Η οικογένεια… μένει σπίτι

Γράφει η Χρυσή – Ευτυχία Κωνσταντοπούλου, Ψυχολόγος

Διαβάζοντας τούτες τις μέρες σε εφημερίδες – έντυπες και ηλεκτρονικές – εκτός από την ενημέρωση για τον κορονοϊό και πως να προφυλαχθούμε, συναντάμε και άρθρα για το πως να διαχειριστούμε τον χρόνο μας, μέσα στο σπίτι και το πως θα βοηθήσουμε τα παιδιά μας, όσοι έχουμε, να περάσουν όσο γίνεται καλύτερα μέσα στο σπίτι.

Μας αρέσει, ενίοτε, να μας λένε τι να κάνουμε, γι’ αυτό διαβάζουμε «οδηγίες προς ναυτιλομένους»: “φτιάξτε ντουλάπες, οργανώστε αποθήκες, μαγειρέψτε, τραγουδήστε κλπ. και βέβαια η  alltimeclassicσυμβουλή να περάσουμε δημιουργικό χρόνο με τα παιδιά. Οι συμβουλές καλές είναι – δε λέω- αλλά έχουν μικρές δυνατότητες, γιατί εννοείται ότι λίγο έως πολύ όλοι θα ψάξουν να κάνουν ότι τους ευχαριστεί.

Το θέμα δεν είναι μόνο τι να κάνουμε.

Αρκετά πριν, του πως να χειριστούμε τα παιδιά και τα συναισθήματά τους, ας παρατηρήσουμε πως αισθανόμαστε εμείς.

Καταρχήν, για τους περισσότερους από εμάς, η εμπειρία του «μένω σπίτι» είναι πρωτόγνωρη.

Είναι κάτι που δεν έχουμε ξαναζήσει, εκτός αν έχουμε μείνει π.χ. σε νοσοκομείο ή σε φυλακή για ικανό διάστημα.

Είναι μια εμπειρία, που ακόμα και αν συμφωνούμε με το μέτρο, μας επιβάλλεται, και μια εμπειρία που δεν ξέρουμε πότε θα τελειώσει, ένα πρωτοφανές καινούργιο βίωμα που ζητά συμμόρφωση, στέρηση κάποιων αγαπημένων συνηθειών και για όσο χρειαστεί να κρατήσει, διαφοροποιημένες συνθήκες ζωής.

Συνεπώς δεν μπορούμε να προσπεράσουμε βεβιασμένα, τι κινεί στον ψυχισμό του καθενός μας αυτό που συλλογικά βιώνουμε.

Ας στρέψουμε έναν «φακό» στα συναισθήματά μας, ας κοιτάξουμε λίγο αν είναι δυνατό χωρίς λογοκρισία, πως νιώθουμε.

Και τότε μπορεί να έρθουμε αντιμέτωποι με ότι πιθανόν κρύβουμε ή καμουφλάρουμε  με διάφορες «στολές παραλλαγής».

Καταρχήν το άγχος του όλα μεταβάλλονται,  τα δεδομένα δεν είναι δεδομένα.

Φόβο, ότι μπορεί να νοσήσουμε εμείς, όσοι αγαπάμε, τα παιδιά.

Τι θα γίνει με την δουλειά, με τα οικονομικά, ανασφάλεια.

Θυμό, γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε πράγματα που μας αρέσουν και δεν είχε χρειασθεί να τα στερηθούμε μέχρι πρότινος.

Πλήξη και ανία, δυσφορία γιατί δεν έχουμε τι άλλο να κάνουμε μέσα στους 4 τοίχους.

Λύπη για τα χειρότερα που συμβαίνουν σε άλλους ανθρώπους.

Μπορεί κανείς να γενικεύσει το άγχος ή να αισθάνεται πράγματα που ντρέπεται να ομολογήσει ακόμα και στον εαυτό του.

Ωστόσο, υπάρχουν και άλλα, θετικά και σαφώς πιο βολικά συναισθήματα.

Άλλοι βάλλονται λιγότερο, νιώθουν ασφαλείς μέσα στο σπίτι, συμφιλιώνονται πιο εύκολα με τον περιορισμό, κάνουν πράγματα που τους ευχαριστούν, επικοινωνούν με τους δικούς τους ανθρώπους.

Είναι πιθανό όλα τα παραπάνω να τα συναντάμε όλοι μέσα μας. Οι αναλογίες διαφέρουν.

Και θα πει κάποιος: Ωραία, τα νοιώθουμε όλα αυτά. Και τώρα τι κάνουμε;».

Ρισκάρουμε να μιλήσουμε γι’ αυτά, όσο και όπου μπορούμε.

Η επικοινωνία παραμένει ανεμπόδιστη.

Μέσα στο σπίτι, στα τηλέφωνα, με όποιο μέσω εξ’ αποστάσεως προτιμά ο καθένας.

Τώρα πιθανόν να έχουμε χρόνο για επικοινωνία, τόσο χρόνο όσο δεν είχαμε ποτέ άλλοτε και επειδή το γεγονός, μας αφορά όλους και όλοι μιλάμε για το ίδιο, ας δοκιμάσουμε να ακούσουμε να μιλούν οι άλλοι – δικοί μας για το ίδιο.

Και αφού – κατά το δυνατόν – δούμε τι υπάρχει μέσα μας, συναντηθούμε όσο γίνεται μαζί του, ας αποδεχτούμε, συμφιλιωθούμε με τα συναισθήματά μας και τότε θα μπορούμε κάπως πιο εύκολα:

Να μιλήσουμε στα παιδιά με ειλικρινή τρόπο, ψύχραιμο ύφος και χωρίς κουραστικές λεπτομέρειες ανάλογα την ηλικία τους.

Να έχουμε ενέργεια, ενδιαφέρον και χρόνο – όσοι  έχουμε και δεν είμαστε στην πρώτη γραμμή – να τα ακούσουμε για ότι έχουν να μας πουν και να μας ρωτήσουν.

Να τους δείξουμε έμπρακτα τι σημαίνει προσωπική και κοινωνική ευθύνη, κάτι που δεν είναι της παρούσης να το πω, αλλά δεν το  δείχνουμε συχνά στα παιδιά μας, τώρα όμως επιβάλλεται να το κάνουμε, χωρίς υπερβολές όμως.

Να αποφύγουμε τον πειρασμό της υπερέκθεσης σε πληροφορίες, όταν τα παιδιά  είναι παρόντα.

Μπορεί αυτό τον καιρό, τα παιδιά,  να γίνουν πιο ευερέθιστα, να τσακωθούν αντί για 3, 23 φορές, μεταξύ τους, ή με εμάς, να δοκιμάσουν λίγο παραπάνω τις ταλαιπωρημένες, πιθανά, αντοχές μας.

Πιθανόν να αγχωθούν οπότε, να ζητούν διαβεβαιώσεις πολλές και συχνά, να φέρονται σαν μικρότερα παιδιά, να έχουν ανησυχία, να μην καταλαβαίνουν γιατί να μείνουν σπίτι.

Μπορεί να είναι δύσκολο να προσπαθούμε να αποφορτίσουμε τα παιδιά μέσα στο σπίτι. Να είναι δύσκολο να χειριστούμε τα δικά μας συναισθήματα «εγκλεισμού». Ας κατανοήσουμε λίγο περισσότερο τους εαυτούς μας και τα παιδιά, να τα κάνουμε να αισθάνονται ασφαλή και ας μιλήσουμε.

*Ζει στην Αμαλιάδα και εργάζεται σε σχολεία ειδικής και γενικής εκπαίδευσης