Δημήτρης Γκοτσόπουλος: «Σημασία έχει, τι ζωή θέλεις να ζήσεις»

Share

Τον Δημήτρη Γκοτσόπουλο, τον είδα πρώτη φορά, το 2017, στη «Νίκη», του Χρήστου Χωμενίδη, σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή, στο «Θέατρον» του Ελληνικού Κόσμου, τον ξεχώρισα τρία χρόνια αργότερα, στην παράσταση «Ωνάσης: Τα θέλω όλα», του ιδίου σκηνοθέτη, όπου υποδύθηκε τον Αλέξανδρο Ωνάση, ενώ ήδη από το 2019 είχε μπει στις ζωές (και τις καρδιές) μας ως «Λάμπρος Σεβαστός», στην σειρά του ΑΝΤ1, «Άγριες Μέλισσες».

Φέτος το καλοκαίρι, περιοδεύει στα θερινά θέατρα της χώρας, μαζί με μια πλειάδα εξαίσιων ηθοποιών, αφού είναι ο Ορέστης, στην «Ηλέκτρα» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Γιώργου Λύρα, έχοντας στο πλευρό του, την μέχρι πρότινος συμπρωταγωνίστρια του στις «Άγριες Μέλισσες», Μαρία Κίτσου, να ερμηνεύει τον ομώνυμο ρόλο.

Το διαχρονικό αυτό έργο, παρουσιάζεται την Πέμπτη 11 Αυγούστου, στο θέατρο «Ολύμπια», στο Φλόκα, και την Παρασκευή 12 Αυγούστου, στο θέατρο της Αρχαίας Ήλιδας.

Ο «αντιήρωας»

«Η πρώτη παράσταση αρχαίου δράματος που είδα ήταν ο «Ορέστης» του Ευριπίδη», θα του πω ξεκινώντας την συζήτηση. «Πολύ ωραία, αν και πιστεύω ότι ο Ορέστης στην τραγωδία της “Ηλέκτρας” (σ.σ. επίσης του Ευριπίδη) έχει πολλά και πολύ πιο ενδιαφέροντα στοιχεία», θα μου απαντήσει εκείνος, κι αυτό αρκούσε για να καταλάβω πως μιλώ με έναν ηθοποιό, που έχει αφοσιωθεί με ειλικρίνεια στον ήρωα που ενσαρκώνει.

«Ο Ορέστης είναι ένας ήρωας που περνά αρκετές ψυχολογικές διακυμάνσεις. Για την ακρίβεια είναι ένας «αντι-ήρωας» και όλα τα του χαρακτηριστικά είναι πολύ ανθρώπινα. Μπορεί να μπαίνει στη διαδικασία να ακολουθήσει τον χρησμό που πήρε από τον Απόλλωνα, έναν χρησμό που τον θέλει μητροκτόνο, παράλληλα όμως, αφήνει τον εαυτό του να έχει ηθικά διλήμματα. Σκέφτεται, αμφισβητεί, διστάζει, φοβάται και πονάει. Είναι όμως αδύναμος να αμφισβητήσει τη θεϊκή βούληση, και επιτρέπει στην Ηλέκτρα να πυροδοτήσει το μένος του για εκδίκηση».

Με τα παραπάνω λόγια ο Δημήτρης Γκοτσόπουλος μου «συστήνει» τον «αντι-ήρωά» του, προκαλώντας μου την ερώτηση. «Είναι λοιπόν ο Ορέστης, ανήμπορος;».

«Όχι, σε καμία περίπτωση, και δεν του ταιριάζει κιόλας αυτός ο χαρακτηρισμός», μου απαντά και μου εξηγεί:
«Ο Ορέστης δεν είναι ανήμπορος, είναι μόνος, έρημος, γυρνά όλη του τη ζωή σαν απόκληρος. Μεγάλωσε μακριά από το σπίτι του, μέσα στη μοναξιά, γύρισε για να εκτελέσει -ξανά μόνος του- ένα βαρύ, σκληρό “καθήκον, και μετά την πράξη του θα είναι πάλι μόνος. Γι αυτό χαρακτήρισα πριν τον Ορέστη, αντιήρωα. Ο Ευριπίδης τον “απεικονίζει” πολύ ρεαλιστικά, δεν τον εξιδανικεύει.

“Φωτίζει” το δίλημμά του, αναδεικνύει την αμφιταλάντευση του, μέχρι και την τελευταία στιγμή, πριν γίνει ο φονιάς της μητέρας του. Υπάρχει όμως έντονο και το θεϊκό στοιχείο. Ο Ορέστης δείχνει αδυναμία. Δεν μπορεί να μην εκτελέσει το ιερό χρέος που θεωρεί πως έχει. Μόλις όμως γίνεται μητροκτόνος μετανιώνει. “Πάρε και σκέπασε της μάνας μας το σώμα μ’ αυτό εδώ το πέπλο και κρύψε τις πληγές…. Είχες γεννήσει τους φονιάδες σου… μητέρα…”, θα πει στην Ηλέκτρα. Κι όταν πάλι μαθαίνει την αλήθεια από τους Διόσκουρους, “συνθλίβεται”».

«Ο Ορέστης στο σήμερα»

«Θα μπορούσες να “φέρεις” τον Ορέστη στο σήμερα;», τον ρωτώ.

«Ο Ορέστης είναι ο τελευταίος κρίκος, μιας γενιάς που αποσυντίθεται. Υπό αυτό το πρίσμα, θα μπορούσα να τον “φέρω” στο σήμερα, και να τον τοποθετήσω δίπλα σε έναν άνθρωπο που αναζητά την δική του θέση στον κόσμο, που ψάχνει να πιαστεί από ιδέες και να κατανοήσει το νόημα όσων γίνονται γύρω του, αλλά και των δικών του πράξεων», μου απαντά, αναφέροντας μου ακόμη, πως αυτό το κομμάτι τον συνδέει σε μεγάλο βαθμό με τον ήρωά του, καθώς και ο ίδιος είναι ένα ένας άνθρωπος που καθημερινά αμφισβητεί, αναρωτιέται και αναζητά απαντήσεις.

Ένα ακόμη στοιχείο που βρίσκει κοινό με τον Ορέστη, είναι η σχέση με τον Θεό, καθώς και εκείνος, ιδιαίτερα κατά την διάρκεια των παιδικών και εφηβικών του χρόνων, είχε πολλούς προβληματισμούς που αφορούσαν την θρησκεία, τον θάνατο, το τι συμβαίνει αφού πεθάνουμε κτλπ..

Το δικό του «κλάσμα ύπαρξης»

Ο ήρωάς του περνά από μια πραγματική κόλαση μέχρι να καταφέρει να εξαγνιστεί και να βρει την κάθαρση. Το στοιχείο αυτό με οδηγεί αναπόφευκτα στην ερώτηση, αν ο ίδιος πιστεύει πως αυτό είναι κάτι που συμβαίνει και στη ζωή.

Η απάντησή του, θα με συγκινήσει, γι αυτό την παραθέτω αυτούσια,  χωρίς να αλλάξω ούτε “και”:

«Νομίζω πως εξαρτάται από το τι ζωή θέλει να ζήσει κανείς. Αυτό έχει σημασία πρώτα απ’ όλα. Να ξέρεις πως θέλεις να ζήσεις. Υπάρχουν άνθρωποι για παράδειγμα που είναι ανήσυχοι, και προσπαθούν να βρουν μια ισορροπία, σε σχέση με το δίκαιο και σε σχέση με το ανθρώπινο ή που φιλοσοφούν, αν θες, τη ζωή τους, με την έννοια ότι καθημερινά έχουν στο μυαλό τους, ότι “κάποια στιγμή θα πεθάνω” οπότε, αμέσως γεννιέται το ερώτημα, “πως θέλω να ζήσω αυτά τα χρόνια;”. Θέλω να τα ζήσω με παρανομαστή τα χρήματα, την εξουσία, την αγάπη;

Όταν καλείσαι να φτιάξεις το δικό σου κλάσμα ύπαρξης, ανάλογα με τον παρανομαστή που θα βάλεις, αλλάζει και η αξία του κλάσματος της ζωής σου. Όσο πιο μεγάλος είναι ο παρανομαστής, τόσο πιο μικρή είναι η αξία του κλάσματος. Όσο πιο μικρός είναι ο παρανομαστής, η αξία μεγαλώνει. Εγώ αυτή την εντύπωση έχω για την ζωή, πως πρέπει να έχεις ένα πολύ συγκεκριμένο στόχο.»

Κεφάλαιο: «Άγριες Μέλισσες»…

Από την συζήτησή μας, δεν θα μπορούσε να λείπουν φυσικά, οι «Άγριες Μέλισσες».

Ένα τεράστιο κεφάλαιο, από το οποίο ο Δημήτρης, όπως λέει, κρατά… τους ανθρώπους: «Ο ανθρώπινος παράγοντας μπορεί να φτάσει κάτι πολύ ψηλά, όπως και η αγάπη που “καταθέτεις” γι αυτό που κάνεις. Όσο περίεργο ή “μαγικό” κι αν ακούγεται, για εμένα οι “Μέλισσες”, ήταν η απόδειξη, πως τα όνειρα, από τη στιγμή που τα πιστεύεις, και δουλεύεις και κοπίαζει γι αυτά, πραγματοποιούνται. Γιατί ένας ακρογωνιαίος λίθος για την επιτυχία της σειράς, ήταν ο ανθρώπινος παράγοντας.

Μια πολύ μεγάλη ομάδα ανθρώπων που δούλεψαν για να βγει αυτό το αποτέλεσμα. Πέρα από το σπουδαίο σενάριο, τη σπουδαία σκηνοθεσία, ήταν και η ιδέα, το όνειρο που θέλαμε κι εμείς να καταθέσουμε απέναντι στους ρόλους που είχαμε να διαπραγματευτούμε. Όλοι μας δώσαμε δικά μας στοιχεία στους χαρακτήρες που υποδυθήκαμε.

Μέσα στα λόγια που λέγαμε, και για να τα πιστέψουμε πραγματικά, ψάχναμε να βρούμε δικά μας αντικρίσματα. Ήταν μια προσωπική διαδρομή. Ήταν πάντοτε στόχος μου να μην αλλάζω ποτέ τα τα λόγια για να τα φέρω στο δικό μου μέτρο, αλλά να ανεβαίνω εγώ στην ιδέα των σεναριογράφων και να τα σέβομαι.

Γι αυτό κυρίως αυτό που θα μου μείνει, είναι ότι όταν μια ομάδα λειτουργεί έτσι, και ενωμένα, μπορεί να κάνει θαύματα, κι αυτό ήταν κάτι που δεν είχα δει ποτέ πριν στην τηλεόραση, παρά μόνο στο θέατρο. Δεν είδαμε ποτέ τη σειρά σαν ένα “καθημερινό”. Κάθε επεισόδιο ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου. Κάναμε ότι περνούσε από το χέρι μας, για να βγει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα».

Επόμενα σχέδια…

Ο Δημήτρης Γκοτσόπουλος τη νέα θεατρική σεζόν, θα βρίσκεται στο θέατρο ΉΒΗ, και στην πολυαναμενόμενη παράσταση «42497», που φέρει την υπογραφή του Γιώργου Καπουτζίδη. Μετά τις “Άγριες Μέλισσες”, ήθελε το επόμενο βήμα του, να είναι ισάξιο, αν όχι καλύτερο, από το προηγούμενο, θα μου πει, την ίδια ώρα που η σκέψη μου είχε προλάβει τα λόγια του, καθώς δεν θα μπορούσε να σκεφτώ καλύτερη “συνέχεια” για την καλλιτεχνική του πορεία.