

Δεν θα πρέπει να παραγνωρίζουμε και τον αρνητικό ρόλο της οικογένειας, η οποία έχει παραιτηθεί από το διαπαιδαγωγικό της καθήκον. Η τηλεοπτική καθήλωση, η αποξένωση και η έλλειψη ώριμου διαλόγου στο οικογενειακό περιβάλλον αποτελούν τροχοπέδη στην μεταλαμπάδευση μορφωτικών αξιών στα μέλη. Βέβαια, το πρόβλημα επιτείνεται από την υπερεργασία των γονέων, οι οποίοι λόγω των πολλαπλών επαγγελματικών απαιτήσεων αδυνατούν να επικοινωνήσουν γόνιμα με τα παιδιά τους και κατ’ επέκταση να συμβάλλουν στην σφαιρική του διάπλαση . Η αδιαφορία για το βιβλίο είναι συνακόλουθη!

Άραγε, πώς θα μπορούσαμε να εντάξουμε την φιλαναγνωσία στον τρόπο ζωής μας;

Η λύση, αρχικά, πηγάζει από τον επαναπροσδιορισμό της κουλτούρας της εκπαίδευσης. Κρίνεται σκόπιμη η ύπαρξη μίας γενικής, πλατιάς και ανθρωπιστικής παιδείας, η οποία θα μεταπλάσει το σχολείο από μέσο πρόσβασης στην αγορά εργασίας σε «φυτώριο» διανοητικά καλλιεργημένων προσωπικοτήτων. Προσωπικότητες που θα «διψούν» για μάθηση, θα διακατέχονται από ευαισθησία, θα εμπνέονται από ενδιαφέρον για το διάβασμα. Σε ένα βιωματικό επίπεδο, δεν θα ήταν παρά χρήσιμη η διοργάνωση διαγωνισμών πεζογραφίας και ποιητικής δημιουργίας, οι οποίοι θα μπορούσαν εκτός των άλλων να θίξουν την ποιο εποικοδομητική διάσταση των μαθητών.

Αξιοσημείωτη θα ήταν και η συνεισφορά της πνευματικής ηγεσίας. Οι άνθρωποι αυτοί με τα στοιχεία της ποιοτικής διαβίωσής τους, την πειθώ και το έμπρακτο παράδειγμά τους, θα μπορούσαν να αποκόψουν τον άνθρωπο από τις επίπλαστες μορφές διασκέδασης στις οποίες έχει αποδράσει και να γνωρίσουν σε αυτόν την  πραγματική εξύψωση του εσωτερικού του κόσμου. Θα εμπεδώσουν, έτσι, μια ιδεολογία, η οποία έχει ως προτεραιότητα την «άνθιση» του ήθους και όχι την εξωτερική εμφάνιση. Άλλωστε για να πορευτεί η κοινή γνώμη στο δρόμο της ανέλιξης, έχει ανάγκη από υγιή πρότυπα που επιθυμούν το καλό της.

Ακόμη τα ΜΜΕ, αξιοποιώντας την απήχησή τους, οφείλουν να καταστήσουν σαφή την σημασία του βιβλίου. Αυτό σημαίνει ότι οφείλουν να σταματήσουν την υπερπροώθηση εκπομπών που μετατρέπουν το δήθεν, τη ρηχότητα και την ομορφιά σε «διαβατήρια» της κοινωνικής καταξίωσης και να προάγουν προγράμματα πολιτιστικού ενδιαφέροντος. Όσον αφορά το διαδίκτυο, θα βοηθούσε η ανάρτηση άρθρων που κινητοποιούν τη διάθεση για μόρφωση καθώς και η ανάδειξη γνωστών και άγνωστων συγγραφέων. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε πως κάθε δημοκρατικό όργανο θα πρέπει να οδηγεί στην άνοδο και όχι στην «αποχαύνωση» των πολιτών!

Ο εξοβελισμός των περιοδικών μόδας (τα οποία έχουν επεκταθεί και στην βιομηχανία των διαδικτυακών fashion blogs) από το αυθεντικό έντυπο είναι επίσης απαραίτητη. Οι προϋποθέσεις της προπαγάνδας και της απόκρυψης σοβαρών ζητημάτων σε συνδυασμό με την επιθυμία ανταπόκρισης στις προτιμήσεις ενός απαίδευτου κοινού συλλειτούργησαν στην έξαρση της κυκλοφορίας περιοδικών, τα οποία βασίζονται πρωτίστως στην καταναλωτική υπόσταση της ζωής. Επιβάλλεται, επομένως, ακόμη και με κρατική παρέμβαση, η διακοπή ή ο περιορισμός έκδοσης των προϊόντων αυτών, τη θέση των οποίων πρέπει να πάρουν εφημερίδες που αφυπνίζουν τον προβληματισμό και δεν τον καταστέλλουν. Η ευδοκίμηση του πολιτισμού,  εξάλλου έχει ως θεμέλιο λίθο της απαλλαγή από το πνεύμα της μαζικής κουλτούρας!

Τέλος, η ενίσχυση της παραγωγής του παιδικού βιβλίου είναι επιτακτική. Είναι αναγκαίο το άτομο να εξοικειωθεί από μικρή ηλικία με τον εν λόγω αντικείμενο. Έτσι η δημιουργία παραμυθιών και μυθιστορημάτων, συνοδευόμενων από πλούσια εικονογραφία, θα μπορούσε να συναρπάσει τους μικρούς αναγνώστες, δίνοντας τους την ευκαιρία αποκόμισης ψυχικών ωφελειών. Με αυτόν τον τρόπο, θα μπορούσε να περιορισθεί και η γλωσσική κρίση, η οποία εκπορεύεται από την απομάκρυνση των παιδιών από το εγχειρίδιο.

Συγκεφαλαιώνοντας, το φως που μας δίνουν τα βιβλία έχει χαθεί στην ρευστότητα της τυποποιημένης και απευαισθητοποιημένης κοινωνίας μας. Για να μπορέσουν, λοιπόν, τα βιβλία να γίνουν οι πυξίδες στο ταξίδι μας προς την εσωτερική μας ολοκλήρωση, οφείλουμε να διαμορφώσουμε τις προδιαγραφές εκείνες, οι οποίες θα μεγιστοποιήσουν την αξία τους στις συνειδήσεις των ανθρώπων, παρακάμπτοντας τις «παρενέργειες» της αλλοτρίωσης. Θα πρέπει  πάντα να θυμόμαστε πως ανοίγοντας ένα βιβλίο μεταφερόμαστε αυτόματα στον κόσμο της εμπειρίας, της γνώσης, της φαντασίας !

 

Αντωνία Βουδούρη – Φοιτήτρια