Αρθρογραφία

Το Μέλλον του Παρελθόντος – Ποιος σκότωσε τον Όμηρο και απαγχόνισε τον Βεργίλιο; ήτοι Πώς φτάσαμε ώς εδώ;

Του Ανδρέα Γ. Πανουτσόπουλου, Υποψήφιου Διδάκτορος Λατινικής Φιλολογίας Πανεπιστημίου Γλασκώβης

«Πόσο απέχει η Αθήνα από την Σπάρτη; Γιατί κατέρρευσε ο μυκηναϊκός κόσμος; Γιατί οι Αθηναίοι χρηματοδοτούσαν θεατρικές παραστάσεις; Ποιες είναι μερικές αξίες του δυτικού πολιτισμού που ξεκίνησαν από τους Έλληνες; Γιατί θέλετε να κάνετε μεταπτυχιακές σπουδές; Γιατί θέλετε να εκπονήσετε Διδακτορική Διατριβή;»

Δεν υποβάλλονται πλέον τέτοιες ερωτήσεις στους νέους μεταπτυχιακούς φοιτητές και υποψηφίους διδάκτορες Κλασικών Σπουδών, όταν τούς λαμβάνουν συνέντευξη για θέσεις εργασίας ή για την έναρξη των μεταπτυχιακών σπουδών τους, που η τέλεια γνώση των Ελληνικών και Λατινικών αλλά και της λογοτεχνίας υποτίθεται πως πρέπει να ερμηνεύει την προέλευση και την πολυπλοκότητα του δυτικού πολιτισμού σ’ εμάς τους υπόλοιπους. Αντίθετα, συνήθως τίθενται από τους σπουδαστές οι εξής ερωτήσεις:

«Είναι πολλά τα μαθήματα; Υπάρχουν δυνατότητες για χρηματοδότηση έρευνας; Μήπως πρέπει να σας μιλήσω για την Διατριβή μου; Πόσα χρόνια θα μου πάρει;»

Κάθε χρόνο εισάγονται στα Πανεπιστήμια της χώρας μας κάπου στους 70-80 μεταπτυχιακούς φοιτητές Κλασικών Σπουδών. Όμως πόσοι από αυτούς θέλουν πραγματικά να σπουδάσουν τον αρχαίο ελληνικό και τον ρωμαϊκό πολιτισμό και πόσοι θέλουν απλώς «το χαρτί»; Πόσοι από αυτούς έχουν επισκεφθεί την Ακρόπολη και τον Παρθενώνα, τους Δελφούς και την Ολυμπία; Πόσοι από αυτούς ξέρουν έστω πού βρίσκεται σήμερα η Ολυμπία και πού ο τάφος του Φιλίππου; Πόσοι έχουν επισκεφθεί την Ρώμη; Πόσοι έχουν περπατήσει εκεί που κάποτε αγόρευε ο Δημοσθένης και πόσοι έχουν επισκεφθεί τα αρχαιολογικά μουσεία της χώρας μας; Πόσοι μπορούν να οριοθετήσουν την κλασική εποχή και πόσοι ξέρουν να διατυπώσουν επιγραμματικά τις περιόδους, στις οποίες χωρίζεται η ιστορία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας; Και πόσοι γνωρίζουν να μάς πουν για τις φάσεις των εμφυλίων πολέμων στην Ρώμη; Πόσοι, τέλος, είναι σε θέση να καταλάβουν, έστω στο περίπου, τι λέει, χωρίς να χρησιμοποιήσουν μετάφραση ένα αρχαίο ελληνικό ή λατινικό κείμενο; Η απάντηση, δυστυχώς, είναι «ελάχιστοι». Και βέβαια τα παραπάνω ισχύουν αντίστοιχα και για τα ίδια προγράμματα στα πάλαι ποτέ ένδοξα Πανεπιστήμια της Γερμανίας, της Βρετανίας, της Ιταλίας, της Γαλλίας και των ΗΠΑ. Όμως πώς φτάσαμε ως εδώ; Τι έφταιξε; Το Λύκειο, που έγινε προπαρασκευαστής για το Πανεπιστήμιο; Η έλλειψη κουλτούρας της κοινωνίας μας; Οι προτεραιότητες της ζωής που άλλαξαν κι έθεσαν τους αρχαίους σε δεύτερη μοίρα; Ή μήπως πρόκειται για ένα καλά εξυφασμένο σχέδιο της Πολιτείας που ξεκίνησε πριν από πολλά χρόνια και τώρα απλά διανύουμε τα τελευταία μέτρα αυτής της κούρσας; Υπάρχει μήπως ευθύνη και του Πανεπιστημίου που – κακά τα ψέματα – αποκόπηκε από την κοινωνία αλλά και από την Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση; Όλα αυτά θα προσπαθήσουμε να τα διερευνήσουμε στις παρακάτω παραγράφους. Προειδοποιούμε τον αναγνώστη πως δεν θα είναι κείμενο που θα συγκαλύψει αλλά θα βάλει το «μαχαίρι βαθιά μες στην πληγή».

Οι περισσότεροι επίδοξοι καθηγητές Κλασικών Σπουδών είμαστε ‘προϊόντα’ των καλύτερων πανεπιστημίων που έχει να προσφέρει η Ευρώπη και η Αμερική. Πολλοί από εμάς είμαστε ευγενικοί και πολυμαθείς. Οι περισσότεροι φοβούμαστε έντονα ότι μετά από πέντε ή δέκα χρόνια πανεπιστημιακής μελέτης των Κλασικών, δεν πρόκειται να βρούμε δουλειά – και οι περισσότεροι πράγματι δεν θα βρούμε. Όσοι αποφοιτήσαμε από το μεταπτυχιακό πρόγραμμα με ευσυνειδησία (και όχι για την λήψη του ‘χαρτιού’!) κάναμε ό,τι ακριβώς μάς είπαν: μελετήσαμε επιμελώς ό,τι μάς όρισαν να μελετήσουμε, κόψαμε και ράψαμε τους εαυτούς μας στα μέτρα που μάς ζήτησαν οι Δάσκαλοί μας. Ανυπομονούμε να αρχίσουμε την δημοσίευση των εργασιών μας, πρόθυμοι να ανήκουμε «σε κάποια νέα σχολή κριτικής θεώρησης και πεισμένοι πως τώρα μπορούν ‘να κάνουν θεωρία’». Κάθε νέα φουρνιά εν δυνάμει καθηγητών Ελληνικών και Λατινικών έχει την εμφάνιση, την ομιλία, τη συμπεριφορά και το ντύσιμο εκείνων που τούς δίδαξαν.

Έτσι συχνά γνωρίζουν ελάχιστα για τους Έλληνες και του Λατίνους, και σπάνια, ή και καθόλου, σκέφτονται και ενεργούν ως Έλληνες ή Ρωμαίοι. Μερικοί ελάχιστοι μπορεί να έχουν ‘επιτυχημένη’ σταδιοδρομία ως κλασικιστές, αλλά οι περισσότεροι θα είναι αποτυχημένοι ως Έλληνες ή Λατίνοι, ως ερμηνευτές και διαχειριστές της ελληνικής και της ρωμαϊκής σοφίας. Εσείς, βέβαια, το κοινό, δεν θα μάθετε ποτέ ποιοι είναι, τι διαβάζουν, τι γράφουν και δεν θα ακούσετε ποτέ τι έχουν να πουν! Μόνο όποιος νιώθει κάτι από το modus vivendi των αρχαίων και παρακολουθήσει τους συγχρόνους κλασικιστές ίσως καταλάβει το μεγάλο χάσμα που χωρίζει τους αρχαίους από τους κατ’ επάγγελμα κλασικιστές.

Μέσα σε διάστημα τεσσάρων ημερών στην Αμερική στο συνέδριο της Αμερικανικής Φιλολογικής Ένωσης παρουσιάζονται πάνω από 300 εργασίες και γίνονται ανοιχτές συζητήσεις πάνω σε κάθε είδους θέμα, από την αρχαία παρενδυσία μέχρι τα ιαμβικά τρίμετρα. Πάνω από 5.000 πανεπιστημιακά βιβλία και μονογραφίες εκτίθενται σ’ έναν τεράστιο εκθεσιακό χώρο. Εκατοντάδες άνεργων καθηγητών με Διδακτορικό Δίπλωμα στέκονται σαν υπνωτισμένοι μπροστά σ’ έναν πίνακα, όπου αναγράφονται κάθε μισή ώρα θέσεις εργασίας για καθηγητές Ελληνικών και Λατινικών. Συνωστίζονται εκεί, σπρώχνοντας ο ένας τον άλλο, ελπίζοντας ότι θα δουν να εμφανίζεται το νούμερο που τούς έχουν δώσει, πράγμα που σημαίνει ότι ένα από τα ελάχιστα πανεπιστήμια που προσλαμβάνουν προσωπικό της ειδικότητάς τους, θα τούς καλέσει σε συνέντευξη – τα περισσότερα από αυτά τα πανεπιστήμια προσφέρουν δουλειά μόνο για ένα εξάμηνο ή για έναν χρόνο, στην θέση κάποιου καθηγητή που έχει πάρει άδεια, και με τον χαμηλότερο μισθό. Κανείς κλασικιστής, άνεργος ή εργαζόμενος, φαίνεται να προσέχει τα εκατομμύρια των ανθρώπων έξω από την πόρτα του ξενοδοχείου, όπου γίνεται το συνέδριο, που δεν γνωρίζουν τίποτα – και δεν ενδιαφέρονται να μάθουν – για τους Έλληνες, οι οποίοι ξεκίνησαν αυτόν ακριβώς τον πολιτισμό που τούς εξασφαλίζει ελευθερία, αφθονία και ασφάλεια, που δεν απαντά πουθενά αλλού.

Τόσοι πολλοί Δόκτορες Κλασικών Σπουδών, τόσο λίγες θέσεις εργασίας, τόσο λίγη διδασκαλία σχετικά με τους Έλληνες, τόσα πολλά γραπτά γύρω από αυτούς, για τόσο λίγους· τόσες πολλές νέες προσεγγίσεις, τόσες πολλές νέες θεωρίες, τόσες ομιλίες, τόσα βιβλία, τόσα άρθρα και τόσες δημόσιες συζητήσεις με έξυπνους τίτλους, κι όμως σχεδόν καμία θέση εργασίας, όχι επειδή, όπως στην Αμερική δεν υπάρχουν φοιτητές, αλλά επειδή η ελληνική Πολιτεία δεν νιώθει καμία εκτίμηση προς τις Κλασικές Σπουδές – κι αυτό ισχύει παντού στο Γυμνάσιο, στο Λύκειο, στο Πανεπιστήμιο, στην κοινωνία μας! Τόση μεγάλη προσπάθεια για τόσους λίγους, τόσα λίγα για τόσους πολλούς! Δύο έξοχοι Αμερικανοί κλασικιστές θα πουν «Μακάρι εμείς που διδάσκουμε τον κλασικό κόσμο να είχαμε τόσους προπτυχιακούς φοιτητές ή έστω και ενδιαφερόμενους Αμερικανούς, όσοι είναι οι καθηγητές ή οι μεταπτυχιακοί φοιτητές». Τότε όμως θα χρειαζόμασταν ανθρώπους που σκέφτονται και ενεργούν σαν Έλληνες και Λατίνοι, όχι σαν κλασικιστές, για να μάς διδάξουν σχετικά με την Ελλάδα και την Ρώμη.

Ο V. D. Hanson και ο J. Heath σημειώνουν χαρακτηριστικά: «Για να καταλάβει κανείς τι σκότωσε την επίσημη μελέτη της κλασικής Αρχαιότητας, μπορεί να περάσει 4 ημέρες ανάμεσα στους κορυφαίους μελετητές των Ελληνικών που διαθέτει το έθνος, συνήθως σε μια πολύ ψυχρή πόλη της Ανατολικής Ακτής, αμέσως μετά τα Χριστούγεννα, για να ακούσει ελάχιστα πράγματα γύρω από το ποιοι ήσαν οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι και πολύ λιγότερα γύρω από το γιατί πρέπει ο καθένας πάνω στον πλανήτη να φροντίσει να σκέφτεται ή να ενεργεί ως Έλληνας ή Ρωμαίος. Θα ήταν σκληρό αλλά όχι αναληθές να ομολογήσουμε ότι κανείς από αυτούς τους ηλικιωμένους καθηγητές, τους αρχιτέκτονες των σημερινών Κλασικών Σπουδών, που σπεύδουν σε παρουσιάσεις, δικτυώνονται και ανταλλάσσουν κουτσομπολιά, μοιάζει έστω και στο παραμικρό μ’ εκείνους που κράτησαν τα Στενά των Θερμοπυλών. Δεν μιλούν σαν τον μελλοθάνατο Σωκράτη ούτε προσλαμβάνουν τον κόσμο σαν τον Σοφοκλή. Ανάμεσά τους δεν θα βρεις καταδικασμένο Αχιλλέα ούτε θλιμμένη Σαπφώ και σίγουρα κανέναν σκληροτράχηλο ερασιτέχνη πολεμιστή που να περιμένει τους Πέρσες στον Μαραθώνα. Οι Αμερικανοί επιμελητές των Ελλήνων δεν είναι καν επιπόλαιοι σαν τον Αρχίλοχο, δεν διαθέτουν ούτε κατά διάνοια το χιούμορ του Αριστοφάνη ή την σοβαρότητα του Θουκυδίδη».

Κι αν επικρίνουμε την τρέχουσα ιδεολογία και θεωρία, δεν είναι ούτε γιατί μάς αρέσει το αυτομαστίγωμα ούτε επειδή απλώς διαφωνούμε πολιτικά και ιδεολογικά, αλλά περισσότερο εξαιτίας της προσποίησης και της υποκρισίας, του μεγάλου χάσματος μεταξύ όσων διδάσκουν οι κλασικιστές και όσων πράττουν, από την στιγμή μάλιστα που πιστεύουμε πως ο Ακαδημαϊκός Δάσκαλος οφείλει, ως άλλος Σωκράτης, να κάνει πρώτος τα διδάγματά του Πράξεις, κι επίσης επειδή τέτοιες μεθοδολογίες πολύ λίγο συμβάλλουν στο να κινήσουν το ενδιαφέρον των αναποφάσιστων φοιτητών ή του κοινού για τους αρχαίους Έλληνες και Λατίνους κι επειδή δεν έσωσαν αλλά βοήθησαν να καταστραφούν οι Κλασικές Σπουδές λίγο πριν την δωδεκάτη ώρα.

Γενικά δεν θα ήμασταν άδικοι αν ισχυριζόμασταν ότι τώρα πια ελάχιστοι Αμερικανοί, Γάλλοι, Γερμανοί, Βρετανοί αλλά και Ιταλοί και Έλληνες γνωρίζουν πολλά για τις Κλασικές Σπουδές – και «σκασίλα τους μεγάλη». Ωστόσο κάθε Ευρωπαίος και Αμερικανός όφειλε να νοιάζεται. Ο θάνατος των Κλασικών Σπουδών σημαίνει πολύ περισσότερα από την αναπόφευκτη ενδόρηξη ενός παραδοσιακού ακαδημαϊκού τομέα, πολύ περισσότερα απ’ ότι η εξαφάνιση ενός ακόμη βιβλιόσαυρου εδώ κι εκεί. Εδώ δεν μιλάμε για τον θάνατο των Σπουδών Ελεύθερου Χρόνου, Χειρισμού Ψυχαγωγίας ή Εκπαιδευτικής Φιλοσοφίας. Γιατί άρρηκτα δεμένα με αυτή την βυθιζόμενη γραφειοκρατία, που ονομάζεται Κλασικές Σπουδές, είναι οι ιδέες, οι αξίες, το όραμα της κλασικής Ελλάδας και της Ρώμης. Πρόκειται για τις ιδέες και τις αξίες που έχουν διαμορφώσει και εξευγενίσει ολόκληρο τον δυτικό πολιτισμό, ένα όραμα ζωής που δέχεται όλο και μεγαλύτερη επίθεση εδώ στην Δύση, καθώς η μεταλλαγμένη μορφή του κάνει μετάσταση από την μια άκρη της Υδρογείου μέχρι την άλλη. Οι κλασικιστές αισθάνονται ότι η Δύση τους καταρρέει, ακριβώς την στιγμή που τα άλλα δισεκατομμύρια ανθρώπων στην υφήλιο θα προσέβλεπαν σε αυτούς, για να την καταλάβουν!

Θα θέλαμε πολύ να δείξουμε και να πείσουμε τον κόσμο πως η άγνοια γύρω από την Ελληνική και την Ρωμαϊκή σοφία πρέπει να είναι ζωτικού ενδιαφέροντος, όχι επειδή η Δύση πεθαίνει, αλλά επειδή, αντίθετα, οι θεσμοί και ο υλικός πολιτισμός της κατακλύζουν πλέον τον κόσμο. Οι Έλληνες και οι Λατίνοι μάς έδωσαν τα εργαλεία να βελτιώσουμε τον υλικό κόσμο, αλλά και το κουράγιο και την ενόραση να παρακολουθούμε στενά και να κριτικάρουμε αυτόν τον συχνά τρομακτικό δυναμισμό. Εμείς ενστερνιστήκαμε τα πρώτα, αλλά αγνοήσαμε τα δεύτερα. Οι Κλασικές Σπουδές, η δεξαμενή και των δύο ελληνικών παραδόσεων, τάχθηκαν υπέρ της πρώτης και αγνόησαν την δεύτερη, κι έτσι έγιναν υλιστικές και καριερίστικες, αλλά όχι πια ελληνικές.

Θα θέλαμε να κάνουμε γνωστές τρεις πολύ βασικές μας θέσεις:

  1.  Η ελληνική και η λατινική σοφία δεν είναι Μεσογειακή. Ο ελληνικός και ο ρωμαϊκός πολιτισμός δεν είναι απλώς διαφορετικός αλλά εντελώς αντιθετικός προς οποιονδήποτε πολιτισμό της εποχής ή του χώρου του. Η πόλις δεν είναι αφρικανικής ούτε ασιατικής έμπνευσης, αλλά θεσμός σε σκόπιμη αντίθεση με τις ανατολικές προσεγγίσεις στην διακυβέρνηση, την λογοτεχνία, την θρησκεία, τον πόλεμο, τα ατομικά δικαιώματα, την ιδιότητα του πολίτη και την επιστήμη. Ό,τι κι αν ήταν αυτή η Ελλάδα, δεν ήταν Τύρος, Σιδώνα, Γκίζα ή Περσέπολη, και ό,τι κι αν ήταν αυτή η Ρώμη, δεν ήταν Γερμανία, Βρετανία, ΗΠΑ ή ΕΕ. Οι κεντρικές αξίες της κλασικής Ελλάδας είναι μοναδικές, αμετάβλητες και μη πολυπολιτισμικές, ως εκ τούτου ερμηνεύουν τόσο την διάρκεια όσο και τον δυναμισμό του ίδιου του δυτικού πολιτισμού, για τον οποίο εμείς, ως Δυτικοί διανοούμενοι, πρέπει να πάψουμε να απολογούμαστε, αλλά, αντίθετα, να τον γνωρίσουμε σε βάθος ως το μοναδικό πρότυπο που ή θα σώσει ή θα καταστρέψει τον κόσμο μας· η Ρώμη πάλι προεκτείνοντας μάς δίδαξε και την πολυπολιτισμικότητα αλλά και την πολυσύνθετη δική μας κοινωνία – και γι’ αυτό καθίσταται πάντα επίκαιρη! Δεν χρειάζεται να απολογούμαστε που βλέπουμε ένα μοναδικό ηθικό μάθημα στην ελληνική γραμματεία πέρα από το «κείμενο», την «ρητορική» ή την «ανάλυση», που πιστεύουμε πως οι Έλληνες ανήκουν στους εκτός πανεπιστημίου, ή που εξηγούμε γιατί εκατομμύρια άνθρωποι σε τούτο τον κόσμο φαίνονται να επιθυμούν περισσότερη, και όχι λιγότερη, από την προσωπική ελευθερία, την πολιτική ελευθερία και την υλική άνεση, που άρχισαν με την ελληνική προσέγγιση στην κοινωνία, την πολιτική και την επιστήμη.
  2.  Ο θάνατος της κλασικής μάθησης είναι και αληθινός και μετρήσιμος. Ελάχιστοι αυτή την στιγμή στην Αμερική γνωρίζουν κάποια πράγματα σχετικά με την καταγωγή της Δύσης από την αρχαία Ελλάδα και την Ρώμη. Οι πολίτες μας απομακρύνονται όλο και περισσότερο από την φιλοσοφική και ηθική θεώρηση, που είναι τόσο απαραίτητη, αν θέλουμε να καταλάβουμε και να χειριστούμε τον ελεύθερο χρόνο, την ευμάρεια και την ελευθερία στην Δύση. Το ευρύτερο κοινό ελάχιστα γνωρίζει δυτική ιστορία, λογοτεχνία ή διακυβέρνηση, κι ακόμη λιγότερο γραμματική, σύνταξη και αισθητική. Οι απόλυτες αξίες, η ηθική αιδώς και η ελληνική τραγική προσέγγιση στην ανθρώπινη ύπαρξη, είτε απορρίπτονται ως αντιδραστικές είτε θεωρούνται ως ιδιοκτησία της θρησκευτικής ηθικής. Στο πανεπιστήμιο η κατάσταση είναι ακόμη ζοφερότερη. Οι κατάλληλοι διαχειριστές αυτής της ελληνικής κληρονομιάς έχουν σχεδόν χαθεί. Εξετάστε την παρακμή με όποια κριτήρια θέλετε. Οι προοπτικές εργασίες για έναν νέο Διδάκτορα Κλασικών Σπουδών είναι σχεδόν ανύπαρκτες. Ειδικά στην Ευρώπη (και την Αμερική) δεν εκπονούνται νέα προπτυχιακά προγράμματα στις Κλασικές Σπουδές, δεν υπάρχει επαρκές αναγνωστικό κοινό που να συντηρήσει πανεπιστημιακές εκδόσεις σχετικά με τον αρχαίο κόσμο – χωρίς αυτό να σημαίνει πως στην Ελλάδα, που υπάρχει το μεγάλο κοινό, στηρίζονται –, δεν υπάρχει σταθερή εξέλιξη των Λατινικών στα πανεπιστήμια. Τα Ελληνικά εξαφανίζονται από το πρόγραμμα μαθημάτων των κολλεγίων και τώρα πια πρέπει να δώσουμε τον ύστατο αγώνα στην Ελλάδα, για να μην καταργηθούν από το Γυμνάσιο και το Λύκειο (τόσο τα Αρχαία όσο και τα Λατινικά). Οι περισσότεροι καθηγητές Κλασικών Σπουδών γνωρίζουν πως, όταν πάρουν σύνταξη, δεν θα αντικατασταθούν: στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων το 2002 υπήρχαν 20 μέλη ΔΕΠ Κλασικής Φιλολογίας και σήμερα είναι τα μισά· τα ίδια έχουν συμβεί και σε άλλα επαρχιακά πανεπιστήμια: 2 Λατινιστές μόνο στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, κανένας Λατινιστής στην Φιλολογία Καλαμάτας, ενώ τόσο στο Ε. Κ. Π. Α. αλλά και στο Δ. Π. Θ. τα μέλη ΔΕΠ έχουν επίσης συρρικνωθεί στο μισό!
  3. Τόσο η προηγούμενη όσο και η παρούσα γενιά των κλασικιστών βοήθησε στην καταστροφή της κλασικής παιδείας. Αν και η υποκρισία, που εκφράζεται με την διαφορά του τρόπου ζωής από αυτόν που κηρύσσεται, η ασάφεια στην γλώσσα και την έκφρασή, η νέα θρησκεία του μεταμοντερνισμού, της θεωρίας, της κοινωνικής δομής και της σχετικότητας δεν είναι καινοφανείς ούτε βαθυστόχαστες, είναι – και είμαστε – αξιοκατάκριτοι. Όσα οι καριερίστες έγραψαν και γράφουν, ήταν και είναι σε μεγάλο βαθμό ανόητα, βαρετά και σε μεγάλο βαθμό ασήμαντα· ωστόσο όσα έκαναν, δεν ήταν. Η δική μας γενιά κλασικιστών, αντιμέτωπη με την διεύρυνση του Δυτικού πολιτισμού πέρα από τα σύνορα της Δύσης, αντιμετώπισε – και αντιμετωπίζει – επίσης την πρόκληση να εξηγήσει την σπουδαιότητα της ελληνικής και της ρωμαϊκής σκέψης και των αξιών στην κρίσιμη εποχή την ηλεκτρονικής πληροφόρησης και της δήθεν ψυχαγωγίας. Εδώ απέτυχαν και αποτύχαμε παταγωδώς, και τώρα εμείς πρέπει να δώσουμε την ύστατη και μεγαλύτερη μάχη, μια μάχη μέχρι τελικής πτώσεως. Αποτύχαμε σε τέτοιο βαθμό, ώστε τώρα πια οι Έλληνες και οι Λατίνοι δεν παίζουν σχεδόν κανένα ρόλο στις συζητήσεις σχετικά με το πώς θα εξελιχθεί η Δύση στην χιλιετία που διανύουμε. Ακόμη χειρότερα, η παράλειψη καθήκοντος των Ακαδημαϊκών Δασκάλων δεν ήταν απλώς η συνηθισμένη τους οκνηρία, αυταρέσκεια και υπεροψία, αλλά συχνότερα μια σκόπιμη επιθυμία να νοθεύσουν, ακόμη και να καταστρέψουν, τους Έλληνες, να διαβεβαιώσουν το κοινό ότι ως κλασικιστές γνωρίζουν καλύτερα πόσο ‘σεξιστές’, ρατσιστές και εκμεταλλευτές ήσαν στην πραγματικότητα οι Έλληνες και οι Λατίνοι. Αυτό υπήρξε το ψέμα και η προδοσία που έφερε βραχυπρόθεσμα οφέλη στην καριέρα τους, ωστόσο κατά την πορεία βοήθησε στην καταστροφή ενός ευγενούς επαγγέλματος. Έτσι δεν απολογούμαστε που υιοθετούμε ίσως λαϊκιστική στάση, επιτιθέμενοι εναντίον του ναρκισσισμού και του αυτοεπαίνου των αυτοαποκαλούμενων ‘θεωρητικών’ που πρόσφεραν πολύ λίγα σε πολύ λίγους και τίποτα σε όλους τους άλλους!

Ο V. D. Hanson και ο J. Heath παραδέχονται ανοιχτά: «Είμαστε και οι δύο ένοχοι – δόλια όσο και κατάφωρα – για πολλά από τα επαγγελματικά εγκλήματα που μεμφόμαστε στο βιβλίο μας (Ποιος σκότωσε τον Όμηρο;). Έχουμε γράψει και οι δύο βιβλία και άρθρα που δεν διαβάστηκαν παρά μόνο από μια χούφτα άλλους στενόμυαλους ειδικούς, εκδόσεις που οι υποσημειώσεις, η βιβλιογραφία, τα ευρετήρια και οι κώδικές τους ήσαν μόνο για δική τους κατανάλωση. Έχουμε δεχτεί προσκλήσεις να διασχίσουμε την χώρα αεροπορικώς, με έξοδα άλλων, για να παρουσιάσουμε εργασίες σε εθνικά συνέδρια. Έχουμε πάρει λεφτά από ιδιώτες και από το δημόσιο, για να κάνουμε έρευνα και να γράψουμε, εις βάρος της διδασκαλίας. Δημιουργήσαμε και οι δύο από το τίποτα προπτυχιακά προγράμματα, μόνο και μόνο για να τα απαρνηθούμε για λιγότερο σοβαρές έγνοιες και μετά να παρακολουθούμε εξ αποστάσεως την κατάρρευσή τους. Υπήρξαμε, προς όνειδός μας, πολύ συχνά στο παρελθόν εκείνοι ακριβώς οι σιωπηλοί στρατιώτες, που επικρίνουμε ανεπιφύλακτα στο βιβλίο μας, οι δειλοί Δάσκαλοι των Ελληνικών και των Λατινικών, που, ενώ έβλεπαν τον τομέα τους να διαλύεται, δεν είπαν τίποτα. Καθώς οι δυο μας πλησιάζαμε στην συμπλήρωση της 2ης δεκαετίας στο επάγγελμα, βολεμένοι, ασφαλείς, ευτυχισμένοι, με τις θεσούλες μας, καλοπληρωμένοι και διδάσκοντας στις πολιτείες που γεννηθήκαμε, προσπαθήσαμε να κάνουμε κάτι, έστω μικρό, για να αλλάξουμε την πορεία του».

Ο J. Heath έγραψε ένα άρθρο σχετικά με την «Κρίση στις Κλασικές Σπουδές», μια ευσυνείδητη, αν και αξιολύπητη, έκκληση στους κλασικιστές για περισσότερη έμφαση στην ευρεία έρευνα και την διδασκαλία σε προπτυχιακό επίπεδο. Η εχθρική υποδοχή της αρχικής, ειλικρινούς εκδοχής αυτού του άρθρου – που δημοσιεύθηκε σε μια «λοβοτομημένη» μορφή μετά από δυόμιση χρόνια ψυχοθεραπευτικής επεξεργασίας του και άσκησης στην ευαισθητοποίηση – φύτεψε τον σπόρο που αναπτύχθηκε στο βιβλίο Ποιος σκότωσε τον Όμηρο;

Ο V. D. Hanson, διαχειριζόμενος το ζήτημα τελείως διαφορετικά, εγκατέλειψε το επάγγελμά του κι επέστρεψε στην δενδροκομία και την αμπελουργία. Οι πρόλογοι και οι επίλογοι πολλών γραπτών του θίγουν το πρόβλημά μας: λαϊκισμός εναντίον σχολαστικισμού, ισότητα εναντίον ελιτισμού, η σημασία της διδασκαλίας στην ευρυμάθεια, η πενία της θεωρίας όπως ασκείται σήμερα, η αναμόρφωση της μεταπτυχιακής εκπαίδευσης, η αξία των Ελλήνων τόσο στην αντίδρασή μας απέναντι στην καθημερινή μας εμπειρία όσο και στην ερμηνεία της.

Παρόλο που τα όσα γράφουν οι δύο Αμερικανοί καθηγητές αναφέρονται στην αμερικανική πανεπιστημιακή πραγματικότητα, τα ίδια mutatis mutandis ισχύουν και για την ευρωπαϊκή αλλά και για την ελληνική πραγματικότητα. Η πραγματικότητα δυστυχώς είναι βαμμένη με μελανά χρώματα:

Στην Βρετανία οι κλασικές σπουδές συνεχώς φθίνουν, γιατί πολύ απλά η πανεπιστημιακή εκπαίδευση δεν είναι δημόσια αλλά ιδιωτική. Και βέβαια σε μια εποχή πραγματικά πολύ δύσκολη οικονομικά όλο και λιγότεροι φοιτητές θα αποφασίσουν να δαπανήσουν χρήματα, για να σπουδάσουν Classics. Στην Ιταλία και την Ισπανία οι κλασικές σπουδές εδώ και κάποια χρόνια έχουν γνωρίσει κάποια άνθιση, κι αυτό εξαιτίας της ώθησης που έχουν δώσει τα κλασικά Λύκεια. Όμως χρειάζεται ακόμη πολύς χρόνος για να δούμε αποτελέσματα. Στην Γαλλία εδώ και χρόνια με την κατάργηση των Ελληνικών και των Λατινικών στην Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, ήδη αυτές οι γλώσσες υπέστησαν βαρύτατο πλήγμα. Θα λέγαμε μάλιστα πως ο θάνατος της μεγαλύτερης Ελληνίστριας, της J. de Romilly, υπήρξε ταυτόχρονα και η ταφόπλακα των Ελληνικών στη Γαλλία. Η Γερμανία είναι η μοναδική χώρα που φαίνεται Ελληνικά και Λατινικά να θεραπεύονται ακόμη, αφενός λόγω του δημόσιου χαρακτήρα του πανεπιστημίου και αφετέρου λόγω των χρηματοδοτούμενων προγραμμάτων, στα οποία εντάσσονται μεταπτυχιακοί φοιτητές, υποψήφιοι Διδάκτορες και μεταδιδακτορικοί ερευνητές. Κι ερχόμαστε στην Ελλάδα. Το ελληνικό Πανεπιστήμιο, αν και πολύ καλύτερο ως προς τα διδακτικά αποτελέσματά του, ωστόσο κατατρύχεται από άλλα προβλήματα, τα οποία εν τέλει το καθιστούν δυσλειτουργικό: πάρα πολλοί προπτυχιακοί φοιτητές, εκ των οποίων μόλις το 10-20% επιθυμεί πραγματικά να σπουδάσει Φιλολογία, ελάχιστο διδακτικό και ερευνητικό προσωπικό, συνεχώς μειούμενο, και, πάνω απ’ όλα, μια διαρκώς απομόνωσή μας από την δυτική διανόηση – ευτυχώς ως προς αυτό η τελευταία γενιά καθηγητών έχει αλλάξει αρκετά τα δεδομένα, προσεγγίζοντας την Δύση.

Δυστυχώς όμως το βασικότερο πρόβλημα διδασκαλίας και έρευνας, που περιγράψαμε παραπάνω και στο οποίο αναφέρονται και οι Hanson & Heath, ισχύει απόλυτα και στο ελληνικό Πανεπιστήμιο. Νιώθω πραγματικά υπερήφανος που μορφώθηκα ως κλασικιστής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Πράγματι περάσαμε δια πυρός και σιδήρου και τουλάχιστον φιλολογικά μορφωθήκαμε. Σχεδόν η πλειοψηφία των μελών ΔΕΠ ήταν καταρτισμένοι στο αντικείμενό τους αλλά τι συνέβαινε με το προβάδισμα της διδασκαλίας; Τι συνέβαινε με την μεταδοτικότητα; Με την διδασκαλία; Η τραγική αλήθεια είναι πως διαθέτουμε πολλούς ακαδημαϊκούς ερευνητές αλλά ελάχιστους Δασκάλους. Και το χειρότερο είναι πως η δική μου γενιά κλασικιστών είμαστε ακόμη χειρότεροι: καθώς περνούν τα χρόνια οι ερευνητές-καριερίστες αυξάνονται και οι Δάσκαλοι ελαττώνονται, και μάλιστα δεν το κάνουν από επιλογή αλλά από ανάγκη! Είμαστε η χώρα με τους περισσότερους φιλολόγους – υπήρξαν και χρονιές με 1.500 εισακτέους φοιτητές Φιλολογίας χωρίς να υπολογίσουμε τους φοιτητές των τμημάτων Ιστορίας & Αρχαιολογίας – και με τα λιγότερα επιστημονικά και διδακτικά συγγράμματα γραμμένα στα Ελληνικά! Γιατί άραγε; Δεν έχουμε ικανούς ακαδημαϊκούς; Κάθε άλλο. Απλά, ενδιαφερόμενοι για την καριέρα τους – κάτι ανθρώπινο – δεν μπορούν να γράψουν στα Ελληνικά, γιατί δεν θα τούς διαβάσει κανείς! Κι έτσι γράφουμε στα Αγγλικά για να μάς διαβάσουν οι 5-10 συνάδελφοι ειδικοί, κι αυτοί με σκοπό να δουν αν αξίζει να παραπέμψουν – όλα γίνονται για μία υποσημείωση!

Όμως δεν είναι μόνο η Τριτοβάθμια Εκπαίδευση που ευθύνεται για αυτήν την κατάσταση. Ποια είναι η ευθύνη των καθηγητών της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης στην Ελλάδα; Τι έκαναν όλα αυτά τα χρόνια; Ή μάλλον, ορθότερα, τι δεν έκαναν; Ποια είναι η σχέση ενός φιλολόγου της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης με τα Ελληνικά και τα Λατινικά; Δυστυχώς εδώ και πολλά χρόνια καμία. Ακόμη και μία πρόχειρη ματιά σε ελληνικά φιλολογικά περιοδικά που απευθύνονταν στην Μέση Εκπαίδευση (Φιλόλογος, Φιλολογική, Νέα Παιδεία) αρκεί, για να καταδείξει την έντονη κινητικότητα της Δευτεροβάθμιας στην δεκαετία 1980-1990 και την στασιμότητά της έκτοτε και κυρίως μετά το 2000. Πολλές φορές ακόμη και τα ίδια τα άρθρα είναι γραμμένα σε μια γλώσσα ασύνταχτη που θυμίζει κάτι από Ελληνικά – προσωπικά θα τα χαρακτήριζα Ελληνικά επιπέδου Β2. Έπειτα η σχέση τους με την βιβλιογραφία: σχεδόν ανύπαρκτη. Με θλίψει διαπίστωνε κανείς στο τελευταίο συνέδριο της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων, με θέμα τον Ηρόδοτο, πως στην καλύτερη περίπτωση οι ομιλητές είχαν χρησιμοποιήσει ως βιβλιογραφία την Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας του Albin Lesky (Θεσσαλονίκη 1981)! Δεν έχουν παρακολουθήσει ούτε ένα σεμινάριο μεταπτυχιακών σπουδών. Δεν έχουν διαβάσει ούτε μία σύγχρονη μονογραφία και μου προκάλεσε γέλιο και μειδίαμα, όταν ως φοιτητής, εν έτει 2004, διάβαζα στο βιβλίο του Α. Τσοπανάκη, Εισαγωγή στον Όμηρο, Θεσσαλονίκη 1977, «Η σημερινή άποψη για το Ομηρικό Ζήτημα». Δηλ. στα ελληνικά η σημερινή άποψη (2018) για το ομηρικό ζήτημα είναι η άποψη που διατύπωνε ο Τσοπανάκης το 1977! Αυτό καταδεικνύει πολλά. Δυστυχώς σπανίως ένας καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης θα διαβάσει μια επιστημονική μελέτη για τον Όμηρο, τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τον Ξενοφώντα, τον Θουκυδίδη ή τον Σοφοκλή. Στην καλύτερη περίπτωση θα συμβουλευτεί ένα βοήθημα από αυτά, στα οποία ως χώρα είμαστε παραγωγικότατοι! Για να αναφερθώ ειδικά στα Λατινικά, θα υπενθυμίσω πως: α) το 1999 με την αλλαγή του εκπαιδευτικού συστήματος προτάθηκε η εξέταση των Λατινικών σε διδαγμένο και σε αδίδακτο κείμενο· οι πρώτοι που αντέδρασαν ήσαν οι καθηγητές Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. β) η συντριπτική πλειοψηφία των καθηγητών Μ. Ε. πέρα των 50 κειμένων του σχολικού βιβλίου δεν ήξεραν απολύτως τίποτε άλλο και είναι ζήτημα αν είναι πλέον σε θέση να μεταφράσουν έστω και 2 γραμμές από τον Καίσαρα!

Είναι απορίας άξιον πώς είναι δυνατόν να διδάσκουμε Αρχαία Ελληνικά 3 ώρες στην Α΄ Γυμνασίου, 3 ώρες στην Β΄, 3 ώρες στην Γ΄, 6 ώρες στην Α΄ Λυκείου, 5 ώρες στην Β΄ Λυκείου και 5 ώρες στην Γ΄ Λυκείου, κι ένας μαθητής θεωρητικής κατεύθυνσης Γ΄ Λυκείου να μην ξέρει να βάζει τόνους! Ξαφνικά έγιναν χαζοί οι μαθητές; Είναι οι Ευρωπαίοι εξυπνότεροι; Όχι, βέβαια. Αλλά εδώ και χρόνια πολλά τα μαθήματα του σχολείου διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: από την μια τα πανελλαδικώς εξεταζόμενα και από την άλλη τα ενδοσχολικώς εξεταζόμενα. Οι μαθητές διαβάζουν μόνο τα πρώτα και οι καθηγητές διδάσκουν μόνο τα πρώτα. Συνεπώς τα δεύτερα δεν υπάρχουν. Έτσι οι μαθητές δεν χρειάζεται πλέον να διαβάσουν Αρχαία Ελληνικά στο Γυμνάσιο, γιατί δεν θα τα εξεταστούν καθόλου! Δεν χρειάζεται να διαβάσουν Θουκυδίδη και Ξενοφώντα στην Α΄ Λυκείου, γιατί δεν αποτελεί ύλη εξέτασης στην Γ΄ Λυκείου και δεν χρειάζεται να διαβάσουν Αντιγόνη του Σοφοκλή για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Και βέβαια στην Γ΄ Λυκείου, που πρέπει να διαβάσουν Πλάτωνα και Αριστοτέλη, όχι γιατί έχουν φιλοσοφικές ανησυχίες αλλά γιατί θα τούς βάλει στην περιπόθητη Αστυνομία & Πυροσβεστική, ώστε να αμείβονται χωρίς να εργάζονται, απλά δεν μπορούν να κατανοήσουν τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη από την πνευματική αναπηρία 6 ετών που τώρα συσσωρεύεται και γίνεται φανερή! Αλλά και οι καθηγητές από την μεριά τους είναι ήσυχοι, γιατί το φίδι θα το βγάλει από την τρύπα ο φροντιστής και ο «ιδιαιτεράς», που πρέπει να δείξει αποτελέσματα, έστω κι αν το «εμπόρευμα είναι χαλασμένο»!

Και φτάνουμε στην ευθύνη της Πολιτείας. Αν δεχόμαστε την άποψη πως χρειαζόμαστε μια δημόσια παιδεία, πρέπει να δεχτούμε και την άποψη πως σε μια δημοκρατική και ευνομούμενη πολιτεία πολίτης και κράτος πρέπει να αλληλεπιδρούν. Τι έκανε η Ελληνική Πολιτεία για την Κλασική Παιδεία; Για κάποια χρόνια τίποτα και από ένα σημείο κι έπειτα ό,τι μπορούσε προκειμένου να την ξεθεμελιώσει. Εκείνο, ωστόσο, που δεν καταλαβαίνουν όσοι μάχονται τα Κλασικά Γράμματα είναι πως, σκοτώνοντας την Κλασική Παιδεία, δεν σκοτώνουν τον Φιλόλογο, αλλά υποθηκεύουν για πάντα το μέλλον της χώρας. Λέτε, κύριε Υπουργέ, πως τα Λατινικά – και αργότερα θα το υποστηρίξετε και για τα Ελληνικά – δεν προσφέρουν κάτι παρά στείρα απομνημόνευση και πως δεν είναι μοντέρνα μαθήματα και πως πρέπει να αντικατασταθούν από άλλα μοντέρνα. Όμως, ξέρετε πολύ καλά πως δεν είναι αυτή η αλήθεια. Άλλα ζητάτε, για άλλα διψάει η καρδιά σας. Στείρα τα Λατινικά δεν είναι, εσείς τα κάνατε έτσι με τον τρόπο διδασκαλίας. Αλλά και όλα τα μαθήματα «στείρα» είναι, αφού οι εκπαιδευτικές μέθοδοι της Ελλάδας βρίσκονται δεκαετίες πίσω από τις αντίστοιχες της Ευρώπης. Ξέρετε πολύ καλά πως οι αυτές γλώσσες έχουν μια αυστηρότατη δομή. Αυτή η δομή δημιουργεί σκεπτόμενους ανθρώπους, αλλά εσείς δεν θέλετε σκεπτόμενους Έλληνες: γιατί κανείς σκεπτόμενος Έλληνας δεν θα συναινούσε ποτέ στην συμφωνία παράδοσης του ονόματος της Μακεδονίας στους Σκοπιανούς· γιατί κανείς σκεπτόμενος Έλληνας δεν θα συμφωνούσε στον εξισλαμισμό της Θράκης· και γιατί κανείς σκεπτόμενος Έλληνας δεν θα ανεχόταν τις παραβιάσεις των Τούρκων στο Αιγαίο! Ξέρετε λοιπόν πολύ καλά πως, αν καταστρέψετε την κλασική παιδεία, θα είναι θέμα χρόνου και η καταστροφή της χώρας μας. Γιατί χωρίς Έλληνες τι Ελλάδα θα υπάρξει;

Δυστυχώς Δευτεροβάθμια και Τριτοβάθμια Εκπαίδευση στην Ελλάδα εδώ και πολλά χρόνια δεν επικοινωνούν καν. Κι όμως είναι μεγάλη ανάγκη να επικοινωνήσουν. Η Τριτοβάθμια είναι ανάγκη να στρέψει την προσοχή της στην Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση και στην Κοινωνία, και η Δευτεροβάθμια από πλευράς της πρέπει να πάψει να είναι δημόσιοι υπάλληλοι και να γίνουν Δάσκαλοι. Φωτεινό παράδειγμα ήταν και πρέπει να παραμείνει η Γαλλίδα Jacqueline de Romilly. Η Διδακτορική της Διατριβή, Ο Θουκυδίδης και ο Αθηναϊκός Ιμπεριαλισμός, παραμένει ως σήμερα σημείο αναφοράς στην έρευνα του Θουκυδίδη. Όμως δεν είναι αυτός ο λόγος που την θυμόμαστε, αλλά οι τιτάνιες προσπάθειες που έκανε, για να περισώσει τα Ελληνικά. Οι φράσεις της «Κάθε φορά που σκεφτόμαστε, που πράττουμε, έστω κι αν δεν το καταλαβαίνουμε, μιλάμε και πράττουμε Ελληνικά» θα μείνουν για πάντα χαραγμένες. Έγραψε κάπου στα 30 βιβλία, τα περισσότερα έχουν μεταφραστεί στα Ελληνικά, και τα περισσότερα – ευτυχώς – δεν ήταν επιστημονικά, αλλά είχαν σκοπό την διδασκαλία και την αφύπνιση. Στα ελληνικά δεδομένα πάντα θα θυμάμαι τόσο την Όλγα Κομνηνού-Κακριδή αλλά και τον γιο της Φάνη Κακριδή. Η Ό. Κομνηνού-Κακριδή υπήρξε η εμπνεύστρια του φιλολογικού περιοδικού, που έμελλε να ενώσει την Δευτεροβάθμια με την Τριτοβάθμια κι έμελλε, επίσης, να έχει την μακροβιότερη πορεία. Ο Φάνης Κακριδής είναι πιο πολύ γνωστός ως Δάσκαλος και λιγότερο ως ερευνητής, όμως το στόμα του μέλιττι κεχρησμένον ἐστίν.

Λέτε, κ. Υπουργέ, πως τα Λατινικά είναι στείρα, ενώ φαντάζομαι η Κοινωνιολογία είναι μοντέρνα. Τι το καινούριο λοιπόν μάς λέει, που δεν το είπαν οι αρχαίοι; Τι υπάρχει που δεν το είπε ο Όμηρος; Τι θα μάθουμε παραπάνω για την διακυβέρνηση ενός κράτους που δεν το είπε ο Σόλων; Τι καλύτερο από τις πολεμικές ελεγείες του Τυρταίου; Ποιος θα μιλήσει σε πιο προσωπικούς τόνους από την Σαπφώ; Τι υπάρχει για να μάς καταδείξει την τραγική αντίληψη για τον άνθρωπο, που να μην μας το είπαν ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής και ο Ευριπίδης; Ο Θουκυδίδης διδάσκεται ως εναρκτήριο μάθημα σε όλες τις χώρες του δυτικοευρωπαϊκού κόσμου, όταν εμείς τον καταργήσαμε.

Από την πλευρά των Λατινικών τώρα: μέσα στις κωμωδίες του Πλαύτου και του Τερέντιου ανακαλύπτουμε τον ευρωπαϊκό και σύγχρονό μας ουμανισμό. Οι λόγοι του Κικέρωνα, τα συγγράμματα και οι επιστολές του, και μόνον ως μαρτυρίες για την εποχή τους αποτελούν ντοκουμέντα ανεκτίμητης αξίας. Επιπλέον διευρύνουν τον πνευματικό ορίζοντα του ρωμαϊκού κόσμου προς ποικίλες κατευθύνσεις. Ο Κικέρων γίνεται ο θεμελιωτής μιας ρωμαϊκής φιλοσοφικής γραμματείας υψηλών καλλιτεχνικών αξιώσεων, η οποία πραγματεύεται θέματα από την περιοχή της πολιτικής, της ηθικής, του δικαίου και της ρητορικής. Πρόλαβε να περιγράψει πολλά πριν αυτά αφανιστούν οριστικά. Πολλές ιδέες, τις οποίες η Ρώμη δεν είχε γνωρίσει ποτέ στο παρελθόν έτσι, όπως τις γνώρισε από εκείνον, αποτελούν σπόρο για το μέλλον. Με τον Βεργίλιο η ρωμαϊκή ποίηση και το έπος φτάνει στο απόγειό της. Ο Οράτιος καλλιεργεί νέα ποιητικά είδη. Οι Ρωμαίοι ελεγειακοί ποιητές (Τίβουλλος, Προπέρτιος, Οβίδιος) θα πάνε το είδος της ελεγείας ακόμη μακρύτερα. Ο Οβίδιος έκανε γνωστή την ελληνική μυθολογία στην Ευρώπη. Ο Σενέκας θα αναπτύξει την φιλοσοφία τόσο, ώστε αυτή θα γίνει η γέφυρα για να ενώσει την Ρώμη με τον χριστιανισμό. Χάρη στον Πετρώνιο και τον Απουλήιο θα αναπτυχθεί το δημοφιλέστερο σήμερα λογοτεχνικό είδος, το μυθιστόρημα.

Είναι καιρός να καταλήξουμε: Η ζωή είναι ωραία και αξίζει να την αγαπάμε – κι αυτό μάς το δίδαξαν οι Αρχαίοι. Οι Έλληνες έδειξαν πως η καταστροφή απειλεί τον άνθρωπο, είτε είναι αθώος είτε ένοχος. Έδειξαν ότι καμιά ανθρώπινη ευτυχία δεν διαρκεί παντοτινά. Ο άνθρωπος είναι ον εφήμερο. Η Ιλιάδα είναι ένα πολεμικό ποίημα, όπου οι ήρωες πεθαίνει, μα κλαίνε κιόλας. Οι Έλληνες και οι Λατίνοι μάς διδάσκουν πως τα βάσανα των ανθρώπων είναι ίδια σε κάθε εποχή. Και η μοίρα του Σωκράτη επιβεβαιώνει πως δεν πίστευαν στην εύκολη ευφορία της ήσυχης συνείδησης. Το αξιοθαύμαστο για τους Έλληνες και τους Λατίνους είναι η αγάπη τους για την ζωή, παρόλο που ήξεραν ότι η ανθρώπινη δυστυχία, που δεν λείπει ποτέ από το πνεύμα, αποτελεί το τίμημα για κάθε χαρά. Κάθε χαρά θέλει το αντίτιμό της. Το ελληνικό θέατρο είναι γεμάτο από βάσανα, η ελληνική ιστορία είναι γεμάτη από εγκλήματα. Μα ποιος τραγούδησε την κοινή ανθρώπινη μοίρα, Ελλήνων και βαρβάρων, καλύτερα από τον Ευριπίδη;

Για πολλά χρόνια η κλασική παιδεία ήταν γραμματική και σύνταξη, για κάποια άλλα ήταν λογοτεχνικές θεωρίες, ώσπου κάποτε ο μέγιστος των φιλολόγων Wilamowitz και κάποιοι ακόμη ένωσαν αυτές τις κλίσεις στην επιστήμη της Αρχαιότητας, την Altertumwissenschaft. Αυτή είναι η πραγματική εικόνα της Disciplina, της επιστήμης μας. Όμως οι νεότεροι έχουν – και έχουμε – κάνει ένα σοβαρό λάθος: αποσυνδέσαμε την επιστήμη από το σχολείο και την κοινωνία. Κι αυτό ήταν μοιραίο και τραγικό λάθος. Διότι μια επιστήμη που αναφέρεται στον άνθρωπο, και είναι η κορωνίδα των ανθρωπιστικών επιστημών, δεν νοείται κλεισμένη μέσα σε επιστημονικά βιβλία γεμάτα υποσημειώσεις, βιβλιογραφίες, πίνακες και ευρετήρια, απευθυνόμενα σε πέντε ειδικούς. Θα γίνουν βεβαίως κι αυτά αλλά προέχει η γνώση να μεταφερθεί στο σχολείο και στην κοινωνία. Δεν έχει καμία σημασία αν ο μαθητής θα γίνει γιατρός, πολιτικός μηχανικός, δικηγόρος ή οικονομολόγος. Η βάση της παιδείας πρέπει να είναι οι κλασικές σπουδές, γιατί μόνο έτσι ο άνθρωπος θα μεταβληθεί από ον σε άνθρωπο και μόνο έτσι θα μπορέσει να θεαθεί το Αγαθόν! Είναι επιτακτική ανάγκη όχι να επιβάλουμε τις κλασικές σπουδές – άλλωστε ο αρχαίος κόσμος δεν είναι πειθαναγκαστικός – αλλά να δείξουμε σε όλους ότι είναι απαραίτητες για την σωτηρία όλων μας.

Όλη η επικαιρότητα