Categories: Ηλεία

100 χρόνια από την Μικρασιατική καταστροφή: Οι πρόσφυγες «θυμούνται» και μιλούν στην εφ. «Πατρίς»

Share

Πέρασαν εκατό χρόνια. Εκατό χρόνια ζωή.

Κάπου ανάμεσα σε αυτές τις εκτάσεις της που δεν έχουν ξεχαστεί στον χρόνο, ούτε έχουν σβήσει τις μνήμες της μεγάλης καταστροφής που συντελέστηκε εκείνη τη μέρα του 1922, όταν από τα παράλια της Μικράς Ασίας χιλιάδες άνθρωποι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους για να βρεθούν σε άλλες περιοχές, σε μέρη που δεν γνώριζαν, σε μέρη που δεν πίστευαν ποτέ ότι θα χρειαστεί να δημιουργήσουν μια νέα Μικράς Ασίας που δέχθηκαν το πλήγμα των Τούρκων βρισκόταν και η Κάτω Παναγιά Μικράς Ασίας, ένα χωριουδάκι που οι κάτοικοί του, άλλοι σφαγιάστηκαν, άλλοι αιχμαλωτίστηκαν και κάποιοι κατάφεραν να ξεφύγουν από τα χέρια του εχθρού για να βρεθούν απέναντι στη Χίο και άλλα κοντινά νησιά. Ο ξεριζωμός είχε ξεκινήσει.

Σύμφωνα με ιστορικές αναφορές, κατά την προέλαση του τουρκικού στρατού το 1922 και ενώ, λόγω της άμεσης γειτνίασης με τη Χίο, οι κάτοικοι της Κάτω Παναγιάς Μικράς Ασίας θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν εύκολη διαφυγή, οι περισσότεροι όμως παρέμειναν στις εστίες τους, υποτιμώντας προφανώς την έκταση των αντιποίνων που τους περίμενε. Αν και δεν υπάρχουν επίσημα στοιχεία, περί τους 800 κατοίκους βρήκαν τραγικό θάνατο. Οι υπόλοιποι κάτοικοι, κυρίως γυναικόπαιδα και ηλικιωμένοι μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα σε διάφορες περιοχές (Χίο, Αττική κ.λπ.), ενώ το 1924 ένας συμπαγής πυρήνας μεταφέρθηκε στην περιοχή της Κυλλήνης, δημιουργώντας την ομώνυμη κοινότητα της Κάτω Παναγιάς.

Η Μαρία Τσίκα, διαβάζει το βιβλίο της Μικράς Ασίας και συγκινείται για όλα όσα της θυμίζουν οι σελίδες του

Η Κάτω Παναγιά Κυλλήνης

Το σημείο στην περιοχή της Κυλλήνης, που είχε στην κατοχή του το Μοναστήρι της Βλαχέρνας, έμελλε να δημιουργήσει έναν νέο κόσμο με τον ίδιο όμως πολιτισμό της Κάτω Παναγιάς Μικράς Ασίας. Έτσι, μετά την παραχώρηση που έκανε το Μοναστήρι στους νεοφερμένους πολίτες της Μικράς Ασίας, των εκτάσεων που κατείχε, ξεκίνησε σιγά-σιγά να δημιουργείται ο οικισμός της Κάτω Παναγιάς, όπως υπήρχε και πριν το 1922, με τη μόνη διαφορά, ότι βρισκόταν στην Ελλάδα, πολύ μακριά από τα παράλια της Μικράς Ασίας και ότι οι νέοι κάτοικοι, θα έπρεπε με σκληρή δουλειά να το μετατρέψουν σε μια νέα ζωή για τους  ίδιους. Και, κάπως έτσι, τα χωράφια έγιναν καλλιέργειες και οι υπόλοιπες εκτάσεις έγιναν προσφυγικά σπίτια, κάποια από τα οποία μέχρι σήμερα στέκουν όρθια για να θυμίζουν την ελπίδα που «φούντωσε» και έγινε και πάλι ζωή.

«Η Κάτω Παναγιά υπήρχε σαν χωριό στα παράλια της Μικράς Ασίας, ήταν από τις πιο πλούσιες περιοχές που υπήρχαν. Εδώ μετά τον διωγμό του ‘22 και από το ’24 μέχρι το ‘25 – ‘26 έρχονταν συνέχεια άνθρωποι από τη Μικρά Ασία. Εκεί υπήρχε η Κάτω Παναγιά και η Ψιλή που ήταν ένα χωριό λίγο πιο πάνω από την Κάτω Παναγιά. Η Κάτω Παναγιά ήταν μια πολύ εύπορη περιοχή και η Ψιλή ήταν πιο φτωχοί άνθρωποι, κτηνοτρόφοι με ζώα κ.λπ..

Πήγαν πρώτα στη Χίο, μετά τους έδωσε η Βλαχέρνα, το Μοναστήρι εδώ, το οποίο έχει παίξει πολύ σημαντικό ρόλο, εκτάσεις με κλήρο για να φτιάξουν τον οικισμό και για να έχουν να ζήσουν χωράφια για να μπορέσουν να τα καλλιεργήσουν. Στην Κυλλήνη βόηθησαν πάρα πολύ οι ντόπιοι εδώ γιατί μέχρι να δημιουργηθεί ο οικισμός έπρεπε αυτοί οι άνθρωποι κάπου να μείνουν. Σιγά- σιγά αναπτύχθηκε όλο αυτό που υπάρχει σήμερα. Οι άνθρωποι που έφτασαν από την Κάτω Παναγιά της Μικράς Ασίας, δημιούργησαν την Κάτω Παναγιά Κυλλήνης», αναφέρει με συγκίνηση ο πρόεδρος της Κάτω Παναγιάς Κυλλήνης, Δημήτρης Καμίλης, που αποτελεί την τέταρτη γενιά του προσφυγικού κύματος.

«Το ’24 ξεκίνησε η Κάτω Παναγιά Κυλλήνης με 50 περίπου οικογένειες και στη συνέχεια ήρθαν κι άλλες όχι μόνο από την Κάτω Παναγιά Μικράς Ασίας αλλά και από την Ψιλή Άμμο, το δεύτερο χωριό», θυμάται ο Αντώνης Σοφιανός, δημοτικός σύμβουλος Ανδραβίδας – Κυλλήνης και πρώην πρόεδρος Εκπολιτιστικού και Μορφωτικού Συλλόγου Κάτω Παναγιάς Κυλλήνης και πρώην πρόεδρος Τοπικής Κοινότητας.

Ο Πρόεδρος της Κάτω Παναγιάς Κυλλήνης, κ. Δημήτρης Καμίλης

Δεν ξεχνούν τις ρίζες τους

Εκατό χρόνια μετά τη Μικρασιάτικη Καταστροφή, οι επόμενες γενιές έχουν να θυμούνται πολλά. Κανείς δεν ξεχνά τις ρίζες του, από που προήλθε και πως ζούσαν τότε αρμονικά οι κάτοικοι της Μικράς Ασίας, οι οποίοι ήταν Έλληνες. Μάλιστα, όπως αναφέρει ο κ. Καμίλης, οι περισσότερες οικογένειες του χωριού ακόμα διατηρούν τα προσφυγικά τους ονόματα, ενώ στην Κάτω Παναγιά Κυλλήνης σήμερα, υπάρχουν ακόμα κάποια κτίρια, τα πρώτα προσφυγικά σπίτια. Πολλά έχουν γκρεμιστεί και έχουν δημιουργηθεί νέα αλλά υπάρχουν και κάποιοι που έχουν αναστηλώσει τα παλιά σπίτια και τα έχουν κρατήσει σαν ενθύμιο.

«Μπαίνοντας στη διαδικασία να δεις που ανήκεις, τις ρίζες σου και όλα αυτά, έρχεσαι σε καταστάσεις που ανατριχιάζεις. Είναι πολύ σημαντικό να βλέπεις ανθρώπους πως έφυγαν από εκεί, πως ήταν εκεί και πως ήρθαν να φτιάξουν την περιοχή εδώ. Από εξιστορήσεις που έχουμε κρατήσει στον πολιτιστικό σύλλογο όλα αυτά τα χρόνια, είναι ανατριχιαστικές οι διηγήσεις που κάνουν για το πως ζούσαν και τι τράβηξαν τότε. Άνθρωποι που ήταν μικρά παιδιά και θυμούνται που τους κυνηγού- σαν να τους σκοτώσουν. Έχουν διηγηθεί πως γλίτωσαν και τι τα- λαιπωρία τράβηξαν για να έρθουν εδώ. Είναι ανάμεικτα τα συναισθήματα που έχουμε. Πρώτα έρχεται το δέος, μετά σε πιάνει μια στεναχώρια για όλο αυτό και μετά έρχεται και ο θαυμασμός, το πως αυτοί οι άνθρωποι ήρθαν και δημιούργησαν όλο αυτό που εμείς βρήκαμε αργότερα, από το μηδέν», τονίζει ο Δημήτρης Καμίλης.

«Νιώθω ευσυγκίνητος και βαθιά υποχρεωμένος στις ρίζες που υπάρχουν και προ- σπαθώ με όλα μου τα μέσα να αγωνίζομαι και να ψάχνω και από τη θέση του δημοτικού συμβούλου και παλιότερα σαν τοπικός πρόεδρος και σαν πρόεδρος που υπήρξα του εκπολιτιστικού συλλόγου, που είναι το πιο ζωντανό κύτταρο του χωριού. Προσπαθώ να κρατήσω αυτή την παρακαταθήκη που μου άφησαν και οι δύο παππούδες μου. Οι οικογένειες αυτές άφησαν όλη την περιουσία τους εκεί και ήρθαν σε έναν άλλο τόπο και ξεκίνησαν από το μηδέν. Έγιναν αγρότες εδώ καλλιεργώντας καρπούζι, τομάτες, αγγούρια και ύστερα ξεκίνησαν να καλλιεργούν ελιές που ήταν το βασικό προϊόν της περιοχής εδώ. Ο πατέρας μου, από μικρός που ήμουν μου έλεγε πως πρέπει να θυμόμαστε τις ρίζες μας για τη χαμένη πατρίδα και αυτό διατήρησα στη ζωή μου και διατηρώ και το ίδιο προ- σπαθώ να μεταβιβάσω και στα παιδιά μου», αναφέρει από την πλευρά του ο Αν- τώνης Σοφιανός.

Οι θύμησες

«Και οι δύο παππούδες μου είναι πρόσφυγες. Κάθε μέρα θυμάμαι να μας εξιστορούν πως έφυγαν, γιατί έζησαν στην Κάτω Παναγιά της Μικράς Ασίας τρεις και τέσσερις διωγμούς τότε με τους Τούρκους. Το ’11, το ’12, το ’18, το ’19 και τότε έφευγαν και πή- γαιναν στο κοντινό νησί της Χίου, απέναντι και τους οποίους φιλοξενούσαν οι Χιώτες», αναφέρει ο Αντώνης Σοφιανός και συνεχίζει:

«Ο ένας από τους παππούδες μου, ο Γιώργος ήταν και αιχμάλωτος πολέμου. Έφυγε από την Κάτω Παναγιά της Μικράς Ασίας, 17 ετών μαζί με τον πατέρα του και πήγαν στη Μασσαλία. Έμαθε την τέχνη του λευκοσιδηρουργού την οποία χρησιμοποίησε όταν ήρθε εδώ σε τούτο το χωριό. Στη Μασσαλία πήρε το δίπλωμα του λευκοσιδηρουργού, έκανε μια μικρή περιουσία και μαζί με τον πατέρα του μετά από δυόμισι χρόνια επέστρεψαν στον Πειραιά, για να πάει με καράβι στην Μικρά Ασία. Μόλις γύρισε όμως στον Πειραιά τον πήραν φαντάρο και τον έστειλαν στα Μικρασιάτικα Πεδία όπου και αιχμαλωτίστηκε. Και εκεί μαζί με τους 800 αιχμαλώτους πέρασε το θρίλερ της Μικρασιατικής αιχμαλωσίας που πήγαν στα βάθη της Ανατολής και κάποιοι κατάφεραν να γυρίσουν πίσω, ενώ οι περισσότεροι πέθαναν στα φαράγγια της ενδότερης Τουρκίας».

ΝΤΙΝΑ ΣΟΦΙΑΝΟΥ, Κάτοικος Κάτω Παναγιάς Κυλλήνης, δεύτερη γενιά

κ. Ντίνα Σοφιανού, θυμάται τα κάλαντα που τραγουδούσαν τότε στη Μικρά Ασία και τα λέει ακόμα και σήμερα. Μας τραγούδησε:

«Σήμερα το νέο έτος, Βασιλείου εορτή, ήρθα να, να σας χαιρετίσω, με την πρέπουσα ευχή.

Ο Βασίλειος ο Μέγας Καισαρείας θαυμαστός εις την οικογένειά σας, να ‘ναι πάντα βοηθός.

Και για τα ξενιτεμένα, έχω να ειπώ πολλά όπου είναι κι όπου στέκουν να έχουν την καλή χρονιά.

Κι άλλα έτερα σας πρέπουν μα εγώ δεν ημπορώ σας αφή – αφήνω καλημέρα και του χρόνου με καλό».

«Η πεθερά μου και η μαμά μου ήταν από την Κάτω Παναγιά όπως κι ο πεθερός μου και ο μπαμπάς μου. Ο μπαμπάς μου ήταν στην Αμερική και ύστερα ήρθε και τον έπιασαν αιχμάλωτο. Η μαμά μου όταν είπαν ότι θα έρθουν οι Τούρκοι να φύ- γουμε, ο παππούς μου, ο πατέρας της, ο Παραδιάς, έλεγε όχι δεν θα μας κάνουν τίποτα. Η θεία μου, η αδελφή της μαμάς μου, είχε παντρευτεί και είχε δύο παιδάκια και η μαμά μου με την αδελφή της έφυγαν και άφησαν τους άντρες τους εκεί και πήγαν στην Χίο. Ο παππούς, της πεθεράς μου ο πατέρας, είχε ένα καΐκι και φόρτωνε και πήγαινε τους ανθρώπους στη Χίο. Εκείνη την ημέρα μόλις βγήκαν στ’ ανοικτά, οι Τούρκοι δεν τους άφησαν να ξαναφύγουν. Το τελευταίο καΐκι που πέρασε απέναντι ήταν αυτό που μέσα ήταν η πεθερά μου. Επειδή στα καΐκια ήταν πολύς κόσμος πετούσαν τα πράγματα που είχαν πάρει μαζί τους, από τη βάρκα για να μην τους πάρει η φουρτούνα.

Τους κατοίκους που έμειναν τους μαζέψανε στην εκκλησία όλους ως αιχμαλώτους και τους είχαν ολόκληρα ημερόνυκτα και περπατούσαν. Ο πεθερός μου και ο άντρας της θείας μου πέθαναν εκεί όταν τους σκότωσαν οι Τούρκοι.

Οι πρόσφυγες ζήτησαν όπου πάνε να έχουν θάλασσα και ο πρόεδρος του χωριού εκεί στη Χίο τους μάζεψε μια ημέρα και τους είπε πως θα πάνε στην Κυλλήνη και τους έφεραν εδώ. Τότε η Βλαχέρνα είχε πολλά στρέμματα χωράφια και τα έδωσαν στους πατεράδες μας, ήταν λόγγοι, έδωσαν 42 στρέμματα στον καθένα, τους είπαν να τα ξελογγόσουν και να τα κρατήσουν δικά τους.

Υπήρχαν δυσκολίες τότε. Ξεκίνησαν από το μηδέν. Έχασαν τα υπάρχοντά τους και έπρεπε να τα ξαναφτιάξουν. Όλοι νόμιζαν πως θα γυρίσουν πάλι. Ο παππούς μου, ο Παραδιάς, είχε ένα σταμνί πήλινο γεμάτο λίρες και όσα χρυσαφικά είχαν τα έθαψαν εκεί».

ΜΑΡΙΑ ΤΣΙΚΑ, Κάτοικος Κάτω Παναγιάς Κυλλήνης, δεύτερη γενιά

Η κ. Μαρία Τσίκα μας απήγγειλε ένα ποί-ημα που θυμάται από τον πατέρα της:

«Ελληνοπούλα είμαι εγώ, απ’ τη Μικρά Ασία, είδαν τα ματάκια μου μεγάλη απελπισία.

Είδανε Τούρκους με σπαθιά, Τούρκους με τα μαχαίρια να σφάζουνε τους Χριστιανούς με τα ριμά τους χέρια.

Δεν έφτανε το αίμα που έτρεχε σαν λίμνη μόνο εβάλανε φωτιά και κάψανε τη Σμύρνη.

Όπως πετάει και το πουλί και σκίζει τον αέρα έτσι πετάξαμε και εμείς και ήρθαμε εδώ πέρα. Αφήσαμε τα πράγματα κι όλα τα νοικοκυριά μας και τώρα τα θυμόμαστε ραΐζει η καρδιά μας».

«Ήμουν μικρή και μας το έλεγε ο πατέρας μου. Ο αδελφός μου ο Βαγγέλης ήξερε πολλά. Διάβασα τώρα δα στο βιβλίο της Μικράς Ασίας που γράφει ότι το λίπος των ανθρώπων που σκότωσαν τα έκαναν σαπούνια. Ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο αυτό, πληγώθηκα και το άφησα.

Θα σας εξιστορήσω μια ιστορία αγάπης, που θυμάμαι. Ο θείος μου ήταν ταγματάρχης και ζητούσαν τα αδέλφια του να φύγουν μαζί για να σωθούν. Αλλά εκείνος ο Γιάννης, αγαπούσε μια Τουρκάλα και είπε πως αφού δεν έρχεται εκείνη μαζί θα μείνω κι εγώ μαζί της. Και επειδή δεν άφησε την κοπέλα που αγαπούσε τον εκτέλεσαν οι Τούρκοι μέσα στην πλατεία. Οι δικοί μου τότε έφεραν λίγο χώμα και λίγα χαλίκια σε ένα σακουλάκι από τον τόπο τους για να έχουν να θυμούνται, σαν κειμήλια.

Είμαι πολύ υπερήφανη για την καταγωγή μου. Είχε σπίτι διώροφο ο πατέρας μου και έναν τενεκέ λίρες, έσκαψε και τα έχωσε νομίζοντας πως θα γυρίσει πίσω, αλλά τα έχασε. Είναι λυπηρό, τα θυμάμαι και νιώθω σαν να ήμουν εγώ».

Πωλούσαν ότι είχα για να επιβιώσουν ως αιχμάλωτοι

«Αυτό που μου είχε κάνει εντύπωση και μιλούσε συνεχώς γι’ αυτό ο παππούς ο Γιώργος, ήταν ότι πούλησε το χρυσό του ρολόι για να πιει δυο γουλιές νερό και να επιβιώσει στην πορεία που έκαναν. Απελευθερώθηκε το ’23 – ’24 στη Θεσσαλονίκη, έχω και το χαρτί της απελευθέρωσης, και ήλθε εδώ στην Κάτω Παναγιά. Έφτιαξε ένα εργαστήρι και βοήθησε όλον τον κόσμο και τους πρόσφυγες αλλά και τους Κυλληναίους που τον είχαν αγαπήσει πάρα πολύ. Του είχαν βγάλει το παρατσούκλι ‘’κολλητήρι’’ λόγω της δουλειάς του. Έχω φυλάξει κειμήλια από τον παππού μου, κάποια αντικείμενα της δουλειάς του. Έφτιαχνε τε- πόζιτα από γαλβανιζέ λαμαρίνα, τις φουφούδες για να ζεσταίνονται και να ψήνουν και έφτιαχνε τα λεγόμενα φαναράκια που τα χρησιμοποιούσαν σε δροσερά σημεία του σπιτιού για να φυλούν μέσα τυριά κλ.π. καθώς δεν είχαν ψυγεία», σημειώνει ο κ. Σοφιανός.

Ο κ. Αντώνης Σοφιανός, δημοτικός σύμβουλος Ανδραβίδας – Κυλλήνης και πρώην πρόεδρος Εκπολιτιστικού και Μορ- φωτικού Συλλόγου Κάτω Παναγιάς Κυλλήνης και πρώην πρόεδρος Τοπικής Κοινότητας.

Ζωή από το μηδέν

Οι άνθρωποι που έφτασαν στην Κυλλήνη το 1924, από τη Μικρά Ασία, βρέθηκαν αντιμέτωποι σε μια νέα κατάσταση που δεν θύμιζε σε τίποτα τη ζωή τους πριν τον μεγάλο διωγμό. Εκτός του ότι είχαν αφήσει πίσω στην πατρίδα τους όλα τους τα υπάρχοντα, ρούχα, προσωπικά αντικείμενα, κειμήλια, στον νέο τόπο που κλήθηκαν να ζήσουν, δεν είχαν ούτε σπίτια, ούτε περιουσία, ούτε χρήματα. Έπρεπε λοιπόν να ξεκινήσουν από το μηδέν και να ξαναχτίσουν την όμορφη Κάτω Παναγιά όπου ζούσαν. Έτσι κι έγινε. Άρχισαν σιγά- σιγά να εγκαθίστανται εκεί, να καλλιεργούν, να χτίζουν νέα σπίτια, να φτιάχνουν καινούργιες συνθήκες για τους ίδιους. Εκείνο που παρέμενε ίδιο, ήταν η θάλασσα! Αυτή τους συντρόφευε στη Μικρά Ασία, αυτή έψαξαν και βρήκαν και εκεί στην Κυλλήνη. Και ίσως η αγαπημένη τους θάλασσα, να ήταν αυτή που βλέποντάς την τους έκανε να πάρουν τη δύναμη να ξαναχτίσουν ότι έχασαν. «Έχουν φέρει μικρά αντικείμενα και πράγματα μαζί τους τα οποία τα έκρυψαν μέσα στα πανωφόρια τους. Δεν έφεραν πολλά πράγματα γιατί νόμιζαν πως θα πάνε και πάλι στον τόπο τους. Εκεί άφησαν και όλους τους θησαυρούς τους, γιατί οι περισσότεροι τους είχαν θάψει φεύγοντας στις αυλές τους», σημειώνει ο κ. Σοφιανός.

Η επίσκεψη στη χαμένη πατρίδα

Κάποια χρόνια ύστερα, κάτοικοι της Κάτω Παναγιάς Κυλλήνης, θέλησαν να επισκεφθούν την χαμένη πατρίδα τους στα παράλια της Μικράς Ασίας. Έτσι, το 2009 ο Εκπολιτιστικός Μορφωτικός Σύλλογος Κάτω Παναγιάς Κυλλήνης, διοργάνωσε μια εκδρομή στην περιοχή η οποία σήμερα ονομάζεται Τσιφλίκ. Σύμφωνα με τα όσα ανέφερε ο πρώην πρόεδρος του Συλ- λόγου, Αντώνης Σοφιανός, η συγκίνηση που ένιωσαν άνθρωποι που είχαν φύγει τότε και θυμούνταν πως ήταν το χωριό τους εκείνη την εποχή, δεν μπορούσαν να περιγράψουν τα συναισθήματα και τις μνήμες που επέστρεψαν.

«Το 2009 που επισκεφθήκαμε την περιοχή σαν Εκπολιτιστικός – Μορφωτικός Σύλλογος σε εκ- δρομή βρήκαμε ένα χωριό ερειπωμένο, με χαλάσματα τα παλιά σπίτια που είχαν οι κάτοικοι. Σήμερα το χωριό αυτό ονομάζεται Τσιφλίκ και αναπτύσσεται σε ένα μεγάλο τουριστικό θέρετρο και όπως μαθαίνουμε τα περισσότερα συγκροτήματα που χτίζονται για να φιλοξενήσουν παραθεριστές τα έχουν φτιάξει Χιώτες εφοπλιστές. Από τη μεγαλοπρεπή εκκλησία που είχε η Κάτω Παναγιά της Μι- κράς Ασίας δεν διασώζεται τί- ποτα. Υπάρχουν μόνο κάποια κομμάτια από το λιθόστρωτο του προαυλίου της εκκλησίας της Παναγίας με τον δικέφαλο και τα βότσαλα τα χτιστά που έφτιαχναν τότε.

Το μόνο που διασώζεται στην Κάτω Παναγιά Μικράς Ασίας είναι το σπίτι του βουλευτή της Κάτω Παναγιάς τότε, του Όμηρου του Πανταζίδη, το οποίο έχουν κάνει ναυτικό κολλέγιο τώρα οι Τούρκοι και είναι μέσα στην αγορά της Κάτω Παναγιάς.

Κατάφεραν μέσα σε αυτά τα χρόνια δυο τρεις άνθρωποι γέροντες να πάνε στον τόπο που ζούσαν. Δεν μπορούσαν να αρθρώσουν λέξη από τη μεγάλη συγκίνηση. Αυτό που βίωσαν ήταν απερίγραπτο.

Το 2002 κάναμε μια γιορτή με τους τελευταίους εναπομείναντες ηλικιωμένους τους οποίους είχαμε βραβεύσει και θυμάμαι τη μεγάλη και βαθιά συγκίνηση που ένιωσαν οι άνθρωποι αυτοί για την κίνηση που κάναμε», αναφέρει ο Αντώνης Σοφιανός.