Κινηματογράφος

H Επανάσταση του 1821 στο προπολεμικό ελληνικό σινεμά

Με ένα χρόνο διαφορά, οι δύο ταινίες που έγιναν για το 1821 στο προπολεμικό ελληνικό σινεμά αναφέρονται η μία στον Οδυσσέα Ανδρούτσο και η άλλη σε μια ερωτική ιστορία με φόντο τον κλεφτοπόλεμο.

Είναι και οι δύο χαμένες, αλλά οι πληροφορίες που έχουμε γι’ αυτές είναι αρκετές για να εξάψουν τη φαντασία για το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα που είχε και διεθνές ενδιαφέρον.

Οδυσσεύς Ανδρούτσος του Δημήτρη Καμινάκη (1928)

Η πρώτη ελληνική ταινία για την Επανάσταση του 1821 ήταν αυτή του Δημήτρη Καμινάκη εκ Θεσσαλονίκης. Ο τίτλος της διαφέρει από πηγή σε πηγή. Καταγράφεται ως ««Αι τελευταίαι ημέραι του Οδυσσέως Ανδρούτσου (Στο χάνι της Γραβιάς)» ή ως το «Χάνι της Γραβιάς και αι τελευταίαι ημέραι του Οδυσσέως Ανδρούτσου», Προβλήθηκε για πρώτη φορά στον στο ζυθοπωλείο «Αργυλλά» του Βόλου από 21 έως 23 Δεκεμβρίου του 1928. Στη Θεσσαλονίκη άρχισε να προβάλλεται (στον κινηματογράφο «Πατέ») στις 5 Φεβρουαρίου του 1929.

Η σκηνοθεσία ήταν του Δημήτρη Καμινάκη (κατά βάση οπερατέρ ο οποίος γύρισε δύο ακόμη ταινίες πριν από αυτήν: το «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» και «Ο λήσταρχος Γιαγκούλας» που κανείς δεν ξέρει αν γυρίστηκαν τελικά και ποια ήταν η τύχη τους) και η παραγωγή της εταιρίας με έδρα τη Θεσσαλονίκη «Ηρώ Φιλμ Νέας Ελλάδος». Οπως αναφέρει εύστοχα ο Αργύρης Τσιάπος στη μελέτη του «Οι Πρώτες Ταινίες του Ελληνικού Κινηματογράφου (απ’ όπου και οι περισσότερες πληροφορίες που έχουμε για την ταινία), πιθανότατα υπήρχε κάποια σύνδεση με την «Ηροφίλμ», που το Σεπτέμβριο του 1926 κινηματογράφησε μια εκδρομή του Οδοιπορικού Συνδέσμου από τη Βέροια στη Φλώρινα (από το ξεκίνημα του ταξιδιού με το τρένο μέχρι τους παιάνες της φιλαρμονικής Φλώρινας κατά την υποδοχή των ταξιδιωτών και τους στρατιωτικούς αγώνες στο Γυμναστήριο της πόλης με την παρουσία μουσικής από τις φρουρές Βέροιας και Φλώρινας).

Λέγεται πως η δεύτερη, ολοκληρώθηκε, αλλά δεν προβλήθηκε ποτέ εξαιτίας ενός νόμου της εποχής ο οποίος απαγόρευε την προβολή ταινιών με θέμα τη ληστεία και τους διάσημους λήσταρχους. Λέγεται επίσης, κι αυτό έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, πως το υλικό της ταινίας για το Γιαγκιούλα, δεν πετάχτηκε αλλά ξεμονταρίστηκε και ξαναμονταρίστηκε και αυτή ήταν η πρώτη ύλη για το φιλμ «Αι τελεταίαι ημέραι του Οδυσσέως Αδρούτσου (Το χάνι της Γραβιάς», όπως είναι ο τίτλος με τον οποίο προβλήθηκε το Σεπτέμβριο του 1929 στη Νέα Υόρκη! Γιατί, όντως προβλήθηκε εκεί, στον Θέατρο Μάνσφιλντ συγκεκριμένα, στις 22 Σεπτεμβρίου 1929, η ταινία προβλήθηκε στο «Mansfield Theatre» της Νέας Υόρκης στις 22 Σεπτεμβρίου 1929.

Ως προς τον κινηματογραφικό «Ανδρούτσο», η εταιρία παραγωγής είχε αυτογνωσία για το αποτέλεσμα που παρουσίαζε επί της οθόνης, γι’ αυτό και ξεκαθάριζε: «Δεν παρουσιάζομεν Σούπερ φιλμ μεγάλου και φημισμένου εργοστασίου, δεν παρουσιάζομεν ταινίαν εκατομμυρίων αξίας. Παρουσιάζομεν όμως την πρώτην ελληνικήν ταινίαν ελληνικής καθαρά υποθέσεως, ταινίαν των προγόνων μας που χάριν αυτών καυχόμεθα ότι είμεθα κράτος».

Το σενάριο βασίστηκε στις γραπτές διηγήσεις του Άγγλου φιλέλληνα και γαμπρού του Οδυσσέα Ανδρούτσου, του Αγγλου Εδουάρδου Τρελλώνη. Ξεκινούσε με την κάθοδο του τουρκικού στρατού στη Στερεά Ελλάδα το 1821 και τη μάχη της Γραβιάς και συνέχιζε σε γεγονότα από το 1823 και μετά: η οχύρωση του Οδυσσέα Ανδρούτσου στο απροσπέλαστο σπήλαιο του Παρνασσού (το «Κωρύκειον Άντρον»), όπου η αδερφή του Ανδρούτσου, Ταρσίτσα, ερωτεύτηκε τον Τρελώνη, πώς ο Ανδρούτσος εξαπάτησε τον Ομέρ Μπέη της Καλαμάτας ψευδοσυμμαχώντας μαζί του με σκοπό να σώσει το στρατό των επαναστατών της ανατολικής Στερεάς, η παράδοσή του στον Γκούρα και το οικτρό του τέλος στην Ακρόπολη.

Εξωτερικά γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν στις Θερμοπύλες, στη Γραβιά, στον Παρνασσό και στην Ακρόπολη. Στο βαθμό που ο Λεωνίδας Αθανασιάδης, συνεργάτης του Καμινάκη και βοηθός οπερατέρ της ταινίας, θυμόταν καλά το 1977, εξωτερικές σκηνές πρέπει να κινηματογραφήθηκαν επίσης στη Μονή Βλατάδων, στα τείχη της Παλαιάς Πόλης και στο Ασβεστοχώρι, ενώ κάποια εσωτερικά γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν στον κινηματογράφο «Σπλέντιτ» της Θεσσαλονίκης, σε σκηνικά που είχε διαμορφώσει ο ίδιος ο Καμινάκης. Σύμφωνα και πάλι με τις αναμνήσεις του Αθανασιάδη, στην ταινία έπαιξαν οι: Μιχαήλ Μάσσιος, Μαίρη Τσικούδη, Ελένη Καρύκη, Μαρίκα Βίττου, Γ. Σαββόγλου, και Αντζουλίνα Ποζέλλι κ.ά. – όλοι ερασιτέχνες από τη Θεσσαλονίκη.

Στη Θεσσαλονίκη προβλήθηκε στον κινηματογράφο «Πατέ» από 5 έως 12 Φεβρουαρίου 1929 υπό τον τίτλο «Οδυσσεύς Ανδρούτσος». Η ανταπόκριση των Θεσσαλονικιών ήταν μεγάλη, αφού άλλωστε ήταν μια τοπική παραγωγή. Ωστόσο, η εμπορική επιτυχία δεν συνεπαγόταν και θετικές κριτικές στον τύπο. Απολαυστικά ήταν δύο απολύτως ειρωνικά χρονογραφήματα, που δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα Μακεδονία στις 08.02.1929:

«Επήγα εις το Πατέ να παρακολουθήσω το πρώτον Μακεδονικόν κινηματογραφικόν έργον, τον Οδυσσέα Ανδρούτσο. Μου είπαν ότι κάποιοι νέοι και κάποιες τσούπρες της πόλεώς μας είναι οι δράσται. Το πρόγραμμα που διανέμουν έξω, ομιλεί περί προσπαθείας ευγενικής και περί της ανάγκης ενισχύσεως της προσπαθείας αυτής. Επήγα λοιπόν να θαυμάσω και να ενισχύσω. Αλλ’ ω ύψιστε! Τέτοιο τερατούργημα κινηματογραφίας δεν είδα ούτε εφαντάσθηκα ποτέ μου. Απορώ πώς το εδέχθη ο οίκος Πατέ. Και απορώ με την υπομονήν του κόσμου. Η ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως γε­λοιοποιείται. Η τέχνη κατακουρελιάζεται. Η ποίησις καραγκιοζοποιείται. Η φουστανέλλα γίνεται καρνάβαλος. Ο πατριωτισμός, ο έρως, τα αρχαία, τα μεγάλα ονόματα, η ιστορία, όλα μαζύ γίνονται ένα μίγμα οικτρόν, εις την θέαν του οποίου δεν ξέρει κανείς αν πρέπη να γελά, να κλαίη ή να τραβάη τα μαλλιά του. Αλλ’ είναι σας λέγουν, η πρώτη προσπάθεια. Ο Θεός να μας φυλάγη, εάν οι δράσται του πρώτου έργου, έχουν την θρασύτητα να μας παρουσιάσουν και δεύτερον».

«Είμαι βεβαιότατος ότι αν οι θρυλικοί ήρωες του 21 ήξευραν πως μετά εκατό χρόνια θα γινόνταν καραγκιόζηδες από της οθόνης του κινηματογράφου προς κοινήν θυμηδίαν των απογόνων των, ασφαλώς δεν θα τολμούσαν να ελευθερώσουν την Ελλάδα και να δόσουν εις τον κ. Καμινάκην την ευκαιρίαν και το θέμα για να τους ρεζιλέψη. Διότι είναι πραγματικό κεπαζελήκι εκείνο που έπαθε εις την ταινίαν ο Οδυσσεύς Ανδρούτσος, του οποίου τα ηρωικά κατορθώματα και ο τραγικός θάνατος γίνονταν τώρα κάθε βράδυ αίτια ομηρικών γέλοιων των θεατών του κινηματογράφου Πατέ… Ενδιαφερθείς από τις διαφημίσεις που έγιναν πέριξ της τρομεράς αυτής ταινίας, εγχωρίας παραγωγής, επήγα χθες βράδυ στο Πατέ, όπως είχαν πάη τόσοι και τόσοι άλλοι συμπολίται, από τους οποίους ήταν γεμάτη η αίθουσα. Τα προγράμματα που διενέμοντο εις τους θεατάς, με χριστιανικήν μετριοφροσύνην ανήγγελον ότι ο κ. Καμινάκης «έσπειρε και άλλοι ας έλθουν να θερίσουν». Σημειωτέον ότι [τα] φεΐγ-βολάν δεν ανέφερον αν έπρεπε να θερισθή μαζύ και ο κ. Καμινάκης. Ύστερον από λίγο άρχισε η προβολή της ταινίας. Πριν σας πω το τι είδα, θεωρώ καθήκον μου να ζητήσω συγγνώμην από την σκιάν του Ανδρούτσου διά τα γέλοια που άθελα έκαμα εις βάρος του μαζύ με όλους τους άλλους θεατάς…
Μεταξύ του πλήθους των θεατών εκάθηντο οι δράσται της ταινίας Καμινάκης και οι «ηθοποιοί», δηλαδή κάτι παιδιά της Νεολαίας Τούμπας, που όπως μαθαίνω δεν το κουνούν από κει καθόλου, εναβρυνόμενοι εις την θέαν των εαυτών των επί της οθόνης… Πριν προφθάσουμε ακόμη να αντιληφθούμε καλά-καλά τι συμβαίνει, η πρώτη πράξις τελειώνει και επακολουθεί διάλειμμα διπλασίας διαρκείας απ’ αυτήν, μεθ’ ο επαναλαμβάνεται η προβολή του… έργου. Ο ατυχής Ανδρούτσος φαίνεται σαν μανάβης του Καπανιού, το δε πρωτοπαλλήκαρόν του ο Γκούρας σαν Βάρθακας. Μην τα ρωτάτε δε τι γίνεται με τους άλλους ήρωας του έργου. Είδα την μάχην της… Γραβιάς κατά την οποίαν οι νεκροί έπεφταν με πόζα και δεν εννοούσαν να κλείσουν τα μάτια τους… Και σ’ όλα αυτά τα ανεκδιήγητα πράγματα είχαμε και το πανηγύριον των επιγραφών που μετεφράσθησαν εις την γαλλικήν. Ιδού μια: Ο στίχος του ποιήματος που λέει ότι ο ήρως δεν είχε ούτε τσιμπούκι ούτε τσαρούχι, μετεφράσθη ως εξής: Πα ντε τσιμπούκ, πα ντε τσαρούκ… Δεν μπορώ όμως να συνεχίσω, βρε παιδιά, διότι ελύθηκα στα γέλοια. Αν θέλετε πάτε κ’ εσείς ν’ απολαύσητε τα ίδια και σας βεβαιώ πως δεν θα λυπηθήτε τα χρήματά σας… Κωμωδία με τα ούλα της, μπρος την οποίαν τύφλα νάχη ο Σαρλώ και ο Χάρος Λοΰδ. Τρέξατε, τρέξατε…»

Οπως αναφέρεται, ένα σύντομο, γενικό σχόλιο για την ταινία δημοσιεύτηκε και στο γαλλικό περιοδικό Cinémagazine. Ο συνεργάτης του στη Θεσσαλονίκη περιέγραψε μια ταινία «με πολλά ελαττώματα, επειδή έγινε με αυ­τοσχέδια μέσα [και] είναι το αποτέλεσμα υπομονετικών και αξιέπαινων προσπαθειών».

Ο «Οδυσσεύς Ανδρούτσος» φαίνεται ότι προβλήθηκε και στην Αθήνα, όμως είναι άγνωστο το πότε και το πού. Τα προγράμματα των κινηματογράφων, όπως δημοσιεύονταν στις αθηναϊκές εφημερίδες, δε μας βοηθούν στο ελάχιστο. Πάντως, σε ρεπορτάζ της εφημερίδας Ακρόπολις το Φεβρουάριο του 1931 γινόταν ρητή αναφορά στην ταινία ως μια από τις 18 ελληνικές που είχαν προβληθεί την προηγούμενη τριετία.

Ωστόσο αυτό που δεν κατάφεραν οι καλύτερα οργανωμένοι αδελφοί Γαζιάδη, το κατάφερε ο Κα­μινάκης. Με τίτλο «Αι τελευταίαι ημέραι του Οδυσσέως Ανδρούτσου» και υπότιτλο «Στο χάνι της Γρα­βιάς», η ταινία προβλήθηκε στο «Mansfield Theatre» της Νέας Υόρκης στις 22 Σεπτεμβρίου 1929. Η διαφήμι­ση στους ομογενείς είχε αρκετές ανακρίβειες, αφού έκανε λόγο για συμμετοχή 200 ηθοποιών της Δραματικής Σχολής Αθηνών, υποστήριζε ότι είχε προβληθεί στους κεντρικούς αθηναϊκούς κινηματο­γράφους επί ένα εξάμηνο ή ότι είχε κοστίσει 150.000 δολάρια. Παρόλ’ αυτά επιβεβαιωνόταν η μεγάλη έκταση της ταινίας, διάρκειας δυόμιση ωρών.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Λεωνίδα Αθανασιάδη, η ταινία χάθηκε στο τελωνείο κατά την επιστροφή από την Αμερική, όμως το αρνητικό του φιλμ μαζί με έξι καρυοφύλλια, που είχαν χρησιμοποιηθεί στα γυρίσματα, σώζονταν μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’50 στο αρχοντικό των κληρονόμων του Τσατσαπά, συνεταίρου του Καμινάκη. Από τη στιγμή που το αρχοντικό κατεδαφίστηκε, η τύχη του φιλμ και των κειμηλίων αγνοείται.

Η γνωριμία του Τρελόνι με την Ταρσίτσα, υπάρχουν μέσα στο σενάριο, η διήγηση του οποίου αρχίζει από τη Στερεά Ελλάδα και την κάθοδο του τουρκικού στρατού το 1821. Στη συνέχεια αναφέρεται στη μάχη της Γραβιάς, την καταφυγή του Ανδρούτσου στο Κωρύκειον Άντρον, ένα δυσπρόσιτο σπήλαιο στον Παρνασσό, την ψευδοσυμμαχία του Ανδρούτσου με τον Ομέρ Βρυώνη και τέλος την προδοσία του Γκούρα, τη σύλληψη και το θάνατο του ήρωα στην Ακρόπολη.

1821

Το Λάβαρο του ’21 του Κώστα Λελούδα (1929)

Μάρτης του 1821 και οι ξεσηκωμένοι Ελληνες υψώνουν στην μονή της Αγίας Λαύρας στα Καλάβρυτα το ιερό λάβαρο της επανάστασης. Κάπου εκεί δίπλα αναπτύσσεται και το ειδύλλιο ανάμεσα στον Δήμο και τη Βάσω.

Η βωβή, ασπρόμαυρη ταινία του Κώστα Λελούδα παραγωγής της Γκρήκ Φιλμ – γνωστή και ως «25η Μαρτίου 1821», αλλά και ως «Το Φλάμπουρο του ’21» – εκτυλίσσεται στον Μοριά, όπου στις 25 Μαρτίου 1821 στη μονή της Αγίας Λαύρας ο Παλαιών Πατρών Γερμαν΄ς υψώνει το λάβαρο της Επανάστασης. Η ταινία αφηγείται τα γεγονότα με πρώτο πλάνο την ιστορία δύο ερωτευμένων, του Δήμου και της Βάσως. Τους βασικούς ρόλους ερμηνεύουν ο Μάνος Κατράκης (στην πρώτη του κινηματογραφική εμφάνιση) και η σύζυγος του σκηνοθέτη, Λέα Λελούδα. Επαιζαν, επίσης, ο Δημήτρης Μπατής, ο Γιώργος Μούγιος, ο Νίκος Γεωργαλάς, ο Παύλος Καταπόδης, ο Λ. Δαδιανός, ο Παναγιώτης Παπαδόπουλος και ο Μπουλάνος.

Η ταινία προβλήθηκε στον κινηματογράφο Ιντεάλ («Σαλόν Ιντεάλ» τότε) στην οδό Πανεπιστημίου στις 22 Απριλίου 1929. Ο Λελούδας για να την ενισχύσει περισσότερο, είχε προσλάβει το βαθύφωνο Βλαχόπουλο, ο οποίος την ώρα που παιζόταν το έργο, τραγουδούσε ζωντανά μπροστά στους θεατές το περίφημο τραγούδι του «Γέρο-Δήμου» με τη συνοδεία πιάνου. Λίγους μήνες νωρίτερα, στη διαφημιστική καμπάνια της ταινίας, οι δημιουργοί της μιλούσαν για μια ταινία «τελεία και αξία των ταινιών του Χόλυγουντ… που θ’ αποδώση εις το Έθνος μας δόξα και τιμή», δείχνοντας ταυτόχρονα και στους ξένους «πώς απεκτήσαμεν την ελευθερίαν μας, ώστε και να προκύψη απ’ αυτής της απόψεως ωφέλεια διά το έθνος μας».

Οι διαφημιστικές αγγελίες υπογράμμιζαν ότι το έργο αποτελούσε «πιστή απεικόνιση» της επανάστασης του 1821, γυρισμένο «στα ιστορικά το­πεία των αγώνων του Έθνους» κι ότι η κυβέρνηση είχε διαθέσει «όλα τα άγια κειμήλια του αγώνος». Μεταξύ άλλων παρουσιάζονταν επί της οθόνης: τα βασανιστήρια, το παιδομάζωμα, το χαράτσι, τα κρυφά σχολειά, ο απαγχονισμός του πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄, ο Ρήγας Φεραίος, ο Κολοκοτρώνης, ο Παπαφλέσσας, ο Υψηλάντης, ο Αγραφιώτης, ο γέρο-Δήμος, ο Διάκος, ο Μπότσαρης, ο Καραϊσκάκης, ο Ανδρούτσος, η Φιλική Εταιρία, η ηρωίδα Βάσσω κ.ά.

Με τον τίτλο «Το Λάβαρο του ’21» θα προβαλ­λόταν η ταινία σε συνοικιακούς και θερινούς κινηματογράφους της πρωτεύουσας, όπως και στην επαρχία: Σέρρες (30 Απριλίου έως 4 Μαΐου 1929 στα «Διονύσια»), Καλαμάτα (5 και 6 Απριλίου 1930 στον «Αμερικανικό κινηματογράφο»), Δράμα (από 3 Ιουνίου 1931 στο «Μέγα»), Καβάλα (από 18 Ιουνίου 1931στην «Αίγλη»), Φλώρινα (13 και 14 Δεκεμβρίου 1931 στο «Πάνθεον»).

Πηγή: Οι Πρώτες Ταινίες του Ελληνικού Κινηματογράφου

Λάβαρο

Όλη η επικαιρότητα