Αρθρογραφία

Το άγχος του “Εγώ”

agxos-708_0.jpg

Κάθε εποχή έχει τη χαρακτηριστική ψυχοπαθολογία της. Στις αρχές του 20ού αιώνα, η ιδεαναγκαστική νεύρωση και η υστερία ήταν οι ψυχασθένειες του συρμού. Η ιδεαναγκαστική νεύρωση ως συνέπεια μιας κουλτούρας που έδινε έμφαση στην αξία της εργασίας και η υστερία ως αποτέλεσμα μιας κοινωνικής ηθικής που καταπίεζε βάναυσα τη σεξουαλικότητα.

Πριν από 40 χρόνια, όταν άρχισε να αυξάνεται ο υπερατομικισμός, η κυρίαρχη ψυχοπαθολογία εστιάζεται γύρω από τον ναρκισσισμό, και με τον καιρό εξελίχθη στη νευρωτική λατρεία του σώματος, την τάση για επιτυχία πάση θυσία και την απόκτηση όσο το δυνατόν περισσότερων αγαθών. Σήμερα, πλέον, μέσα στο ευρύ πεδίο της κατάθλιψης, το άγχος είναι η ασθένεια που θριαμβεύει.

Το άγχος δεν είναι σήμερα η αγωνία για την απόκτηση περισσότερων πραγμάτων, όσο η δυσφορία επειδή κάτι μας λείπει. Πάντα υπάρχει κάτι που μας λείπει για να ηρεμήσουμε, κάτι παραπάνω που ξεφεύγει από τις δυνατότητές μας και ενίοτε από τη φαντασία μας. Κάτι που συχνά είναι απροσδιόριστο και σχεδόν ανέφικτο. Κάποια στιγμή αισθανόμαστε να το πλησιάζουμε και σχεδόν να το αγκαλιάζουμε, αλλά μια στιγμή αργότερα, μόλις που έχουμε νιώσει λίγη ανακούφιση, το ηρεμιστικό έχει πετάξει. Από στόχο σε στόχο, βυθιζόμαστε στο άγχος. Έτσι το άγχος γίνεται μια οδυνηρή συνήθεια, της οποίας το αίτιό μας διαφεύγει.

Τα αδιέξοδα της καθημερινότητας, το κυνήγι του χρήματος, οι αμφιβολίες για την αξία μας, είναι κάποια από αυτά που οξύνουν την υπερέντασή μας, λένε τα βιβλία «αυτοβοήθειας». Τελικά όμως ο κυρίαρχος λόγος της δυσφορίας είναι η ασυμφωνία ανάμεσα στις προσδοκίες μας και την πραγματικότητα, ανάμεσα στην προσμονή της ικανοποίησης μιας επιθυμίας και την ανεπάρκεια των μέσων, ανάμεσα στην επιθυμία να αγαπάμε τον εαυτό μας και την ασταθή, πρόσκαιρη αυτοεκτίμηση που καταφέρνουμε να αποκτήσουμε. Σχεδόν όλα όσα μας περιβάλλουν, συμβάλλουν σ’ αυτό το αίσθημα απογοήτευσης.

Η αποσπασματική κουλτούρα, οι βιαστικές και ωστόσο αργές μετακινήσεις, το «ζάπινγκ», η γρήγορη κατανάλωση, το κινητό τηλέφωνο, ο υπολογιστής, όλα είναι διεγερτικά του άγχους. Υφιστάμεθα συνεχώς το βασανιστήριο του αστραπιαίου, αυτού που αντιλαμβανόμαστε τη μια στιγμή και μας ξεφεύγει την επομένη. Το κακό χαρακτηριστικό της εποχής μας είναι ότι εκτός από το ότι έχει μειώσει την έκταση του χώρου, έχει επίσης σμικρύνει τις παύσεις. Μια στιγμή ανάπαυλας επιπλέον, και το αίσθημα ενοχής μετατρέπει την ευδαιμονία σε δηλητήριο. Το άγχος συνιστά έτσι μια αμείλικτη ποινή. Πώς όμως μπορείς να ζήσεις χωρίς να το αποδεχτείς; Το όραμα μιας ζωής χαλαρής και ήρεμης, όπου θα αισθάνεσαι μακριά απ’ όλα αυτά, ακολουθώντας ρυθμούς που χαρίζουν και πάλι την πυκνότητα στις αισθήσεις και προσαρμόζουν το πνεύμα με τη συμπαντική μακροβραδύτητα, μοιάζει να έχει τη σφραγίδα του «θανάτου», της στασιμότητας. Θέλουμε στ’ αλήθεια να «πεθάνουμε»;

Στην πράξη, δεν μπορούμε να βρούμε άλλη διέξοδο. Δεν έχουμε άλλη πρακτική διέξοδο. Το άγχος έχει εγκατασταθεί τόσο βαθιά που επηρεάζει τον κορμό της προσωπικότητας και διαποτίζει διαστροφικά το Εγώ. Ένα μη αγχωτικό Εγώ ισοδυναμεί, στον περίγυρό μας, με ένα Εγώ παραιτημένο ή ηττημένο, ενώ η διαρκής ανησυχία θεωρείται ότι δημιουργεί ένα Εγώ ευθυτενές, ξύπνιο και ετοιμοπόλεμο, για να μπορεί να ανταποκριθεί στις προκλήσεις και στον ανταγωνισμό. Μήπως πρόκειται για άλλη μια ασθένεια του ανδρισμού;

Όχι, αφού ,παραδόξως, τα πιο αγχωμένα πλάσματα είναι σήμερα οι γυναίκες. Δεν ξέρουν πλέον σε τι να στηριχθούν και πού να καταφύγουν, τι να κάνουν για να φαίνονται επαρκείς, ποιο πρόγραμμα να καταστρώσουν για να μπορέσουν να τα βγάλουν πέρα και να μη συντριβούν από τον πολλαπλασιασμό των καθηκόντων και την απίθανη ποικιλία των ρόλων που έχουν να παίξουν. Ωστόσο, κάτι όχι πολύ διαφορετικό συμβαίνει και στους άντρες, οι οποίοι ανησυχούν και άγχονται μήπως δεν είναι ή δεν κάνουν πια αυτό που πρέπει, μήπως δεν παίρνουν ή δεν δίνουν πια αυτό που τους αξίζει κι αυτό που οφείλουν. Άγχος της κατάκτησης; Άγχος, πάνω απ’ όλα, για την εκπλήρωση, την ολοκλήρωση. Για να φτάσεις να είσαι κάποιος, οποιοσδήποτε, ακόμη και αυτός που είσαι, μια που τελικά κανείς δεν μπορεί να σου αμφισβητήσει το δικαίωμα να είσαι ακριβώς αυτός.

Έχει τόσο σωματική, όσο και ψυχολογική υπόσταση. Για τους επιστήμονες της ιατρικής, το άγχος μεταφράζεται σε ορμόνη που επηρεάζει τη βιοχημεία του σώματός μας. Για τους ψυχολόγους, μεταφράζεται σε ψυχοσωματικά και ψυχικά συμπτώματα και για τους ανθρώπους που το βιώνουν συχνά και έντονα μεταφράζεται σε αίσθημα δυσφορίας, ανησυχίας και πίεσης. Το άγχος ξεκινάει, σύμφωνα με τους ειδικούς, από τα γνωστικά σχήματα, δηλαδή τις σκέψεις. Εκεί γεννιέται, εκεί και «επεκτείνεται».

Μετά τις σκέψεις και τα συναισθήματα επηρεάζεται σαφώς και η συμπεριφορά μας. Το άτομο δυσκολεύεται να οραματιστεί, να καθορίσει επόμενους στόχους, να αγωνιστεί για αυτά που επιθυμεί. Δεν μπορεί να δει τίποτα καθαρά, καθώς εγκλωβίζεται μέσα στον πεσιμισμό, τη ματαιότητα, τη δειλία. Το αγχώδες άτομο δεν θέλει αλλαγές στη ζωή του, θέλει να κρατήσει πάση θυσία το κεκτημένο, το γνώριμο. Τον τρομάζουν οι αλλαγές, καθώς στην πορεία κάτι μπορεί να πάει «στραβά». Το άγχος εμποδίζει τους ανθρώπους να χαλαρώσουν, να χαμογελάσουν, να πιστέψουν στον εαυτό τους και στις δυνατότητές τους. Δυσκολεύονται επίσης στις διαπροσωπικές τους σχέσεις. Προτιμούν την ασφάλεια και δεν καταλαβαίνουν γιατί κάποιοι άλλοι αναζητούν το καινούριο, το διαφορετικό.

Το ζητούμενο δεν είναι μόνο να αναγνωρίζουμε πότε έχουμε άγχος ή γιατί. Αυτό το έχουμε ήδη καταφέρει. Η μεγαλύτερη πρόκληση τώρα πια είναι να ρωτήσει ο καθένας τον εαυτό του τι κάνει γι’ αυτό! Πώς το αντιμετωπίζει συνειδητά; Ποιο είναι το σχέδιο δράσης του ενάντια στο εσωτερικευμένο άγχος; Τί επιλογές έχει κανείς προαποφασίσει και ποιες τελικά υλοποιεί……

Και κάπως έτσι ένας κόσμος που αυτοαναγορεύεται πολιτισμένος, ο Δυτικός Κόσμος κατακλύζεται από αγχωμένους ανθρώπους……Και κάπως έτσι επιβιώνεις μα δεν ζεις…..

“Μια αστραπή η ζωή μας μα προλαβαίνουμε” Καζαντζάκης

Κυριακοπούλου Άννα

πληροφορίες Vicente Verdu – El Pais

Όλη η επικαιρότητα