Αρθρογραφία Ιστορικά

«Ελευθερία ή Θάνατος»

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Ν. Καζαντζάκη «Ο καπετάν Μιχάλης»

Το μυθιστόρημα γράφτηκε στο διάστημα 1949- 1950, όταν ο συγγραφέας βρισκόταν στην Αντίμπ της Γαλλίας. Αποτελεί έναν ύμνο της αγωνιστικότητας του κρητικού λαού στα τέλη του 19ου αιώνα για την απελευθέρωση του νησιού από τους Τούρκους. Κεντρικό του πρόσωπο είναι ο καπετάν Μιχάλης, ένας λεοντόκαρδος αγωνιστής, που έχει πολλά κοινά στοιχεία με την προσωπικότητα του πατέρα του συγγραφέα αλλά πολύ περισσότερο με τον ίδιο τον Καζαντζάκη. Το ύφος του έργου είναι γλαφυρό, με μια λανθάνουσα τάση προς το υψηλό και το ηρωικό. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι στον «Καπετάν Μιχάλη» περιγράφονται άνθρωποι και πράξεις που πολλές φορές υπερβαίνουν τους συνηθισμένους ηρωισμούς.

Στον πρόλογο του έργου ο Καζαντζάκης σημειώνει ότι «στα ηρωικά και μαρτυρικά χρόνια του Καπετάν Μιχάλη τα παιδιά της Κρήτης ανέπνεαν έναν αέρα τραγικό, όταν οι Τούρκοι πατούσαν ακόμα τα χώματά τους. Συνάμα, άρχιζαν να ακούγονται ότι ζυγώνουν τα ματωμένα φτερά της Ελευτερίας. Από πολύ νωρίς είχαμε ψυχανεμιστεί πως στον κόσμο τούτον δύο μεγάλες δύναμες παλεύουν, ο Χριστιανός και ο Τούρκος, το Καλό και το Κακό, η Ελευτερία και η Τυραννία και πως η ζωή δεν είναι παιχνίδι, είναι αγώνας».

Στο βιβλίο υπάρχει ένα εξαίσιο απόσπασμα που αναφέρεται στην απόφαση του καπετάν Σήφακα, πατέρα του καπετάν Μιχάλη, να μάθει γράμματα μόνο και μόνο για να γεμίσει τους τοίχους του χωριού με το σύνθημα «Ελευθερία ή Θάνατος» παραπέμποντάς μας σε ήρωα της Επανάστασης του ’21. Η αγάπη για την ελευθερία ωθεί τον γηραιό αγωνιστή να αφήσει, πριν πεθάνει, στους συγχωριανούς του το μήνυμα (Ελευθερία ή Θάνατος), το οποίο  θεωρεί πιο σπουδαίο απ’ όλα, με τρόπο που να το θυμούνται για πάντα, αφού είναι ένας απλός και γνήσιος Κρητικός, που έχει αναλώσει τη ζωή του στον αγώνα.

Στην αρχή του αποσπάσματος ο καπετάν Σήφακας μαζί με τον εγγονό του το Θρασάκι παίρνει έναν τενεκέ με μπογιά και μια βούρτσα, τα σύνεργα για το έργο του. Η πράξη του αυτή δείχνει άνθρωπο πεισματάρη και αγνό πατριώτη, που δεν υποχωρεί μπροστά σε καμιά δυσκολία, ιδιαίτερα όταν θέλει να εκφράσει τις ανώτερες και ιερότερες ιδέες του. Στη συνέχεια ο παππούς παρουσιάζεται έτοιμος να χρησιμοποιήσει τα παραπάνω σύνεργα. Ο «καθαγιασμός» του έργου που πρόκειται να εκτελέσει («Στ’ όνομα του Θεού!») μας κάνει να καταλάβουμε πως δεν πρόκειται απλώς να βάψει. Άλλωστε, από τις πρώτες κιόλας κινήσεις που ακολουθούν, αντιλαμβανόμαστε και τι πρόκειται ακριβώς να γράψει: τα γράμματα «ΕΛΕ» είναι ενδεικτικά. Πράγματι, ο πόλεμος είναι που υποχρεώνει τους ανθρώπους να αγωνίζονται, άλλοι στα βουνά κι άλλοι στο χωριό -όπως ο παππούς- που έμαθε την αλφαβήτα, για να διατρανώσει τον πόθο της ψυχής του. Ο καπετάν Σήφακας παρουσιάζεται αμετακίνητος και ανεπηρέαστος από την παρουσία των άλλων γερόντων και συνεχίζει το έργο του. Η έκσταση και ο ρομαντισμός υπό άλλες συνθήκες θα χαρακτήριζαν έναν τρελό. Όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση φανερώνουν μια αγωνιστική ψυχή που εκφράζεται δημόσια.

Αξίζει να επισημανθεί και η ευστοχία της επιλογής του Καζαντζάκη για τους χώρους στους οποίους ο παππούς θα γράψει το σύνθημα: σχολείο, εκκλησία, τζαμί. Τα δύο πρώτα είναι, αναμφισβήτητα, επάλξεις του Ελληνισμού και πάνω τους οι γραφές του γέροντα αποκτούν ιδιαίτερο νόημα. Πάνω στο τζαμί, όμως, λειτουργούν ως πρόκληση: το ελληνικό στοιχείο διατρανώνει τα εθνικά «πιστεύω» του κατά πρόσωπο στον κατακτητή. Την απουσία φόβου και δισταγμού προδίδει και η περιπαικτική διάθεση του παππού (βάζει «ουρές» στα γράμματα). Ο συγγραφέας τονίζει για άλλη μια φορά τη γενναιοψυχία και την αγωνιστικότητα του παππού αναφερόμενος στην επιθυμία του να ανέβει «αψηλά στο καμπαναριό», για να γράψει τα «μαγικά λόγια» -και μάλιστα μόνος, χωρίς βοήθεια.

Το συγκεκριμένο απόσπασμα -όπως και όλο το μυθιστόρημα- μεταφέρει το μήνυμα του Καζαντζάκη για την αξία της ζωής του ανθρώπου, η οποία έγκειται στο να «ζητάει και να ξέρει πως ζητάει το αδύνατο. Και να είναι σίγουρος πως θα το φτάσει, γιατί ξέρει πως, αν δεν λιποψυχήσει κι εξακολουθεί με πείσμα να κυνηγάει το αδύνατο, τότε γίνεται το θάμα: το αδύνατο γίνεται δυνατό». Άλλωστε, «το ελληνικό Γένος, αν σώθηκε ως τα σήμερα, αν επέζησε ύστερα από τόσους εχτρούς -εξωτερικούς κι εσωτερικούς, προπάντων εσωτερικούς- ύστερα από τόσους αιώνες κακομοιριά, σκλαβιά και πείνα, το χρωστάει όχι στη λογική- θυμηθείτε τους τρεις εμποράκους που ίδρυσαν τη Φιλική Εταιρεία, θυμηθείτε το ’21- το χρωστάει στο θάμα. Στην ακοίμητη σπίθα που καίει μέσα στα σωθικά της Ελλάδας».

Πηγή: Ν. Καζαντζάκης «Ο Καπετάν Μιχάλης», εκδ. Καζαντζάκη, Αθήνα 2000, σ. 7,10, 432-435.

                                                                                           ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ, ΜΔΕ φιλόλογος

Όλη η επικαιρότητα