Πολιτισμός

Φεστιβάλ Αρχαίας Ήλιδας – «Οθέλλος»: Είδαμε και γράψαμε

Στο σύμπαν του «Οθέλλου».

Είναι απόγευμα Παρασκευής, και από τον ενθουσιασμό μου δεν μπορώ να περιμένω να βραδιάσει. Επιτέλους, μετά από ένα χρόνο, ετοιμάζομαι για να πάω να παρακολουθήσω μια θεατρική παράσταση.

«Οθέλλος» του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, σε σκηνοθεσία του Αιμίλιου Χειλάκη και του Μανώλη Δούνια, στο Αρχαίο Θέατρο της Ήλιδας.

Η χαρά είναι διπλή. Αρχικά, για το έργο καθ’ εαυτόν κι έπειτα γιατί φέτος, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αρχαίας Ήλιδας, έχουμε την ευκαιρία να απολαύσουμε τα έργα «ανεβαίνουν» στο Αρχαίο Θέατρο, μέσα σε αυτό, και όχι σε παραπλήσιο χώρο.

Η σελήνη σχεδόν ολόγιομη, και περίπου στις 21:15, ο επιβλητικός χώρος του Αρχαίου Θεάτρου ήταν πλήρης. Οι εργαζόμενοι του Φεστιβάλ είχαν ταξινομήσει τον κόσμο σύμφωνα με τις απαραίτητες αποστάσεις που προβλέπουν τα μέτρα για την αποφυγή διασποράς του Covid-19, εφιστώντας παράλληλα την προσοχή σε όλους, για την τήρηση τους καθώς για τον σεβασμό που πρέπει να επιδεικνύουν, όντες σε αρχαιολογικό χώρο.

(Τα παραπάνω δεν είναι καθόλου δεδομένα, γι’ αυτό τα επισημαίνω, θέλοντας να αποδώσω τα εύσημα στη διοργάνωση).

Στο κέντρο της σκηνής ένα μεγάλο και επιβλητικό Ο, ενώ ατάκτως ερριμμένα υπήρχαν γύρω του μερικά ακόμη γράμματα της αλφαβήτου. Ένα σκηνικό διαμορφωμένο από την Κατερίνα Χάρου.

Με την έναρξη της παράστασης (γύρω στις 21:30) και πριν ακόμη ο 11μελής θίασος εισέλθει στη σκηνή η πρωτότυπη μουσική του Δημήτρη Καμαρώτου μαζί με τους φωτισμούς του Νίκου Βλασσόπουλου, ξεκίνησαν να υφαίνουν το νήμα της πλοκής του έργου.

Στο σύμπαν του «Οθέλλου»

Ο «Οθέλλος» είναι ίσως από τα πιο δύσκολα έργα του Σαίξπηρ για σχολιασμό. ωστόσο, είναι ταυτόχρονα, μια από τις σπουδαιότερες τραγωδίες του.

Μια τραγωδία που ξεκινά από μια κακή φάρσα. Γιατί τι είναι όλο αυτό το δολοπλόκο σχέδιο που στήνει ο Ιάγος για να εξαπατήσει τον Οθέλλο, αν όχι μια ύπουλη φάρσα; Ο Ιάγος μισεί τον Οθέλλο. Γιατί είναι ένας «μαύρος», ένας «αράπης», όπως μας λέει αμέσως μόλις ξεκινά η πρώτη πράξη. Τον μισεί γιατί διάλεξε τον Κάσσιο για υπασπιστή του και όχι εκείνον. Κυρίως όμως τον μισεί γιατί ο Οθέλλος είναι ανώτερος του, καλύτερος του, και όλη η μνησικακία του εκκολάπτεται μέσα στην ανεπάρκεια του να δεχθεί πρώτα το γεγονός ότι είναι σημαιοφόρος ενός ξένου, ενός Μαυριτανού κι έπειτα την αξία αυτού του ξένου. Η μεγαλύτερη ερμηνευτική νίκη του Αιμιλιου Χειλάκη σε αυτήν την παράσταση είναι ότι μας φανερώνει το βάθος της μοχθηρότητας του μακιαβελικού ήρωα που υποδύεται. Ο Ιάγος ναι, μισεί τον Οθέλλο, αλλά ταυτόχρονα μισεί κάθε άνδρα και κάθε γυναίκα. Απεχθάνεται και περιφρονεί τους πάντες. Οι άνθρωποι στους οποίους ασκεί επιρροή είναι για εκείνον εργαλεία για να ταΐσει το τέρας που ζει μέσα του, ένα τέρας το οποίο δεν χορταίνει ποτέ. Στήνει μια τραγική φάρσα, μια μοιραία απάτη, και γίνεται και ο ίδιος κομμάτι της σε ένα τέλος γεμάτο αίμα, όπου όλοι είναι χαμένοι. Μαζί και αυτός.

Ο Γιάννης Μπέζος ήταν ένας αφοπλιστικός Οθέλλος, η στερεότητα και η στιβαρότητα της ερμηνείας του πέταξαν από τον ήρωα, το πέπλο της σοβαροφάνειας που ίσως του έχουν φορέσει πολλοί. Ο γενναίος Μαυριτανός, που παντρεύεται την γυναίκα που ερωτεύτηκε, υψώνοντας το ανάστημα του απέναντι στον πατέρα της και σε όλη την κοινωνία της Βενετίας καθ΄ όλη τη διάρκεια του έργου, μικραίνει και μικραίνει ώσπου φτάνει να σέρνεται και να παραληρεί από την παράφορη ζήλια του, ώσπου φτάνει να πνίγει την Δυσδαιμόνα στο κρεβάτι τους. Και στις δύο αυτές σκηνές ο Γιάννης Μπέζος έδωσε ρεσιτάλ ερμηνείας.

Η Μάιρα Γραβάνη, ως Δυσδαιμόνα, με ξάφνιασε ευχάριστα. Παρότι στην αρχή πίστεψα ότι θα δω μια στερεοτυπική ερμηνεία του ρόλου της «δύσμοιρης» της Δυσδαιμόνας, γρήγορα διαψεύστηκα. Η Γραβάνη αναδεικνύει περίτεχνα όλες εκείνες τις πλευρές της ηρωίδας που την καθιστούν ίση και εξίσου γενναία με τον θαρραλέο άνδρα που επέλεξε να παντρευτεί. Η Δυσδαιμόνα δεν είναι παθητική, δεν είναι μια καημένη γυναίκα. Αντιτίθεται στον πατέρα της για να παντρευτεί εκείνον που αγαπά, στέκεται ισότιμα πλάι του, υποστηρίζει με σθένος τον Κάσσιο, υπερασπίζεται την πίστη της στον Οθέλλο και την επιλογή της να είναι πλάι του με τα όσα λέει στην Αιμιλία και μέχρι που δολοφονείται δεν παύει να παλεύει για να αποδείξει στον άνδρα της ότι έκανε λάθος.

Η Μυρτώ Αλικάκη είναι η συνετή Αιμιλία, η προσγειωμένη ακόλουθος, η περιφρονημένη σύζυγος του Ιάγου. Αφοπλιστικός ο τρόπος με τον οποίον η Αλικάκη μεταμορφώνει την ηρωίδα της, κι από φρόνιμη και συγκαταβατική γίνεται μια πραγματική πυλωρός φεμινιστικών ιδεών. «Οι άνδρες πρέπει να μάθουν πως οι γυναίκες τους έχουν αισθήσεις, βλέπουν, μυρίζουν κι έχουν γεύση να καταλάβουν το γλυκό και το πικρό όπως εκείνοι.» Νομίζω πως δεν είμαι η μόνη που ένιωσε ότι μετά από αυτή τη φράση της Αιμιλίας προς την Δυσδαιμόνα, η Αλικάκη κατάπιε έναν πνιχτό λυγμό. Σπουδαία ερμηνευτική της στιγμή επίσης, το ξέσπασμα αφού βρίσκει την κυρία της δολοφονημένη. «Δεν μπορείς να μου κάνεις ούτε το μισό κακό απ’ όσο μπορώ ‘ αντέξω». Εξαιρετική κορύφωση χαρακτήρα, που μοίρασε ανατριχίλα στο κοινό. Ένα κοινό που ας μην ξεχνάμε πως ίσως άκουγε λίγες ώρες πριν έρθει να δει την παράσταση, στις ειδήσεις, έναν κυνικό άνδρα να λέει πως σκότωσε την σύντροφο του γιατί θίχτηκε ο εγωισμός του (σ.σ.: η δολοφονία στην Φολέγανδρο). Αναπόφευκτοι λοιπόν, οι παραλληλισμοί και απολύτως λογικές οι δεύτερες σκέψεις.

Ο Αλέξανδρος Βάρθης ως Κάσσιος απέδωσε άριστα τόσο την αλαζονική όσο και την ευαίσθητη πλευρά του γοητευτικού υπασπιστή. Η χωρίς φόβο χιουμοριστική προσέγγιση του Κωνσταντίνου Γαβαλά στον ρόλο του Ροδρίγου μου άρεσε επίσης πολύ. Ενώ τις καλύτερες εντυπώσεις μου άφησαν τόσο ο Μανώλης Δούνιας ως φθονερός Δόγης, όσο και η Ελευθερία Κοντογεώργη ως εκρηκτική Μπιάνκα. Τα εύσημα φυσικά αξίζουν και στο Νίκο Τσιμάρα που υποδύθηκε τον Λουδοβίκο και στον Κώστα Κορωναίο για την ερμηνεία του Βραβάντιου.

Γ Ι Α Τ Ι

Ο «Οθέλλος» είναι ένα έργο που γεννά μυριάδες προβληματισμούς και θεωρώ πως η παράσταση του Αιμίλιου Χειλάκη και του Μανώλη Δούνια μας τους φανέρωσε σχεδόν όλους. Μισαλλοδοξία, ρατσισμός, μισογυνισμός, παρανοϊκή ζήλια, μίσος, σαθρότητα… Κι όταν πια η σκηνή του θεάτρου εγκαταλείπεται από τους ηθοποιούς τα γράμματα που ήταν σκόρπια εδώ κι εκεί φωτίζονται και σχηματίζουν ένα μεγάλο ΓΙΑΤΙ.

Όπως επισημαίνει ο Γιαν Κοττ, στο βιβλίο του, «Σαίξπηρ ο Σύγχρονος μας», στο τέλος του έργου βλέπουμε ότι ο κόσμος είναι όπως ο Ιάγος ήθελε να πιστεύει οτι είναι. Ασυνάρτητος και χωρίς ισορροπία. Στον «Οθέλλο» του Σαίξπηρ όλοι ειναι χαμένοι.

Νομίζω ότι με αυτήν την σκέψη βγήκαμε από το θέατρο. Με τα χέρια μας ζεστά από το λυτρωτικό χειροκρότημα και με βαθιά συγκίνηση για τον φόρο τιμής που απέτισε ο Γιάννης Μπέζος στην Μάγια Λυμπεροπούλου, την σπουδαία Ελληνίδα ηθοποιό, που «έφυγε» την Πέμπτη.

Αφήστε μια απάντηση

Όλη η επικαιρότητα