Αφιερώματα Ιστορικά

Τάκης Σινόπουλος: «Είμαι ένας άνθρωπος που έρχεται συνεχώς από τον Πύργο»

(1917-1981) Ένας ποιητής με αρκετές επιρροές από τον Γεώργιο Σεφέρη αλλά κυρίως από τον Έζρα Πάουντ.

«Είμαι ένας άνθρωπος που έρχεται συνεχώς από τον Πύργο»  δήλωνε ο Τάκης Σινόπουλος σε κάθε ευκαιρία.  Πάνε σαράντα χρόνια από εκείνο το Πάσχα του 1981 που έφυγε ο ποιητής.

Ποιητής, γιατρός, μεταφραστής, κριτικός και ζωγράφος ο Τάκης Σινόπουλος συγκαταλέγεται ανάμεσα στους πιο σημαντικούς εκπροσώπους της μεταπολεμικής ελληνικής ποίησης.

Το έργο του είναι βαθύτατα συνυφασμένο με τις ιστορικές περιπέτειες της μεταπολεμικής και μετεμφυλιακής Ελλάδας, ενώ η παρουσία του στον χώρο των ελληνικών γραμμάτων συνδέεται άμεσα με τις ευρύτερες αναζητήσεις και την προσπάθεια συγκρότησης της ποιητικής εκείνης γενιάς που εμφανίστηκε και έδωσε το κύριο έργο της στην περίοδο της Κατοχής και των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων.

Ο Τάκης Σινόπουλος γεννήθηκε το 1917 στην Αγουλινίτσα, ένα χωριό της Ηλείας, αλλά ουσιαστικά μεγάλωσε στον Πύργο, όπου εγκαταστάθηκε η οικογένειά του το 1920. Τέλη του 1934 εγκαταλείπει τον Πύργο και πηγαίνει στην Αθήνα για να σπουδάσει στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ο ελληνοϊταλικός πόλεμος και η Κατοχή καθυστερούν τις σπουδές του, τις οποίες καταφέρνει να ολοκληρώσει το 1944. Έχει ήδη υπηρετήσει ως βοηθός γιατρού τον Γενάρη του 1941, ενώ λίγο αργότερα συλλαμβάνεται και φυλακίζεται ως αντιστασιακός από τον ιταλικό στρατό στον Πύργο. Μετά την αποφοίτησή του υπηρετεί και πάλι στον στρατό ως λοχίας υγειονομικού και από τη θέση του έφεδρου ανθυπίατρου, στην οποία θα προαχθεί, θα συμμετάσχει στον Εμφύλιο στις γραμμές του Εθνικού Στρατού βιώνοντας από κοντά τη φρίκη και τον παραλογισμό του πολέμου.

Μετά τη λήξη του Εμφυλίου και την αποστράτευσή του εγκαθίσταται μόνιμα στην Αθήνα, όπου εργάζεται ως γιατρός.

Το 1972 παντρεύεται τη Μαρία Ντότα, πτυχιούχο αγγλικής φιλολογίας.

Πεθαίνει στον Πύργο, στις 25 Απριλίου του 1981.

Από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς ποιητές

Αυτόγραφο του ποιήματος «Μάγδα» («Νεκρόδειπνος» 1972, πηγή: Εθνικό Κέντρο Βιβλίου)

Ο Σινόπουλος πρωτοεμφανίστηκε στο χώρο της λογοτεχνίας το 1934 με το ψευδώνυμο Αργυρός Ρουμπάνης, δημοσιεύοντας το ποίημα «Προδοσία» και το διήγημα «Η εκδίκηση ενός ταπεινού» σε καλοκαιρινό φύλλο της εφημερίδας του Πύργου «Νέα Ημέρα».

Το 1937 δημοσιεύτηκαν στη λογοτεχνική επιθεώρηση «Νεοελληνικά Γράμματα» τρία κριτικά σημειώματά του, καθώς και η πρώτη ποιητική μετάφρασή του στη «Νέα Εστία».

Τον Οκτώβριο του 1944 δημοσιεύτηκε στα «Φιλολογικά Χρονικά» το ποίημα του Σινόπουλου «Ελπήνωρ», που έμελλε να αποτελέσει και το πρώτο ποίημα της πρώτης συλλογής του.

Γι’ αυτό το ποίημα ο ίδιος ο Σινόπουλος έγραψε το 1965 τα εξής:

«Θα μου επιτρέψετε να σας αφηγηθώ τη μικρή ιστορία του δικού μου Ελπήνορα. Ένα μεσημέρι, καλοκαίρι 1944, με φοβερό ήλιο και ζέστη, περνώντας μέσα από το πεδίο του Άρεως, κάθησα εξαντλημένος από την πείνα και την κούραση της κατοχής σ’ ένα παγκάκι. Πρέπει να με είχε ζαλίσει πολύ ο ήλιος κι η εξάντληση. Ξαφνικά στον άσ­προ μικρό δρόμο, μες στο φως, πέρασε μπροστά μου η φιγούρα ενός φίλου μου ποιητή που τον σκότωσαν οι Γερμανοί έπειτα από φριχτά βασανιστήρια στην Πάτρα το 1942. Ήταν ο Φώτης Πασχαλινός [= Θοδωράκης Ζώρας]. Γυρίζοντας στο σπίτι μου έ­γραψα τον Ελπήνορα. Αλλά εκείνο που για μένα είχε σημα­σία είναι πως το όραμα αυτό σφράγισε αποφασιστικά ένα με­γάλο μέρος, το μεγαλύτερο μέρος της ποίησής μου».

Η πρώτη ποιητική συλλογή του Σινόπουλου (με ποιήματα της περιόδου 1944-1950), που είχε τον τίτλο «Μεταίχμιο» και ήταν αφιερωμένη στον αδελφό του Παύλο, κυκλοφόρησε σε ιδιωτική έκδοση στα τέλη του 1951.

Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας των συνταγματαρχών ο Σινόπουλος συνεργάστηκε με τη συντακτική επιτροπή του τόμου «Δεκαοχτώ Κείμενα» και συμμετείχε στη συντακτική επιτροπή των τόμων «Νέα Κείμενα» (1 και 2), εκδόσεων με αντιστασιακό περιεχόμενο.

Στο ποιητικό έργο του Σινόπουλου, που είναι συνυφασμένο με τις ιστορικές περιπέτειες της μεταπολεμικής και μετεμφυλιακής Ελλάδας, περιλαμβάνονται δύο συγκεντρωτικές («Συλλογή Ι» του 1976 και «Συλλογή ΙΙ» του 1980) και δύο μεταθανάτιες («Το γκρίζο φως» του 1982 και «Ποιήματα για την Άννα» του 1999) εκδόσεις.

Ποιήματα του Σινόπουλου μεταφράστηκαν σε ξένες γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά).

Ο Σινόπουλος διδάχτηκε πρώτη φορά σε ελληνικό πανεπιστήμιο, στη Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ, από τον Δ. Ν. Μαρωνίτη το ακαδημαϊκό έτος 1977-1978.

Στην όλη ποιητική διαδρομή του Σινόπουλου διακρίνονται δύο φάσεις.

Στην πρώτη φάση (1940-1965) κυριαρχούν το περιγραφικό και το λυρικό στοιχείο, η στοχαστική γραφή, οι επιρροές από τους Έλιοτ, Σεφέρη και Πάουντ.

Στη δεύτερη (από το 1965 και έως το τέλος της ποιητικής παραγωγής του), το θεματολογικό πλαίσιο, αυτό της φθοράς, του πόνου και του θανάτου, παραμένει το ίδιο, όμως παρατηρείται μια μεταστροφή στη χρήση του γλωσσικού υλικού, με την υιοθέτηση ενός αντιποιητικού, επιθετικού και συχνά ειρωνικού λόγου.

Ένα γκρίζο που φέγγει και παρηγορεί

Ο Σινόπουλος καταπιάστηκε με τη μετάφραση λογοτεχνικών κειμένων, αλλά και δοκιμίων από τα γαλλικά και τα αγγλικά, ενώ δημοσίευε κατά περιόδους βιβλιοκρισίες σε σημαντικά λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής του («Σημερινά Γράμματα», «Κριτική», «Εποχές», «Η Συνέχεια»).

Κατόπιν παροτρύνσεως της ποιήτριας και τεχνοκριτικού Ελένης Βακαλό, ο Σινόπουλος ασχολήθηκε κατά τα έτη 1960-1964 και με τη ζωγραφική, εκθέτοντας μάλιστα έργα του στην γκαλερί «Ζυγός». Ένας διακεκριμένος ποιητής αποκαλύπτει την εικαστική πλευρά του αποδεικνύοντας ότι όλες οι τέχνες συμβάλλουν σε μία.

Στους περισσότερους πίνακες του κυριαρχεί ένα ήσυχο γκρίζο και πάνω του ανεβοκατεβαίνουν οι κλίμακες από το μαύρο ώς το λευκό. Ήδη, αυτή η διαχείριση της ζωγραφικής επιφάνειας, η επίμονη επανάληψη της σχέσης του γκρίζου φόντου με τα υπόλοιπα στοιχεία του έργου σε διαφορετική σύνθεση και ένταση κάθε φορά μαρτυρά άνθρωπο με γνώση, που με αποφασισμένη «γραφή»  διασφαλίζει και διαχωρίζει τις ήρεμες από τις ταραγμένες περιοχές αναδεικνύοντας με αυτό τον τρόπο το φως.

Όπως γράφει ο Λάμπης Καψετάκης στο αφιέρωμα για τον Τάκη Σινόπουλο στη Νέα Εστία του 2007 (τχ. 1805), «Τα ποιήματα του Σινόπουλου μοιάζουν με σπουδές πάνω στο φως». Ωστόσο πιο κάτω επισημαίνει ότι «Όσο μετρημένη γίνεται η λεκτική παρουσία του, όσο λιγότερο ονομάζεται το φως, τόσο αυτό υπάρχει.» Πιθανολογώ, λοιπόν, πως όταν άρχισε να συμβαίνει αυτό στην ποίησή του, αισθάνθηκε την ανάγκη να αναπληρώσει αυτή την αίσθηση του φωτός με άλλο τρόπο και τότε ίσως να εισέβαλλε στη ζωή του η ζωγραφική.

Στο σπίτι του Τάκη Σινόπουλου στον Περισσό της Νέας Ιωνίας.

Στο σπίτι ενός ποιητή. Εκεί που οι λέξεις έγιναν στίχοι. Εκεί που οι στίχοι δεν σταμάτησαν να γράφονται ποτέ..

Στην Νέα Ιωνία υπάρχει ένα μικρό και παλαιό προσφυγικό ισόγειο, ένα σπιτάκι της δεκαετίας του 1930, το σπίτι του ποιητή Τάκη Σινόπουλου. Εκεί, θα βρείτε το γραφείο του, τη καρέκλα του, τα προσωπικά του αντικείμενα και θα εμπνευστείτε από την μυρωδιά των βιβλίων του.

Στο σπίτι του ποιητή συναντιούνται νέοι και γράφουν ποιήματα στα πλαίσια των εργαστηρίων ποίησης που διοργανώνονται από το ίδρυμα.

Πόσο τυχεροί θα είναι αυτοί οι τοίχοι;

Έχουν ακούσει ποιήματα από τόσες φωνές.

Η φωτογραφία στη φοιτητική ταυτότητα του Σινόπουλου το 1939 (πηγή: περ. «Η λέξη», τχ. 9, Νοέμ. 1981)

Ο Τάκης Σινόπουλος με τον Στρατή Τσίρκα στο Λονδίνο, όπου το 1975 συμμετείχαν στις εκδηλώσεις του Ελληνικού Μήνα.

Όλη η επικαιρότητα