Αρθρογραφία

Διεθνής ημέρα μνήμης του Ολοκαυτώματος..

Η συνείδηση του δυτικού κόσμου διακρίνει το Άουσβιτς ως την ιστορική τομή, ως το ιστορικό συμβάν της απόλυτης βαρβαρότητας αυτού του αιώνα.

Τέθηκε και τίθεται στο επίκεντρο έντονων και διεξοδικών συζητήσεων όσον αφορά την αναγνώριση της μοναδικότητας της «Τελικής Λύσης». Συζητήσεις που αναπαράγουν και παροξύνουν διενέξεις και πάθη, που συχνά υπερβαίνουν τα όρια της ορθολογικής κρίσης. Απτό παράδειγμα αποτελεί η έντονη δικαστική διαμάχη που αναπτύχθηκε μεταξύ δύο ακαδημαϊκών ιστορικών, του Βρετανού αρνητή του Ολοκαυτώματος Ντέιβιντ Ίρβινγκ και της Αμερικανίδας ιστορικού Ντέμπορα Λίπσταντ.

Το αγγλικό δικαστήριο με τη δικαστική του απόφαση απεφάνθη πως ο Ίρβινγκ εσκεμμένα παραποίησε ιστορικά στοιχεία επιδιώκοντας τη διαστρέβλωση της ιστορικής πραγματικότητας. Δε δίστασε μάλιστα να χαρακτηρίσει τους θαλάμους αερίων του Άουσβιτς και το θάνατο εκατομμυρίων Εβραίων ως ανυπόστατα και ψευδή γεγονότα, με αποτέλεσμα να διεξαχθεί αναλυτική έρευνα σε όλα τα στοιχεία, τα οποία είχε παρουσιάσει κατά τη συγγραφή των βιβλίων του, όπου και απεκαλύφθη η πρόθεσή του να παραχαράξει την ιστορική αλήθεια. Εν τέλει στις 11 Νοεμβρίου του 2005 συνελήφθη στη Νότια Αυστρία και καταδικάστηκε, καθώς το δικαστήριο διαπίστωσε πως τα βιβλία του είχαν παραμορφώσει την ιστορία του ρόλου του Αδόλφου Χίτλερ στο Ολοκαύτωμα.[1]

Αναμφίβολα, οι λόγοι που αρθρώνονται περί της μοναδικότητας του Άουσβιτς εμπίπτουν στο πεδίο της ιστορικής έρευνας. Και εμπίπτουν όχι μόνο για τη μοναδικότητα της Σόα, που στα εβραϊκά ο όρος σημαίνει την καταστροφή, την εξόντωση των Εβραίων από τους Ναζί, αλλά κυρίως για την υπεριστορική διάσταση την οποία καλείται να διανύσει ο ιστορικός a priori δίχως να διολισθήσει στις ολισθηρές στροφές του ανταγωνισμού των θυμάτων του Άουσβιτς. Ο ιστορικός ερευνητής οφείλει να καταδείξει την αδιαμφισβήτητη βαρβαρότητα του Άουσβιτς απαλλαγμένος από τον πειρασμό να καταστεί ένας ψυχρός και φαινομενικά φλεγματικός λογιστής, υπολογίζοντας ποιοι αποτέλεσαν τα περισσότερα θύματα οι «μη κατάλληλοι προς εργασία», οι «μη υγιείς», οι «ανάπηροι», οι Εβραίοι, οι Αθίγγανοι, οι ομοφυλόφιλοι, οι έγχρωμοι, οι πολιτικοί κρατούμενοι.[2].

Σύσσωμη λοιπόν η ιστορική κοινότητα συναινεί στη μοναδικότητα του Άουσβιτς όσον αφορά την εξόντωση της ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων. Η Ισραηλινή ιστορικός Hannah Arendt στο δοκίμιό της Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ (Eichmann in Jerusalem, 1963) σκιαγραφεί την επιδίωξη των Ναζί «ποιος πρέπει να κατοικεί τον πλανήτη και ποιος όχι».[3] Ο Saul Friedlander παραθέτει: «Όντως κανένα άλλο καθεστώς, οσοδήποτε εγκληματικό, δεν αποτόλμησε κάτι τέτοιο. Υπό αυτήν την έννοια, το ναζιστικό καθεστώς άγγιξε ένα σημείο που, κατά τη γνώμη μου, συνιστά ένα, θα μπορούσε κανείς να πει, θεωρητικό εξωτερικό όριο: Ναι, είναι νοητό το ενδεχόμενο ενός ακόμα μεγαλύτερου αριθμού θυμάτων, καθώς και ενός ακόμα πιο αποτελεσματικού τεχνολογικά τρόπου θανάτωσης, αλλά άπαξ κι ένα καθεστώς αποφασίσει ότι συγκεκριμένες ομάδες ανθρώπων, άσχετα με το ποια είναι τα κριτήρια της διαλογής, πρέπει να εξοντωθούν εκεί και τότε, και να μην τους επιτραπεί ποτέ να ξαναζήσουν πάνω σε αυτόν τον πλανήτη, έχουμε αγγίξει ήδη το αδιανόητο αίσχος. Μονάχα μια φορά στη σύγχρονη ιστορία, έτσι όπως εγώ βλέπω τα πράγματα, αυτό το όριο προσπελάστηκε: από τους Ναζί».[4] Την ίδια άποψη συμμερίζεται και ο Γερμανός ιστορικός Eberhard Jackel: «Η θανάτωση των Εβραίων από τους Ναζί είχε κάτι το μοναδικό, αφού ποτέ άλλοτε ένα κράτος δεν είχε αποφασίσει, και ανακοινώσει δημόσια, με όλο το κύρος του ανώτατου ηγέτη του ότι μια συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων έπρεπε να εξαλειφθεί, ει το δυνατόν από προσώπου γης, συμπεριλαμβανομένων των ηλικιωμένων, των γυναικών, των παιδιών και των νηπίων, μία απόφαση που στη συνέχεια το ίδιο αυτό κράτος υλοποίησε με όλα τα μέσα που είχε στη διάθεσή του».[5] Το συγκεκριμένο λοιπόν ναζιστικό στρατόπεδο αφάνισε συγκεκριμένες πληθυσμιακές ομάδες με τον αργό θάνατο της εξοντώσεως δια της εργασίας.

Ο ιστορικός λοιπόν οφείλει να ανασυγκροτεί τα γεγονότα πραγματολογικά και θετικά, όπως ακριβώς αυτά όντως ήταν, σύμφωνα και με την περίφημη έκφραση του Leopold von Ranke. Οφείλει να τα ερμηνεύει ορθά αποφεύγοντας τις διακρίσεις, τις συγκρίσεις, τις ταξινομήσεις και τις σχηματοποιήσεις. Γιατί με το έργο του οφείλει να συνδράμει ως προς το να κρατάμε στη μνήμη μας κάθε ιστορικό γεγονός εναργές με απόλυτη διαλεύκανση των αιτιών του, των συνθηκών του, καθώς και των διαρθρώσεών του, ούτως ώστε να δυνάμεθα να το τοποθετήσουμε στη μοναδικότητά του ιστορικού παρελθόντος του, για να ορίσουμε εν συνεχεία ορθά το παρόν και να οραματιστούμε ορθότερα το μέλλον.

[1] R. Jan van Pelt, (2002). The case for Auschwitz: Evidence from the Irving Trial. Bloomigton, Indiana University Press, pp.15

[2] J.-M. Chaumont, La concurrence des victims: Genocide, identite, reconnaissance, La Decouverte, Paris, 1997, pp.201.

[3] H. Arendt, Eichmann a Jerusalem, Gallimard, Folio, Paris, 1991, pp.448.

[4] S. Friedlander, Memory, history and the extermination of the Jews of Europe, Indiana University Press, Bloomington, 1993, pp.82-83.

[5] E. Jackel, Die elende Praxis der Untersteller, Piper, Munchen, 1987, pp 118.

Όλη η επικαιρότητα